1 / 5 / 2020
Αυτό είναι ολόκληρο το Λεξικό Κορονοϊού. Όπως λέω και στη διευκρίνηση παρακάτω, δεν είναι επιστημονικό, ούτε είναι για να σε βοηθήσει να αντιμετωπίσεις τον COVID-19. Είναι σατιρικό για την κατάσταση που έχει επικρατήσει παγκοσμίως με τον κορονοϊό, και, ως εκ τούτου, ορισμένα από τα πράγματα που περιγράφει είναι, εννοείται, παρατραβηγμένα και ή τρομαχτικά ή αστεία, αναλόγως πώς θες να τα δεις.
Ωστόσο, η κατάσταση που παρουσιάζει είναι κατά βάση αληθινή, δεν είναι φανταστική, και ο κόσμος πρέπει να το καταλάβει αυτό. Ο κορονοϊός (ασχέτως πώς δημιουργήθηκε) μπορεί να είναι μια πανδημία και μπορεί, όπως πολλές άλλες πανδημίες, να έχει μια κάποια επικινδυνότητα. Όμως ο κορονοϊός δεν είναι ούτε κατά διάνοια τόσο επικίνδυνος όσο η άλλη πανούκλα: η πανούκλα αυτών που θέλουν να ασκούν παγκόσμιο έλεγχο με ιατρική πρόφαση και να επιβάλλουν μέτρα που οποιοσδήποτε άνθρωπος σκεφτεί νηφάλια δεν μπορεί παρά να κρίνει ότι είναι φασιστικά. Είναι καταπίεση. Ξεκάθαρα. Και οικονομική καταστροφή. Τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο.
Κι αν κάποιοι δεν το πάρουν αυτό σοβαρά τώρα, ώστε να δράσουν αποφασιστικά και να κάνουν κάτι για να το σταματήσουν τώρα, μπορεί μετά να είναι πολύ αργά.
Τι μπορείς να κάνεις εσύ, ως πολίτης; Ως ελεύθερος άνθρωπος; Το πιο απλό απ’όλα: να αμφισβητείς, να μην πιστεύεις εύκολα ό,τι ακούς από τα «επίσημα» μέσα ενημέρωσης, και να μη δέχεσαι ό,τι σου λένε πως πρέπει να δεχτείς υποτιθέμενα «για το καλό σου». Οι κακοί πάντα «για το καλό» ενδιαφέρονται.
Μην πουλάς την ελευθερία σου τόσο εύκολα. Υγεία χωρίς ελευθερία δεν υφίσταται. Υγεία χωρίς ελευθερία είναι δουλεία.
*
Διευκρίνιση
Αυτό το Λεξικό Κορονοϊού δεν αναφέρεται σε θέματα ιατρικά, χημικά, ή βιολογικά σχετικά με τον COVID-19, ούτε σου λέει πώς να τον αντιμετωπίσεις. Αυτό το Λεξικό Κορονοϊού είναι λογοτεχνικού χαρακτήρα, για να σχολιάσει, με σατιρικό τρόπο, την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί με τον κορονοϊό.
ΛΕΞΙΚΟ ΚΟΡΟΝΟΪΟΥ
κορονοαμφισβητίας: άτομο που αμφισβητεί την αναγκαιότητα της κορονοκατάστασης (βλ. λ.)· άτομο που αμφισβητεί τον ίδιο τον κορονοϊό· μπορεί να είναι κορονολύκος (βλ. λ.), χωρίς αυτό να είναι απαραίτητο.
κορονοαποκάλυψη: το θεωρητικό χρονικό σημείο που ο κορονοϊός θα έχει εξαφανίσει την ανθρωπότητα· μέρος της κορονοθεωρίας (βλ. λ.)· σύμφωνα με κάποιους, κορονομαλακίες (βλ. λ.).
κορονοβαμπίρ: άτομο που, εξαιτίας του κορονοϊού, αρνείται να βγει από το σπίτι του· πιθανώς να πάσχει από κορονοφοβία (βλ. λ.) ή κορονοπαράνοια (βλ. λ.)· φήμες λένε ότι σταδιακά το άμεσο ηλιακό φως αρχίζει να βλάπτει τα κορονοβαμπίρ και ότι ίσως να τρέφονται με ακτινοβολία τηλεόρασης.
κορονοβλαβής: άτομο που πάντα, πάντα, φορά μάσκα και γάντια από παράλογο φόβο για τον Covid-19· άτομo που παίρνει υπερβολικά μέτρα προστασίας από παράλογο φόβο για τον Covid-19.
κορονοβραβείο: το βραβείο που δίνεται από τον Μεγάλο Κορονοαδελφό στην κυβέρνηση μιας χώρας για τα επιτυχημένα (τουτέστιν, καταπιεστικά και ακραία) μέτρα που έχει πάρει κατά την περίοδο κορονοκατάστασης (βλ. λ.)· το βραβείο συμβολίζεται ως μια παλάμη με ανοιχτά χρυσά δάχτυλα η οποία στο κέντρο έχει έναν ολοστρόγγυλο οφθαλμό σαν όρχι.
κορονογλείφτης: άτομο που αμφισβητεί κατά βάθος την κορονοκατάσταση (βλ. λ.), ή και τον κορονοϊό, αλλά δέχεται ό,τι του λένε οι άλλοι για την κορονοκατάσταση επειδή φοβάται ότι θα τον αποκλείσουν κοινωνικά και, άρα, θα έρθει το Τέλος του Κόσμου γι’αυτόν.
κορονογράφος: άτομο που γράφει λεξικά, ή άλλα κείμενα, για τον κορονοϊό· άτομο που γράφει λογοτεχνία ή ποίηση για τον κορονοϊό· παραδοξογράφος σε περίοδο κορονοκατάστασης (βλ. λ.).
κορονόδουλος: πολίτης χώρας κατά την περίοδο κορονοκατάστασης (βλ. λ.) ο οποίος διαμένει σε κορονοτρύπα (βλ. λ.), υφίσταται κορονοτρομοκρατία (βλ. λ.), κινδυνεύει από κορονομαστούρα (βλ. λ.), και ίσως να πάσχει από κορονοφοβία (βλ. λ.) ή κορονοπαράνοια (βλ. λ.).
κορονοθεωρία: η κοσμοθεωρία που επικρατεί κατά την περίοδο κορονοκατάστασης (βλ. λ.), σύμφωνα με την οποία ο κορονοϊός είναι η χειρότερη επιδημία και καταστροφή που έχει πλήξει ποτέ την ανθρωπότητα και, ως εκ τούτου, δικαιολογεί οποιοδήποτε παράλογο μέτρο και οποιαδήποτε μορφή πολιτικής καταπίεσης, κατάλυση των συνταγμάτων, και καταπάτηση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων και αναγκών, προκειμένου να αντιμετωπιστεί η Καταστροφή που θα Εξαφανίσει το Ανθρώπινο Είδος.
κορονοθιασώτης: άτομο, συνθ. των ΜΜΕ, της κυβέρνησης, ή κάποιας οργάνωσης, το οποίο συμβάλλει ενεργά και με πάθος (και, πιθανώς, οικονομικό ή άλλο όφελος) στην εξάπλωση της κορονοτρομοκρατίας (βλ. λ.) και της κορονοκατάστασης (βλ. λ.).
κορονοθραύστης: άτομο που σπάει την «καραντίνα» σε περίοδο κορονοκατάστασης (βλ. λ.)· κακοποιός· κακούργος· μίασμα· εγκληματίας που αποκεφαλίζεται επιτόπου, κατά βούληση των κορονοφρουρών (βλ. λ.), για το καλό της ανθρωπότητας!
κορονοθρησκεία: σε περίοδο κορονοκατάστασης (βλ. λ.), ένας είναι ο Κύριος ο Θεός σου, ο Κορονοϊός, που απόστολός του είναι ο Μεγάλος Μασκοφόρος, ο Κορονοαδελφός, και οφείλεις επίσης να δείχνεις σέβας σε όλα τα τσιράκια της κυβέρνησής σου που τον υπηρετούν· άλλες θρησκείες ή θεοί (πλην του Κώστα Βουλαζέρη) δεν υπάρχουν, τέτοια να τα ξεχάσεις!
κορονοϊός: το γνωστό, δημοφιλές μικρόβιο Covid-19 που έχει αγαπηθεί από τα ΜΜΕ και εξυπηρετεί τα συμφέροντα αρχόντων που θέλουν να βάζουν τον κόσμο σε παράλογα δύσκολες καταστάσεις για δικό τους όφελος.
κορονοκατάσταση: υποτιθέμενη «καραντίνα» που επικρατεί όταν παρουσιαστεί κορονοϊός, ήτοι γενική παράλυση της κοινωνίας και της οικονομίας, παράλογες διώξεις πολιτών από κορονοφρουρούς (βλ. λ.), κορονοτρομοκρατία (βλ. λ.), και τα λοιπά· καταπίεση· χούντα· καταστροφή σε μεγάλη κλίμακα.
κορονοκέφαλος: άτομο που τη βρίσκει με την κορονοκατάσταση (βλ. λ.) για διάφορους προσωπικούς λόγους· ίσως να είναι επίσης κορονογράφος (βλ. λ.).
κορονολύκος: άτομο που επαναστατεί κατά της κορονοκατάστασης (βλ. λ.), δεν δέχεται κορονοτρομοκρατία (βλ. λ.), και θέλει να κρεμάσει κορονοτυράννους (βλ. λ.)· ίσως να είναι κορονοτρελός (βλ. λ.), κορονομάγος (βλ. λ.), κορονοαμφισβητίας (βλ. λ.), ή κορονοφωτισμένος (βλ. λ.), αλλά αυτό δεν είναι απαραίτητο.
κορονομάγος: άτομο που πιστεύει ότι ο Θεός, ή άλλη υπερβατική δύναμη, έριξε τον κορονοϊό επάνω στην ανθρωπότητα επειδή η ανθρωπότητα τού φέρθηκε άσχημα (όπως, για παράδειγμα, ο Ρασπουτίν έλεγε ότι ο Θεός έριξε τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο επάνω στην ανθρωπότητα επειδή η ανθρωπότητα τού φέρθηκα άσχημα).
κορονομαλακίες: άσκοπες μπουρδολογίες σχετικά με τον κορονοϊό, είτε από τα ΜΜΕ, είτε μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα, είτε μεταξύ ατόμων στη σπάνια περίπτωση που καταφέρνουν να συναντηθούν αυτοπροσώπως (και, συνήθως, παράνομα ως κορονοθραύστες (βλ. λ.))· τα μέτρα που παίρνει η κυβέρνηση κατά την περίοδο κορονοκατάστασης (βλ. λ.)· γενικά, ό,τι λέγεται για τον κορονοϊό· ψέματα και απάτες σχετικά με τον κορονοϊό· συνωμοσιολογίες σχετικά με τον κορονοϊό· η κορονοθεωρία (βλ. λ.).
κορονομαστούρα: η κατάσταση κατά την οποία το άτομο συνεχώς παρακολουθεί τις εξελίξεις για τον κορονοϊό από τα ΜΜΕ, τα social media, το διαδίκτυο, και συνεχώς συζητά μόνο για τον κορονοϊό μέχρι που ο κορονοϊός γίνεται όλος ο κόσμος του.
κορονομόδα: μάσκες και γάντια, σε πολλά χρώματα, αποχρώσεις, σχήματα, κτλ – μεγάλη αγορά, πολύ χρήμα, καλό θα ήταν να σκέφτεσαι να επενδύσεις στο εγγύς μέλλον.
κορονοοικολόγος: άτομο που πιστεύει ότι η κορονοκατάσταση (βλ. λ.) κάνει καλό στον πλανήτη από οικολογικής άποψης (λιγότερη ρύπανση, λιγότερα σκουπίδια – λιγότεροι άνθρωποι, βρε αδελφέ!)· (ακραίο) άτομο που πιστεύει ότι θα κάνει καλό στον πλανήτη αν ο κορονοϊός τελικά εξαφανίσει την ανθρωπότητα και αφήσει ζωντανά μόνο τα όμορφα ζωάκια!
κορονοοικονομία: είδη πρώτης ανάγκης – φαγητό και φάρμακα – και μόνο.
κορονοπαράλυση: παθολογική ασθένεια της ψυχής κατά την οποία το άτομο αισθάνεται τόσο μουδιασμένο από όσα ακούει για τον κορονοϊό (ασχέτως αν τα πιστεύει ή τα αποδέχεται) που δεν μπορεί να δράσει με κανέναν ουσιώδη τρόπο· το άτομο πιθανώς να πάσχει επίσης από κορονοφοβία (βλ. λ.) ή κορονοπαράνοια (βλ. λ.), και σίγουρα υφίσταται κορονοτρομοκρατία (βλ. λ.).
κορονοπαράνοια: παθολογικός φόβος ότι τα πάντα γύρω σου – άνθρωποι, αντικείμενα, οτιδήποτε – μεταφέρουν τον κορονοϊό· μη αποδεδειγμένα πιστεύω ότι ο κορονοϊός μπορεί να προέρχεται από τον αέρα, από κατάρες, από ηλεκτρομαγνητικά κύματα, από εξωγήινους, από τα όνειρα.
κορονοπρόβατο: άτομο που δεν αμφισβητεί ποτέ την κορονοκατάσταση (βλ. λ.) όσο κι αν βλέπει τα πάντα να καταστρέφονται γύρω του· πιθανώς να πάσχει από κρονοφοβία (βλ. λ.) ή κορονοπαράνοια (βλ. λ.), ή να είναι κορονοβαμπίρ (βλ. λ.).
κορονοσημαία: από ένα ακραίο σημείο κορονοκατάστασης (βλ. λ.) και μετά, η σημαία της χώρας αλλάζει και κάπου μέσα της τοποθετείται το σύμβολο του κορονοϊού (μια σφαίρα περιτριγυρισμένη από μια κορόνα)· φήμες λένε ότι η κυβέρνηση σκέφτεται να αντικαταστήσει τον σταυρό στην ελληνική σημαία με το κορονοσύμβολο.
κορονοστάση: η κατάσταση που επικρατεί όταν οι κορονόδουλοι (βλ. λ.) καταλαβαίνουν ότι τελικά είναι κορονόδουλοι και εξεγείρονται εναντίον της κρονοκατάστασης (βλ. λ.), των κορονοθιασωτών (βλ. λ.), και των κορονοτυράννων (βλ. λ.)· φανταστική κατάσταση που μπορεί ποτέ να μη συμβεί λόγω γενικής ύπνωσης.
κορονοSMS: φασιστικό ηλεκτρονικό μήνυμα που οι κορονόδουλοι (βλ. λ.) υποχρεούνται να στέλνουν (αντί να γράψουν κορονόχαρτο (βλ. λ.)) όποτε τολμούν να ξεμυτίσουν από τις κορονοτρύπες τους (βλ. λ.)· στο κορονοSMS οφείλει να γράφεται ό,τι και στο κορονόχαρτο (βλ. λ.) και τα επακόλουθα είναι τα ίδια αν ο κορονόδουλος (βλ. λ.) συλληφθεί χωρίς κορονόχαρτο (βλ. λ.) ή κορονοSMS (βλ. λ.)· το κορονοSMS θεωρείται, επιπλέον, τρομερή ευρεσιτεχνία καθώς διευκολύνει τις μυστικές υπηρεσίες να παρακολουθούν τους πάντες ώστε να μην κουράζονται οι άνθρωποι με άλλου είδους παρακολουθήσεις και πάθει τίποτα η υγεία τους (ακόμα ένα τρομερό υγειονομικό θέμα παρόμοιο του κορονοϊού)· εναλλακτική γραφή: κορονοSS.
κορονοτρελός: κάποιος που έχει δει ή αντιληφτεί κάτι τελείως μη συμβατικό σχετικά με τον κορονοϊό το οποίο κανένας άλλος δεν μπορεί να παραδεχτεί ως αληθινό.
κορονοτρομοκρατία: αυτό που κάνουν τα ΜΜΕ σε περίοδο κορονοκατάστασης (βλ. λ.), ή προσπαθώντας να δημιουργήσουν περίοδο κορονοκατάστασης και κορονομαστούρας (βλ. λ.).
κορονοτρύπα: η οικία πολίτη κατά την περίοδο κορονοκατάστασης (βλ. λ.).
κορονοτσάτσος: άτομο που, κατά την περίοδο κορονοκατάστασης (βλ. λ.), καρφώνει στους κορονοφρουρούς (βλ. λ.) όποιους νομίζει ότι σπάνε την «καραντίνα» ή θεωρεί επικίνδυνους να εξαπλώσουν τον κορονοϊό· βρισιά· απεχθής άνθρωπος.
κορονοτύραννος: άτομο της κυβέρνησης συνήθως (η εξωτερικός πράκτορας που «υποβοηθά» την κυβέρνηση) το οποίο επιβάλλει κορονοκατάσταση (βλ. λ.) και κορονοτρομοκρατία (βλ. λ.).
κορονοφοβία: παθολογικός φόβος ότι θα κολλήσεις τον κορονοϊό παρότι οι πιθανότητες να συμβεί αυτό είναι πολύ μικρές.
κορονοφρουρός: αστυνομικός, ή άλλος ασφαλίτης, κατά την περίοδο κορονοκατάστασης (βλ. λ.).
κορονοφωτισμένος: άτομο που πιστεύει ότι, μετά τον κορονοϊό, θα γίνουμε όλοι καλύτεροι άνθρωποι και η ανθρωπότητα γενικά θα βελτιωθεί· άτομο που πιστεύει ότι ο κορονοϊός αποτελεί ευκαιρία για να ενωθούμε όλοι και να ενδιαφερθούμε για τον πλησίον μας· άτομο που πιστεύει ότι ο κορονοϊός είναι «οργή Θεού» και έπεσε επάνω μας για τις αμαρτίες μας· (γεν.) άνθρωπος με κάποιο «υπερβατικό» πιστεύω για τον κορονοϊό.
κορονόχαρτο: φασιστικό έγγραφο στο οποίο οι κορονόδουλοι (βλ. λ.) υποχρεούνται, όποτε βγαίνουν από τις κορονότρυπές τους (βλ. λ.), να γράφουν όνομα, κατοικία, ημερομηνία γέννησης, λόγο που τολμούν να ξεμυτίσουν από την κορονότρυπα (βλ. λ.), και προορισμό· κορονόδουλος (βλ. λ.) έξω από κορονότρυπα (βλ. λ.) χωρίς κορονόχαρτο θεωρείται πιθανός κορονοθραύστης (βλ. λ.) και μπορεί ακόμα και να αποκεφαλιστεί επιτόπου, κατά βούληση των κορονοφρουρών (βλ. λ.)· εναλλακτικά, ο κορονόδουλος μπορεί να στείλει κορονοSMS (μεγάλα τα πνεύματα που είχαν τέτοια έξυπνη ιδέα για προστασία των δέντρων και εξοικονόμηση χαρτιού – ίσως να είναι κορονοοικολόγοι (βλ. λ.)).
μαύρη κορονοαγορά: οινόπνευμα.
29 / 4 / 2020
Αυτά είναι τα τελευταία. Για την ώρα, δεν έχω άλλα· και νομίζω ότι είναι αρκετά ολοκληρωμένο το λεξικό.
Με κουράσανε οι κωλοφασίστες. Άλλη φορά δεν το ξανακάνω· τους βαρέθηκα. Θα είμαι κι εγώ καλό κορονοπρόβατο.
(Εντάξει, αυτό το τελευταίο το είπα ψέματα.)
κορονοσημαία: από ένα ακραίο σημείο κορονοκατάστασης (βλ. λ.) και μετά, η σημαία της χώρας αλλάζει και κάπου μέσα της τοποθετείται το σύμβολο του κορονοϊού (μια σφαίρα περιτριγυρισμένη από μια κορόνα)· φήμες λένε ότι η κυβέρνηση σκέφτεται να αντικαταστήσει τον σταυρό στην ελληνική σημαία με το κορονοσύμβολο.
κορονομόδα: μάσκες και γάντια, σε πολλά χρώματα, αποχρώσεις, σχήματα, κτλ – μεγάλη αγορά, πολύ χρήμα, καλό θα ήταν να σκέφτεσαι να επενδύσεις στο εγγύς μέλλον.
κορονοαποκάλυψη: το θεωρητικό χρονικό σημείο που ο κορονοϊός θα έχει εξαφανίσει την ανθρωπότητα· μέρος της κορονοθεωρίας (βλ. λ.)· σύμφωνα με κάποιους, κορονομαλακίες (βλ. λ.).
κορονόχαρτο: φασιστικό έγγραφο στο οποίο οι κορονόδουλοι (βλ. λ.) υποχρεούνται, όποτε βγαίνουν από τις κορονότρυπές τους (βλ. λ.), να γράφουν όνομα, κατοικία, ημερομηνία γέννησης, λόγο που τολμούν να ξεμυτίσουν από την κορονότρυπα (βλ. λ.), και προορισμό· κορονόδουλος (βλ. λ.) έξω από κορονότρυπα (βλ. λ.) χωρίς κορονόχαρτο θεωρείται πιθανός κορονοθραύστης (βλ. λ.) και μπορεί ακόμα και να αποκεφαλιστεί επιτόπου, κατά βούληση των κορονοφρουρών (βλ. λ.)· εναλλακτικά, ο κορονόδουλος μπορεί να στείλει κορονοSMS (μεγάλα τα πνεύματα που είχαν τέτοια έξυπνη ιδέα για προστασία των δέντρων και εξοικονόμηση χαρτιού – ίσως να είναι κορονοοικολόγοι (βλ. λ.)).
κορονοSMS: φασιστικό ηλεκτρονικό μήνυμα που οι κορονόδουλοι (βλ. λ.) υποχρεούνται να στέλνουν (αντί να γράψουν κορονόχαρτο (βλ. λ.)) όποτε τολμούν να ξεμυτίσουν από τις κορονοτρύπες τους (βλ. λ.)· στο κορονοSMS οφείλει να γράφεται ό,τι και στο κορονόχαρτο (βλ. λ.) και τα επακόλουθα είναι τα ίδια αν ο κορονόδουλος (βλ. λ.) συλληφθεί χωρίς κορονόχαρτο (βλ. λ.) ή κορονοSMS (βλ. λ.)· το κορονοSMS θεωρείται, επιπλέον, τρομερή ευρεσιτεχνία καθώς διευκολύνει τις μυστικές υπηρεσίες να παρακολουθούν τους πάντες ώστε να μην κουράζονται οι άνθρωποι με άλλου είδους παρακολουθήσεις και πάθει τίποτα η υγεία τους (ακόμα ένα τρομερό υγειονομικό θέμα παρόμοιο του κορονοϊού)· εναλλακτική γραφή: κορονοSS.
κορονοθρησκεία: σε περίοδο κορονοκατάστασης (βλ. λ.), ένας είναι ο Κύριος ο Θεός σου, ο Κορονοϊός, που απόστολός του είναι ο Μεγάλος Μασκοφόρος, ο Κορονοαδελφός, και οφείλεις επίσης να δείχνεις σέβας σε όλα τα τσιράκια της κυβέρνησής σου που τον υπηρετούν· άλλες θρησκείες ή θεοί (πλην του Κώστα Βουλαζέρη) δεν υπάρχουν, τέτοια να τα ξεχάσεις!
Προηγούμενα
κορονοαμφισβητίας: άτομο που αμφισβητεί την αναγκαιότητα της κορονοκατάστασης (βλ. λ.)· άτομο που αμφισβητεί τον ίδιο τον κορονοϊό· μπορεί να είναι κορονολύκος (βλ. λ.), χωρίς αυτό να είναι απαραίτητο.
κορονοβαμπίρ: άτομο που, εξαιτίας του κορονοϊού, αρνείται να βγει από το σπίτι του· πιθανώς να πάσχει από κορονοφοβία (βλ. λ.) ή κορονοπαράνοια (βλ. λ.)· φήμες λένε ότι σταδιακά το άμεσο ηλιακό φως αρχίζει να βλάπτει τα κορονοβαμπίρ και ότι ίσως να τρέφονται με ακτινοβολία τηλεόρασης.
κορονοβλαβής: άτομο που πάντα, πάντα, φορά μάσκα και γάντια από παράλογο φόβο για τον Covid-19· άτομo που παίρνει υπερβολικά μέτρα προστασίας από παράλογο φόβο για τον Covid-19.
κορονοβραβείο: το βραβείο που δίνεται από τον Μεγάλο Κορονοαδελφό στην κυβέρνηση μιας χώρας για τα επιτυχημένα (τουτέστιν, καταπιεστικά και ακραία) μέτρα που έχει πάρει κατά την περίοδο κορονοκατάστασης (βλ. λ.)· το βραβείο συμβολίζεται ως μια παλάμη με ανοιχτά χρυσά δάχτυλα η οποία στο κέντρο έχει έναν ολοστρόγγυλο οφθαλμό σαν όρχι.
κορονογλείφτης: άτομο που αμφισβητεί κατά βάθος την κορονοκατάσταση (βλ. λ.), ή και τον κορονοϊό, αλλά δέχεται ό,τι του λένε οι άλλοι για την κορονοκατάσταση επειδή φοβάται ότι θα τον αποκλείσουν κοινωνικά και, άρα, θα έρθει το Τέλος του Κόσμου γι’αυτόν.
κορονογράφος: άτομο που γράφει λεξικά, ή άλλα κείμενα, για τον κορονοϊό· άτομο που γράφει λογοτεχνία ή ποίηση για τον κορονοϊό· παραδοξογράφος σε περίοδο κορονοκατάστασης (βλ. λ.).
κορονόδουλος: πολίτης χώρας κατά την περίοδο κορονοκατάστασης (βλ. λ.) ο οποίος διαμένει σε κορονοτρύπα (βλ. λ.), υφίσταται κορονοτρομοκρατία (βλ. λ.), κινδυνεύει από κορονομαστούρα (βλ. λ.), και ίσως να πάσχει από κορονοφοβία (βλ. λ.) ή κορονοπαράνοια (βλ. λ.).
κορονοθεωρία: η κοσμοθεωρία που επικρατεί κατά την περίοδο κορονοκατάστασης (βλ. λ.), σύμφωνα με την οποία ο κορονοϊός είναι η χειρότερη επιδημία και καταστροφή που έχει πλήξει ποτέ την ανθρωπότητα και, ως εκ τούτου, δικαιολογεί οποιοδήποτε παράλογο μέτρο και οποιαδήποτε μορφή πολιτικής καταπίεσης, κατάλυση των συνταγμάτων, και καταπάτηση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων και αναγκών, προκειμένου να αντιμετωπιστεί η Καταστροφή που θα Εξαφανίσει το Ανθρώπινο Είδος.
κορονοθιασώτης: άτομο, συνθ. των ΜΜΕ, της κυβέρνησης, ή κάποιας οργάνωσης, το οποίο συμβάλλει ενεργά και με πάθος (και, πιθανώς, οικονομικό ή άλλο όφελος) στην εξάπλωση της κορονοτρομοκρατίας (βλ. λ.) και της κορονοκατάστασης (βλ. λ.).
κορονοθραύστης: άτομο που σπάει την «καραντίνα» σε περίοδο κορονοκατάστασης (βλ. λ.)· κακοποιός· κακούργος· μίασμα· εγκληματίας που αποκεφαλίζεται επιτόπου, κατά βούληση των κορονοφρουρών (βλ. λ.), για το καλό της ανθρωπότητας!
κορονοϊός: το γνωστό, δημοφιλές μικρόβιο Covid-19 που έχει αγαπηθεί από τα ΜΜΕ και εξυπηρετεί τα συμφέροντα αρχόντων που θέλουν να βάζουν τον κόσμο σε παράλογα δύσκολες καταστάσεις για δικό τους όφελος.
κορονοκατάσταση: υποτιθέμενη «καραντίνα» που επικρατεί όταν παρουσιαστεί κορονοϊός, ήτοι γενική παράλυση της κοινωνίας και της οικονομίας, παράλογες διώξεις πολιτών από κορονοφρουρούς (βλ. λ.), κορονοτρομοκρατία (βλ. λ.), και τα λοιπά· καταπίεση· χούντα· καταστροφή σε μεγάλη κλίμακα.
κορονοκέφαλος: άτομο που τη βρίσκει με την κορονοκατάσταση (βλ. λ.) για διάφορους προσωπικούς λόγους· ίσως να είναι επίσης κορονογράφος (βλ. λ.).
κορονολύκος: άτομο που επαναστατεί κατά της κορονοκατάστασης (βλ. λ.), δεν δέχεται κορονοτρομοκρατία (βλ. λ.), και θέλει να κρεμάσει κορονοτυράννους (βλ. λ.)· ίσως να είναι κορονοτρελός (βλ. λ.), κορονομάγος (βλ. λ.), κορονοαμφισβητίας (βλ. λ.), ή κορονοφωτισμένος (βλ. λ.), αλλά αυτό δεν είναι απαραίτητο.
κορονομάγος: άτομο που πιστεύει ότι ο Θεός, ή άλλη υπερβατική δύναμη, έριξε τον κορονοϊό επάνω στην ανθρωπότητα επειδή η ανθρωπότητα τού φέρθηκε άσχημα (όπως, για παράδειγμα, ο Ρασπουτίν έλεγε ότι ο Θεός έριξε τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο επάνω στην ανθρωπότητα επειδή η ανθρωπότητα τού φέρθηκα άσχημα).
κορονομαλακίες: άσκοπες μπουρδολογίες σχετικά με τον κορονοϊό, είτε από τα ΜΜΕ, είτε μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα, είτε μεταξύ ατόμων στη σπάνια περίπτωση που καταφέρνουν να συναντηθούν αυτοπροσώπως (και, συνήθως, παράνομα ως κορονοθραύστες (βλ. λ.))· τα μέτρα που παίρνει η κυβέρνηση κατά την περίοδο κορονοκατάστασης (βλ. λ.)· γενικά, ό,τι λέγεται για τον κορονοϊό· ψέματα και απάτες σχετικά με τον κορονοϊό· συνωμοσιολογίες σχετικά με τον κορονοϊό· η κορονοθεωρία (βλ. λ.).
κορονομαστούρα: η κατάσταση κατά την οποία το άτομο συνεχώς παρακολουθεί τις εξελίξεις για τον κορονοϊό από τα ΜΜΕ, τα social media, το διαδίκτυο, και συνεχώς συζητά μόνο για τον κορονοϊό μέχρι που ο κορονοϊός γίνεται όλος ο κόσμος του.
κορονοοικολόγος: άτομο που πιστεύει ότι η κορονοκατάσταση (βλ. λ.) κάνει καλό στον πλανήτη από οικολογικής άποψης (λιγότερη ρύπανση, λιγότερα σκουπίδια – λιγότεροι άνθρωποι, βρε αδελφέ!)· (ακραίο) άτομο που πιστεύει ότι θα κάνει καλό στον πλανήτη αν ο κορονοϊός τελικά εξαφανίσει την ανθρωπότητα και αφήσει ζωντανά μόνο τα όμορφα ζωάκια!
κορονοοικονομία: είδη πρώτης ανάγκης – φαγητό και φάρμακα – και μόνο.
κορονοπαράλυση: παθολογική ασθένεια της ψυχής κατά την οποία το άτομο αισθάνεται τόσο μουδιασμένο από όσα ακούει για τον κορονοϊό (ασχέτως αν τα πιστεύει ή τα αποδέχεται) που δεν μπορεί να δράσει με κανέναν ουσιώδη τρόπο· το άτομο πιθανώς να πάσχει επίσης από κορονοφοβία (βλ. λ.) ή κορονοπαράνοια (βλ. λ.), και σίγουρα υφίσταται κορονοτρομοκρατία (βλ. λ.).
κορονοπαράνοια: παθολογικός φόβος ότι τα πάντα γύρω σου – άνθρωποι, αντικείμενα, οτιδήποτε – μεταφέρουν τον κορονοϊό· μη αποδεδειγμένα πιστεύω ότι ο κορονοϊός μπορεί να προέρχεται από τον αέρα, από κατάρες, από ηλεκτρομαγνητικά κύματα, από εξωγήινους, από τα όνειρα.
κορονοπρόβατο: άτομο που δεν αμφισβητεί ποτέ την κορονοκατάσταση (βλ. λ.) όσο κι αν βλέπει τα πάντα να καταστρέφονται γύρω του· πιθανώς να πάσχει από κρονοφοβία (βλ. λ.) ή κορονοπαράνοια (βλ. λ.), ή να είναι κορονοβαμπίρ (βλ. λ.).
κορονοστάση: η κατάσταση που επικρατεί όταν οι κορονόδουλοι (βλ. λ.) καταλαβαίνουν ότι τελικά είναι κορονόδουλοι και εξεγείρονται εναντίον της κρονοκατάστασης (βλ. λ.), των κορονοθιασωτών (βλ. λ.), και των κορονοτυράννων (βλ. λ.)· φανταστική κατάσταση που μπορεί ποτέ να μη συμβεί λόγω γενικής ύπνωσης.
κορονοτρελός: κάποιος που έχει δει ή αντιληφτεί κάτι τελείως μη συμβατικό σχετικά με τον κορονοϊό το οποίο κανένας άλλος δεν μπορεί να παραδεχτεί ως αληθινό.
κορονοτρομοκρατία: αυτό που κάνουν τα ΜΜΕ σε περίοδο κορονοκατάστασης (βλ. λ.), ή προσπαθώντας να δημιουργήσουν περίοδο κορονοκατάστασης και κορονομαστούρας (βλ. λ.).
κορονοτρύπα: η οικία πολίτη κατά την περίοδο κορονοκατάστασης (βλ. λ.).
κορονοτσάτσος: άτομο που, κατά την περίοδο κορονοκατάστασης (βλ. λ.), καρφώνει στους κορονοφρουρούς (βλ. λ.) όποιους νομίζει ότι σπάνε την «καραντίνα» ή θεωρεί επικίνδυνους να εξαπλώσουν τον κορονοϊό· βρισιά· απεχθής άνθρωπος.
κορονοτύραννος: άτομο της κυβέρνησης συνήθως (η εξωτερικός πράκτορας που «υποβοηθά» την κυβέρνηση) το οποίο επιβάλλει κορονοκατάσταση (βλ. λ.) και κορονοτρομοκρατία (βλ. λ.).
κορονοφοβία: παθολογικός φόβος ότι θα κολλήσεις τον κορονοϊό παρότι οι πιθανότητες να συμβεί αυτό είναι πολύ μικρές.
κορονοφρουρός: αστυνομικός, ή άλλος ασφαλίτης, κατά την περίοδο κορονοκατάστασης (βλ. λ.).
κορονοφωτισμένος: άτομο που πιστεύει ότι, μετά τον κορονοϊό, θα γίνουμε όλοι καλύτεροι άνθρωποι και η ανθρωπότητα γενικά θα βελτιωθεί· άτομο που πιστεύει ότι ο κορονοϊός αποτελεί ευκαιρία για να ενωθούμε όλοι και να ενδιαφερθούμε για τον πλησίον μας· άτομο που πιστεύει ότι ο κορονοϊός είναι «οργή Θεού» και έπεσε επάνω μας για τις αμαρτίες μας· (γεν.) άνθρωπος με κάποιο «υπερβατικό» πιστεύω για τον κορονοϊό.
μαύρη κορονοαγορά: οινόπνευμα.
[X]
Διευκρίνιση
Το Λεξικό Κορονοϊού που γράφω δεν είναι επίσημο. Δεν αναφέρεται σε θέματα ιατρικά, χημικά, ή βιολογικά σχετικά με τον COVID-19, ούτε σου λέει πώς να τον αντιμετωπίσεις. Το Λεξικό Κορονοϊού μου είναι λογοτεχνικού χαρακτήρα, για να σχολιάσει, με σατιρικό τρόπο, την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί με τον κορονοϊό.
[X]
28 / 4 / 2020
κορονοθραύστης: άτομο που σπάει την «καραντίνα» σε περίοδο κορονοκατάστασης (βλ. λ.)· κακοποιός· κακούργος· μίασμα· εγκληματίας που αποκεφαλίζεται επιτόπου, κατά βούληση των κορονοφρουρών (βλ. λ.), για το καλό της ανθρωπότητας!
κορονοθεωρία: η κοσμοθεωρία που επικρατεί κατά την περίοδο κορονοκατάστασης (βλ. λ.), σύμφωνα με την οποία ο κορονοϊός είναι η χειρότερη επιδημία και καταστροφή που έχει πλήξει ποτέ την ανθρωπότητα και, ως εκ τούτου, δικαιολογεί οποιοδήποτε παράλογο μέτρο και οποιαδήποτε μορφή πολιτικής καταπίεσης, κατάλυση των συνταγμάτων, και καταπάτηση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων και αναγκών, προκειμένου να αντιμετωπιστεί η Καταστροφή που θα Εξαφανίσει το Ανθρώπινο Είδος.
κορονομαλακίες: άσκοπες μπουρδολογίες σχετικά με τον κορονοϊό, είτε από τα ΜΜΕ, είτε μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα, είτε μεταξύ ατόμων στη σπάνια περίπτωση που καταφέρνουν να συναντηθούν αυτοπροσώπως (και, συνήθως, παράνομα ως κορονοθραύστες (βλ. λ.))· τα μέτρα που παίρνει η κυβέρνηση κατά την περίοδο κορονοκατάστασης (βλ. λ.)· γενικά, ό,τι λέγεται για τον κορονοϊό· ψέματα και απάτες σχετικά με τον κορονοϊό· συνωμοσιολογίες σχετικά με τον κορονοϊό· η κορονοθεωρία (βλ. λ.).
κορονοβραβείο: το βραβείο που δίνεται από τον Μεγάλο Κορονοαδελφό στην κυβέρνηση μιας χώρας για τα επιτυχημένα (τουτέστιν, καταπιεστικά και ακραία) μέτρα που έχει πάρει κατά την περίοδο κορονοκατάστασης (βλ. λ.)· το βραβείο συμβολίζεται ως μια παλάμη με ανοιχτά χρυσά δάχτυλα η οποία στο κέντρο έχει έναν ολοστρόγγυλο οφθαλμό σαν όρχι.
Προηγούμενα
κορονοαμφισβητίας: άτομο που αμφισβητεί την αναγκαιότητα της κορονοκατάστασης (βλ. λ.)· άτομο που αμφισβητεί τον ίδιο τον κορονοϊό· μπορεί να είναι κορονολύκος (βλ. λ.), χωρίς αυτό να είναι απαραίτητο.
κορονοβαμπίρ: άτομο που, εξαιτίας του κορονοϊού, αρνείται να βγει από το σπίτι του· πιθανώς να πάσχει από κορονοφοβία (βλ. λ.) ή κορονοπαράνοια (βλ. λ.)· φήμες λένε ότι σταδιακά το άμεσο ηλιακό φως αρχίζει να βλάπτει τα κορονοβαμπίρ και ότι ίσως να τρέφονται με ακτινοβολία τηλεόρασης.
κορονοβλαβής: άτομο που πάντα, πάντα, φορά μάσκα και γάντια από παράλογο φόβο για τον Covid-19· άτομo που παίρνει υπερβολικά μέτρα προστασίας από παράλογο φόβο για τον Covid-19.
κορονογλείφτης: άτομο που αμφισβητεί κατά βάθος την κορονοκατάσταση (βλ. λ.), ή και τον κορονοϊό, αλλά δέχεται ό,τι του λένε οι άλλοι για την κορονοκατάσταση επειδή φοβάται ότι θα τον αποκλείσουν κοινωνικά και, άρα, θα έρθει το Τέλος του Κόσμου γι’αυτόν.
κορονογράφος: άτομο που γράφει λεξικά, ή άλλα κείμενα, για τον κορονοϊό· άτομο που γράφει λογοτεχνία ή ποίηση για τον κορονοϊό· παραδοξογράφος σε περίοδο κορονοκατάστασης (βλ. λ.).
κορονόδουλος: πολίτης χώρας κατά την περίοδο κορονοκατάστασης (βλ. λ.) ο οποίος διαμένει σε κορονοτρύπα (βλ. λ.), υφίσταται κορονοτρομοκρατία (βλ. λ.), κινδυνεύει από κορονομαστούρα (βλ. λ.), και ίσως να πάσχει από κορονοφοβία (βλ. λ.) ή κορονοπαράνοια (βλ. λ.).
κορονοθιασώτης: άτομο, συνθ. των ΜΜΕ, της κυβέρνησης, ή κάποιας οργάνωσης, το οποίο συμβάλλει ενεργά και με πάθος (και, πιθανώς, οικονομικό ή άλλο όφελος) στην εξάπλωση της κορονοτρομοκρατίας (βλ. λ.) και της κορονοκατάστασης (βλ. λ.).
κορονοϊός: το γνωστό, δημοφιλές μικρόβιο Covid-19 που έχει αγαπηθεί από τα ΜΜΕ και εξυπηρετεί τα συμφέροντα αρχόντων που θέλουν να βάζουν τον κόσμο σε παράλογα δύσκολες καταστάσεις για δικό τους όφελος.
κορονοκατάσταση: υποτιθέμενη «καραντίνα» που επικρατεί όταν παρουσιαστεί κορονοϊός, ήτοι γενική παράλυση της κοινωνίας και της οικονομίας, παράλογες διώξεις πολιτών από κορονοφρουρούς (βλ. λ.), κορονοτρομοκρατία (βλ. λ.), και τα λοιπά· καταπίεση· χούντα· καταστροφή σε μεγάλη κλίμακα.
κορονοκέφαλος: άτομο που τη βρίσκει με την κορονοκατάσταση (βλ. λ.) για διάφορους προσωπικούς λόγους· ίσως να είναι επίσης κορονογράφος (βλ. λ.).
κορονολύκος: άτομο που επαναστατεί κατά της κορονοκατάστασης (βλ. λ.), δεν δέχεται κορονοτρομοκρατία (βλ. λ.), και θέλει να κρεμάσει κορονοτυράννους (βλ. λ.)· ίσως να είναι κορονοτρελός (βλ. λ.), κορονομάγος (βλ. λ.), κορονοαμφισβητίας (βλ. λ.), ή κορονοφωτισμένος (βλ. λ.), αλλά αυτό δεν είναι απαραίτητο.
κορονομάγος: άτομο που πιστεύει ότι ο Θεός, ή άλλη υπερβατική δύναμη, έριξε τον κορονοϊό επάνω στην ανθρωπότητα επειδή η ανθρωπότητα τού φέρθηκε άσχημα (όπως, για παράδειγμα, ο Ρασπουτίν έλεγε ότι ο Θεός έριξε τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο επάνω στην ανθρωπότητα επειδή η ανθρωπότητα τού φέρθηκα άσχημα).
κορονομαστούρα: η κατάσταση κατά την οποία το άτομο συνεχώς παρακολουθεί τις εξελίξεις για τον κορονοϊό από τα ΜΜΕ, τα social media, το διαδίκτυο, και συνεχώς συζητά μόνο για τον κορονοϊό μέχρι που ο κορονοϊός γίνεται όλος ο κόσμος του.
κορονοοικολόγος: άτομο που πιστεύει ότι η κορονοκατάσταση (βλ. λ.) κάνει καλό στον πλανήτη από οικολογικής άποψης (λιγότερη ρύπανση, λιγότερα σκουπίδια – λιγότεροι άνθρωποι, βρε αδελφέ!)· (ακραίο) άτομο που πιστεύει ότι θα κάνει καλό στον πλανήτη αν ο κορονοϊός τελικά εξαφανίσει την ανθρωπότητα και αφήσει ζωντανά μόνο τα όμορφα ζωάκια!
κορονοοικονομία: είδη πρώτης ανάγκης – φαγητό και φάρμακα – και μόνο.
κορονοπαράλυση: παθολογική ασθένεια της ψυχής κατά την οποία το άτομο αισθάνεται τόσο μουδιασμένο από όσα ακούει για τον κορονοϊό (ασχέτως αν τα πιστεύει ή τα αποδέχεται) που δεν μπορεί να δράσει με κανέναν ουσιώδη τρόπο· το άτομο πιθανώς να πάσχει επίσης από κορονοφοβία (βλ. λ.) ή κορονοπαράνοια (βλ. λ.), και σίγουρα υφίσταται κορονοτρομοκρατία (βλ. λ.).
κορονοπαράνοια: παθολογικός φόβος ότι τα πάντα γύρω σου – άνθρωποι, αντικείμενα, οτιδήποτε – μεταφέρουν τον κορονοϊό· μη αποδεδειγμένα πιστεύω ότι ο κορονοϊός μπορεί να προέρχεται από τον αέρα, από κατάρες, από ηλεκτρομαγνητικά κύματα, από εξωγήινους, από τα όνειρα.
κορονοπρόβατο: άτομο που δεν αμφισβητεί ποτέ την κορονοκατάσταση (βλ. λ.) όσο κι αν βλέπει τα πάντα να καταστρέφονται γύρω του· πιθανώς να πάσχει από κρονοφοβία (βλ. λ.) ή κορονοπαράνοια (βλ. λ.), ή να είναι κορονοβαμπίρ (βλ. λ.).
κορονοστάση: η κατάσταση που επικρατεί όταν οι κορονόδουλοι (βλ. λ.) καταλαβαίνουν ότι τελικά είναι κορονόδουλοι και εξεγείρονται εναντίον της κρονοκατάστασης (βλ. λ.), των κορονοθιασωτών (βλ. λ.), και των κορονοτυράννων (βλ. λ.)· φανταστική κατάσταση που μπορεί ποτέ να μη συμβεί λόγω γενικής ύπνωσης.
κορονοτρελός: κάποιος που έχει δει ή αντιληφτεί κάτι τελείως μη συμβατικό σχετικά με τον κορονοϊό το οποίο κανένας άλλος δεν μπορεί να παραδεχτεί ως αληθινό.
κορονοτρομοκρατία: αυτό που κάνουν τα ΜΜΕ σε περίοδο κορονοκατάστασης (βλ. λ.), ή προσπαθώντας να δημιουργήσουν περίοδο κορονοκατάστασης και κορονομαστούρας (βλ. λ.).
κορονοτρύπα: η οικία πολίτη κατά την περίοδο κορονοκατάστασης (βλ. λ.).
κορονοτσάτσος: άτομο που, κατά την περίοδο κορονοκατάστασης (βλ. λ.), καρφώνει στους κορονοφρουρούς (βλ. λ.) όποιους νομίζει ότι σπάνε την «καραντίνα» ή θεωρεί επικίνδυνους να εξαπλώσουν τον κορονοϊό· βρισιά· απεχθής άνθρωπος.
κορονοτύραννος: άτομο της κυβέρνησης συνήθως (η εξωτερικός πράκτορας που «υποβοηθά» την κυβέρνηση) το οποίο επιβάλλει κορονοκατάσταση (βλ. λ.) και κορονοτρομοκρατία (βλ. λ.).
κορονοφοβία: παθολογικός φόβος ότι θα κολλήσεις τον κορονοϊό παρότι οι πιθανότητες να συμβεί αυτό είναι πολύ μικρές.
κορονοφρουρός: αστυνομικός, ή άλλος ασφαλίτης, κατά την περίοδο κορονοκατάστασης (βλ. λ.).
κορονοφωτισμένος: άτομο που πιστεύει ότι, μετά τον κορονοϊό, θα γίνουμε όλοι καλύτεροι άνθρωποι και η ανθρωπότητα γενικά θα βελτιωθεί· άτομο που πιστεύει ότι ο κορονοϊός αποτελεί ευκαιρία για να ενωθούμε όλοι και να ενδιαφερθούμε για τον πλησίον μας· άτομο που πιστεύει ότι ο κορονοϊός είναι «οργή Θεού» και έπεσε επάνω μας για τις αμαρτίες μας· (γεν.) άνθρωπος με κάποιο «υπερβατικό» πιστεύω για τον κορονοϊό.
μαύρη κορονοαγορά: οινόπνευμα.
[X]
Διευκρίνιση
Το Λεξικό Κορονοϊού που γράφω δεν είναι επίσημο. Δεν αναφέρεται σε θέματα ιατρικά, χημικά, ή βιολογικά σχετικά με τον COVID-19, ούτε σου λέει πώς να τον αντιμετωπίσεις. Το Λεξικό Κορονοϊού μου είναι λογοτεχνικού χαρακτήρα, για να σχολιάσει, με σατιρικό τρόπο, την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί με τον κορονοϊό.
[X]
27 / 4 / 2020
ΟΚ, επειδή βαρέθηκα να ανεβάζω κάθε μέρα, τελευταία, κάτι για το Λεξικό Κορονοϊού (όχι πως το έχω τελειώσει ακόμα), ας αλλάξουμε λίγο θέμα – πάλι σχετικό με τον κορονοϊό, αυτό το αξιαγάπητο παράσιτο.
Κάποιοι mainstreamοκέφαλοι φαίνεται ακόμα να πιστεύουν πως το μόνο που μπορεί να υπάρξει είναι ό,τι τους λένε τα ΜΜΕ, ό,τι τους λέει το κόμμα τους, ό,τι τους λέει η πολιτική ηγεσία τους, ό,τι τους λένε οι «επιστήμονες». Όλα τα άλλα είναι γι’αυτούς «συνωμοσιολογία». Η ίδια η καθαρή σκέψη είναι «συνωμοσιολογία» σήμερα. Το να μη σκέφτεσαι είναι το σωστό.
Θα τους έρθει μεγάλη κοτρώνα στο κεφάλι, και θα το δουν αυτό στο σύντομο μέλλον. Δεν έχουν καταλάβει το μέγεθος της απειλής αυτή την περίοδο.
Και, όχι, η πραγματική απειλή δεν είναι ο COVID-19· αυτό το αξιαγάπητο παράσιτο δεν είναι παρά η πρόφαση.
Σκέψου από πόσες πανδημίες έχει περάσει η ανθρωπότητα. Και δεν μιλάω για τον καιρό του Μαύρου Θανάτου· μιλάω για πρόσφατες πανδημίες. Ψάξ’ το αν δεν το ξέρεις ήδη. Και θα δεις από πόσες πανδημίες έχει περάσει η ανθρωπότητα μέσα στον τελευταίο αιώνα. Ποτέ ξανά δεν έπεσε τέτοια (υποτιθέμενη) καραντίνα. Επίσης, η ανθρωπότητα πέρασε κι από πολλές άλλες μολυσματικές καταστροφές, όπως η ιστορία με το Τσέρνομπιλ.
Η ανθρωπότητα ακόμα υπάρχει, παρ’ όλες αυτές τις τρομερές καταστροφές και πανδημίες.
Νομίζεις πραγματικά ότι ο COVID-19 είναι χειρότερος από αυτές;
Κοροϊδεύεις τον εαυτό σου αν το νομίζεις αυτό, γιατί πολύ απλά δεν ισχύει. Αν μη τι άλλο, ο κορονοϊός δεν έχει τόση καταστροφική δύναμη όση είχαν προηγούμενες πανδημίες. Κι όμως, κι όμως, προπαγανδίζεται ότι είναι κάτι το πρωτόφαντο και εξωφρενικό που όλοι πρέπει να τρέμουν.
Εσένα δεν σε προβληματίζει λίγο αυτό;
Αλλά τώρα δεν έχει σημασία τι πραγματικά είναι ο COVID-19. Είναι κάτι που το έφτιαξαν επίτηδες; Η «επίσημη» mainstreamοσύνη, βέβαια, λέει όχι – αυτά είναι «συνωμοσιολογία». Είναι κάτι που δημιουργήθηκε φυσικά; Ποιος ξέρει; –Όπως είπα, δεν έχει ουσιαστικά σημασία.
Σημασία έχει ένα πράγμα: ότι κάποιοι χρησιμοποιούν τον COVID-19 για να προκαλέσουν δραματικές αλλαγές μέσα στην ανθρώπινη κοινωνία, συμπεριλαμβάνοντας αναπόφευκτα την οικονομία.
Και νομίζεις αληθινά ότι το κάνουν για το καλό σου; Σου λένε ότι το κάνουν για το καλό σου επειδή, αν σου έλεγαν οτιδήποτε άλλο, θα ήταν εξωφρενικό. Αν αυτές οι αλλαγές γίνονταν μια τυχαία στιγμή, χωρίς να υπάρχει πανδημία, χωρίς να υπάρχει εξαπλωμένος τρόμος παντού, κανείς δεν θα τις δεχόταν, όλοι θα εξεγείρονταν. Τώρα, υποτίθεται ότι αυτές οι αλλαγές γίνονται για το καλό σου.
Αλλά μη γελιέσαι. Δεν είναι για το καλό σου. Είναι για το κακό σου.
Αν ήθελαν να πάρουν μέτρα, μπορούσαν να ήταν πιο λογικά μέτρα. Αλλά δεν είναι, και αυτό είναι εσκεμμένο.
Ο σκοπός είναι καταφανής: Η οικονομία, ο ακρογωνιαίος λίθος όλων των κοινωνιών πάντα, πρέπει να καταστραφεί επειδή κάποιοι έτσι το θέλουν. Και είναι πραγματικά να αναρωτιέσαι ποιοι, γιατί οι πολιτικές εξουσίες δεν φαίνεται πια να κάνουν κουμάντο σ’αυτό τον πλανήτη. Ποιος κάνει κουμάντο; Κάποιες κλίκες κωλογιατρών; Από πότε; Κάποιος άλλος κάνει κουμάντο που δεν θέλει να σου δείξει τη φάτσα του; Ποιος διάολος παίρνει αυτές τις καταστροφικές αποφάσεις που όλοι πρέπει, αδιαμαρτύρητα, παγκοσμίως, να υπακούσουν;
Ακόμα νομίζεις ότι είναι για το καλό σου;
Νομίζεις ότι αυτή η υπόθεση θα τελειώσει μες στον μήνα που μας έρχεται και μετά όλα θα είναι εντάξει;
Περίμενε να δεις τι θα έχει γίνει ύστερα από 5-6 μήνες – και μακάρι να βγω ψεύτης. Αλλά εκείνο που μου φαίνεται πιο πιθανό είναι ότι σε θέλουν για δούλο. Θέλουν να μην έχεις να φας, να μην έχεις λεφτά, να είσαι ευάλωτος, να δέχεσαι να δουλέψεις υπό οποιεσδήποτε συνθήκες σαν σκλάβος και να είσαι κι ευχαριστημένος. Θέλουν να φοβάσαι (τον κορονοϊό ανάμεσα σε άλλα) και ο φόβος σου να σε κρατά περιορισμένο και να μη μιλάς. Δεν θέλουν να κινείσαι ελεύθερα μέσα στην ίδια την πόλη και τη χώρα σου, για να μπορούν να ελέγχουν τις κινήσεις σου και να ξέρουν πού είσαι. Θέλουν να κάνεις αγορές και να έχεις επικοινωνία μέσω ηλεκτρονικών συσκευών γιατί στους υπολογιστές τα πάντα καταγράφονται σε log πανεύκολα, και θέλουν να ξέρουν τι λες, τι έχεις πει, τι αγοράζεις, και τι έχεις αγοράσει. Θέλουν να μη βρίσκεις τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που ζητάς για να είσαι περιορισμένος και ελεγχόμενος. Θέλουν να φοβάσαι συνέχεια για την υγεία σου, ακόμα κι αν είναι να φοβάσαι φαντάσματα. Θέλουν να σε κάνουν να θέλεις να είσαι δούλος για να σωθείς (υποτίθεται) ενώ, στην πραγματικότητα, οδηγείσαι στην καταστροφή σου.
*
Όσοι έρχονται τακτικά και με διαβάζουν εδώ θα έχουν απορήσει. Εγώ ποτέ δεν ασχολιόμουν παρά ελάχιστα με πολιτικά θέματα, και δεν είμαι με κανένα κόμμα. Τι μου συμβαίνει; Κάτι με έχει καταλάβει; Ο κορονοϊός, μήπως; Όχι. Ένας δαίμονας με έχει καταλάβει. Ένας πολύ οργισμένος δαίμονας. Γιατί δεν μπορώ να βλέπω κάποιους απατεώνες να καταστρέφουν την πόλη μου και τη χώρα μου και τον πλανήτη μου με τέτοιο ξεδιάντροπα χυδαίο τρόπο.
Αν κάποιος νομίζει ότι αυτό που συμβαίνει τώρα, από πολιτικής άποψης, είναι κάτι λιγότερο από τη χειρότερη καταστροφή που έχει συμβεί τα τελευταία 100 χρόνια, είναι μακράν παραπλανημένος.
Και ξέρεις κάτι; Εγώ «εξωγήινος» ήμουν ανέκαθεν σ’αυτό τον κόσμο. Είμαι από τους τελευταίους που θα τους πλήξει οτιδήποτε συμβεί εδώ πέρα, όπως και η καραντίνα Χούντα της Μεγάλης Πανούκλας δεν με έχει επηρεάσει παρά ελάχιστα. Αλλά τον είχα συμπαθήσει αυτό τον γαμημένο πλανήτη.
Κρίμα που θα τον κάνουν κομμάτια... αν τους αφήσετε.
26 / 4 / 2020
κορονοβαμπίρ: άτομο που, εξαιτίας του κορονοϊού, αρνείται να βγει από το σπίτι του· πιθανώς να πάσχει από κορονοφοβία (βλ. λ.) ή κορονοπαράνοια (βλ. λ.)· φήμες λένε ότι σταδιακά το άμεσο ηλιακό φως αρχίζει να βλάπτει τα κορονοβαμπίρ και ότι ίσως να τρέφονται με ακτινοβολία τηλεόρασης.
κορονοαμφισβητίας: άτομο που αμφισβητεί την αναγκαιότητα της κορονοκατάστασης (βλ. λ.)· άτομο που αμφισβητεί τον ίδιο τον κορονοϊό· μπορεί να είναι κορονολύκος (βλ. λ.), χωρίς αυτό να είναι απαραίτητο.
κορονοοικονομία: είδη πρώτης ανάγκης – φαγητό και φάρμακα – και μόνο.
μαύρη κορονοαγορά: οινόπνευμα.
Προηγούμενα
κορονοβλαβής: άτομο που πάντα, πάντα, φορά μάσκα και γάντια από παράλογο φόβο για τον Covid-19· άτομo που παίρνει υπερβολικά μέτρα προστασίας από παράλογο φόβο για τον Covid-19.
κορονογλείφτης: άτομο που αμφισβητεί κατά βάθος την κορονοκατάσταση (βλ. λ.), ή και τον κορονοϊό, αλλά δέχεται ό,τι του λένε οι άλλοι για την κορονοκατάσταση επειδή φοβάται ότι θα τον αποκλείσουν κοινωνικά και, άρα, θα έρθει το Τέλος του Κόσμου γι’αυτόν.
κορονογράφος: άτομο που γράφει λεξικά, ή άλλα κείμενα, για τον κορονοϊό· άτομο που γράφει λογοτεχνία ή ποίηση για τον κορονοϊό· παραδοξογράφος σε περίοδο κορονοκατάστασης (βλ. λ.).
κορονόδουλος: πολίτης χώρας κατά την περίοδο κορονοκατάστασης (βλ. λ.) ο οποίος διαμένει σε κορονοτρύπα (βλ. λ.), υφίσταται κορονοτρομοκρατία (βλ. λ.), κινδυνεύει από κορονομαστούρα (βλ. λ.), και ίσως να πάσχει από κορονοφοβία (βλ. λ.) ή κορονοπαράνοια (βλ. λ.).
κορονοθιασώτης: άτομο, συνθ. των ΜΜΕ, της κυβέρνησης, ή κάποιας οργάνωσης, το οποίο συμβάλλει ενεργά και με πάθος (και, πιθανώς, οικονομικό ή άλλο όφελος) στην εξάπλωση της κορονοτρομοκρατίας (βλ. λ.) και της κορονοκατάστασης (βλ. λ.).
κορονοϊός: το γνωστό, δημοφιλές μικρόβιο Covid-19 που έχει αγαπηθεί από τα ΜΜΕ και εξυπηρετεί τα συμφέροντα αρχόντων που θέλουν να βάζουν τον κόσμο σε παράλογα δύσκολες καταστάσεις για δικό τους όφελος.
κορονοκατάσταση: υποτιθέμενη «καραντίνα» που επικρατεί όταν παρουσιαστεί κορονοϊός, ήτοι γενική παράλυση της κοινωνίας και της οικονομίας, παράλογες διώξεις πολιτών από κορονοφρουρούς (βλ. λ.), κορονοτρομοκρατία (βλ. λ.), και τα λοιπά· καταπίεση· χούντα· καταστροφή σε μεγάλη κλίμακα.
κορονοκέφαλος: άτομο που τη βρίσκει με την κορονοκατάσταση (βλ. λ.) για διάφορους προσωπικούς λόγους· ίσως να είναι επίσης κορονογράφος (βλ. λ.).
κορονολύκος: άτομο που επαναστατεί κατά της κορονοκατάστασης (βλ. λ.), δεν δέχεται κορονοτρομοκρατία (βλ. λ.), και θέλει να κρεμάσει κορονοτυράννους (βλ. λ.)· ίσως να είναι κορονοτρελός (βλ. λ.), κορονομάγος (βλ. λ.), κορονοαμφισβητίας (βλ. λ.), ή κορονοφωτισμένος (βλ. λ.), αλλά αυτό δεν είναι απαραίτητο.
κορονομάγος: άτομο που πιστεύει ότι ο Θεός, ή άλλη υπερβατική δύναμη, έριξε τον κορονοϊό επάνω στην ανθρωπότητα επειδή η ανθρωπότητα τού φέρθηκε άσχημα (όπως, για παράδειγμα, ο Ρασπουτίν έλεγε ότι ο Θεός έριξε τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο επάνω στην ανθρωπότητα επειδή η ανθρωπότητα τού φέρθηκα άσχημα).
κορονομαστούρα: η κατάσταση κατά την οποία το άτομο συνεχώς παρακολουθεί τις εξελίξεις για τον κορονοϊό από τα ΜΜΕ, τα social media, το διαδίκτυο, και συνεχώς συζητά μόνο για τον κορονοϊό μέχρι που ο κορονοϊός γίνεται όλος ο κόσμος του.
κορονοοικολόγος: άτομο που πιστεύει ότι η κορονοκατάσταση (βλ. λ.) κάνει καλό στον πλανήτη από οικολογικής άποψης (λιγότερη ρύπανση, λιγότερα σκουπίδια – λιγότεροι άνθρωποι, βρε αδελφέ!)· (ακραίο) άτομο που πιστεύει ότι θα κάνει καλό στον πλανήτη αν ο κορονοϊός τελικά εξαφανίσει την ανθρωπότητα και αφήσει ζωντανά μόνο τα όμορφα ζωάκια!
κορονοπαράλυση: παθολογική ασθένεια της ψυχής κατά την οποία το άτομο αισθάνεται τόσο μουδιασμένο από όσα ακούει για τον κορονοϊό (ασχέτως αν τα πιστεύει ή τα αποδέχεται) που δεν μπορεί να δράσει με κανέναν ουσιώδη τρόπο· το άτομο πιθανώς να πάσχει επίσης από κορονοφοβία (βλ. λ.) ή κορονοπαράνοια (βλ. λ.), και σίγουρα υφίσταται κορονοτρομοκρατία (βλ. λ.).
κορονοπαράνοια: παθολογικός φόβος ότι τα πάντα γύρω σου – άνθρωποι, αντικείμενα, οτιδήποτε – μεταφέρουν τον κορονοϊό· μη αποδεδειγμένα πιστεύω ότι ο κορονοϊός μπορεί να προέρχεται από τον αέρα, από κατάρες, από ηλεκτρομαγνητικά κύματα, από εξωγήινους, από τα όνειρα.
κορονοπρόβατο: άτομο που δεν αμφισβητεί ποτέ την κορονοκατάσταση (βλ. λ.) όσο κι αν βλέπει τα πάντα να καταστρέφονται γύρω του· πιθανώς να πάσχει από κρονοφοβία (βλ. λ.) ή κορονοπαράνοια (βλ. λ.), ή να είναι κορονοβαμπίρ (βλ. λ.).
κορονοστάση: η κατάσταση που επικρατεί όταν οι κορονόδουλοι (βλ. λ.) καταλαβαίνουν ότι τελικά είναι κορονόδουλοι και εξεγείρονται εναντίον της κρονοκατάστασης (βλ. λ.), των κορονοθιασωτών (βλ. λ.), και των κορονοτυράννων (βλ. λ.)· φανταστική κατάσταση που μπορεί ποτέ να μη συμβεί λόγω γενικής ύπνωσης.
κορονοτρελός: κάποιος που έχει δει ή αντιληφτεί κάτι τελείως μη συμβατικό σχετικά με τον κορονοϊό το οποίο κανένας άλλος δεν μπορεί να παραδεχτεί ως αληθινό.
κορονοτρομοκρατία: αυτό που κάνουν τα ΜΜΕ σε περίοδο κορονοκατάστασης (βλ. λ.), ή προσπαθώντας να δημιουργήσουν περίοδο κορονοκατάστασης και κορονομαστούρας (βλ. λ.).
κορονοτρύπα: η οικία πολίτη κατά την περίοδο κορονοκατάστασης (βλ. λ.).
κορονοτσάτσος: άτομο που, κατά την περίοδο κορονοκατάστασης (βλ. λ.), καρφώνει στους κορονοφρουρούς (βλ. λ.) όποιους νομίζει ότι σπάνε την «καραντίνα» ή θεωρεί επικίνδυνους να εξαπλώσουν τον κορονοϊό· βρισιά· απεχθής άνθρωπος.
κορονοτύραννος: άτομο της κυβέρνησης συνήθως (η εξωτερικός πράκτορας που «υποβοηθά» την κυβέρνηση) το οποίο επιβάλλει κορονοκατάσταση (βλ. λ.) και κορονοτρομοκρατία (βλ. λ.).
κορονοφοβία: παθολογικός φόβος ότι θα κολλήσεις τον κορονοϊό παρότι οι πιθανότητες να συμβεί αυτό είναι πολύ μικρές.
κορονοφρουρός: αστυνομικός, ή άλλος ασφαλίτης, κατά την περίοδο κορονοκατάστασης (βλ. λ.).
κορονοφωτισμένος: άτομο που πιστεύει ότι, μετά τον κορονοϊό, θα γίνουμε όλοι καλύτεροι άνθρωποι και η ανθρωπότητα γενικά θα βελτιωθεί· άτομο που πιστεύει ότι ο κορονοϊός αποτελεί ευκαιρία για να ενωθούμε όλοι και να ενδιαφερθούμε για τον πλησίον μας· άτομο που πιστεύει ότι ο κορονοϊός είναι «οργή Θεού» και έπεσε επάνω μας για τις αμαρτίες μας· (γεν.) άνθρωπος με κάποιο «υπερβατικό» πιστεύω για τον κορονοϊό.
[X]
Διευκρίνιση
Το Λεξικό Κορονοϊού που γράφω δεν είναι επίσημο. Δεν αναφέρεται σε θέματα ιατρικά, χημικά, ή βιολογικά σχετικά με τον COVID-19, ούτε σου λέει πώς να τον αντιμετωπίσεις. Το Λεξικό Κορονοϊού μου είναι λογοτεχνικού χαρακτήρα, για να σχολιάσει, με σατιρικό τρόπο, την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί με τον κορονοϊό.
[X]