Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
17 / 5 / 2020

Είχα δει από καιρό την ταινία Captain Blood – παλιά ταινία αλλά αρκετά καλή, ακόμα και για τα σημερινά δεδομένα. Μου άρεσε το γεγονός ότι ήταν, επιτέλους, μια σοβαρή ταινία με πειρατές – κάτι που μοιάζει να προσπαθεί να εκλείψει τελευταία.

Είχα, λοιπόν, υπόψη μου να διαβάσω και το ομώνυμο βιβλίο στο οποίο είναι βασισμένη η ταινία, αλλά όλο κάτι άλλο τύχαινε και το άφηνα για μετά. Τώρα ήρθε πια η ώρα του. Και ανακάλυψα, μάλιστα, ότι δεν είναι ένα, αλλά ολόκληρη τριλογία. Είπα να ξεκινήσω από το πρώτο, και βλέπουμε. Έχω διαβάσει περίπου το μισό μέχρι στιγμής, και οι εντυπώσεις μου είναι καλές, αν και κάποια πράγματα μέσα στο βιβλίο είναι, αναμενόμενα, απαρχαιωμένα.

Είναι γραμμένο σε ανοιχτή οπτική γωνία τρίτου προσώπου αλλά με εξωτερικό αφηγητή ο οποίος γίνεται φανερός: δηλαδή, κάνει σχέδια, κριτικάρει ακόμα και τους χαρακτήρες σε κάποιες περιπτώσεις – τις πράξεις τους, τις νοοτροπίες τους. Αυτό γενικά δεν είναι κάτι που μου αρέσει. Παρότι είμαι λάτρης της ανοιχτής οπτικής γωνίας τρίτου προσώπου, μου φαίνεται λιγάκι κιτς να υπάρχει αφηγητής-παντογνώστης που κάνει τέτοια σχόλια μες στην ιστορία. Ωστόσο, αν είναι να γράψεις κάτι τέτοιο, δεν θα μπορούσα να φανταστώ καλύτερο τρόπο για να το κάνεις απ’ό,τι ο Sabatini, ο συγγραφέας του Captain Blood. Στην αρχή νόμιζα ότι απλά θα ήταν ένας τελείως απρόσωπος, ξεκάρφωτος αφηγητής-παντογνώστης· μετά, όμως, διαπίστωσα ότι γράφει μες στο βιβλίο πώς έμαθε για τις περιπέτειες του Captain Blood, ποιες είναι οι πηγές του· κι αυτό, τουλάχιστον, δίνει κάποια ουσία στην ύπαρξη αφηγητή.

Ένα άλλο θέμα είναι ο διάλογος. Παρότι δεν είναι γενικά κακός – είναι αρκετά πνευματώδης, ακόμα και για τα δικά μου γούστα – μοιάζει κι αυτός απαρχαιωμένος. Χρησιμοποιούνται εκφράσεις και λεξιλόγιο που σήμερα θα θεωρούσες αστείο να χρησιμοποιήσεις.

Και ο βασικός χαρακτήρας, ο Peter Blood, κάπου-κάπου νομίζεις ότι παραείναι τέλειος για να είναι πραγματικός. Υπάρχει τίποτα δεν μπορεί να κάνει καλά; Είναι τρομερός γιατρός, τρομερός μαχητές, πολύ έξυπνος, ξέρει να κρίνει τον χαρακτήρα των άλλων, είναι ετοιμόλογος και πειστικός, έχει αρχηγική παρουσία...

Παρ’όλ’ αυτά, η ιστορία εξελίσσεται μέχρι στιγμής σε μια εξαιρετική πειρατική περιπέτεια που σήμερα δύσκολα συναντάς παρόμοια. Έχει κάτι το οποίο σε συνεπαίρνει και διαβάζεις ακάθεκτος τη μια σελίδα μετά την άλλη.

 

 

Επίσης . . .

Γιατί Δεν μας Αρέσει η Παράδοσή μας;


Οι συγγραφείς φανταστικής λογοτεχνίας, στην Ελλάδα, έχουν αρκετές φορές κατηγορηθεί από διάφορους ότι δεν τους αρέσει η ελληνική παράδοση, ότι δεν τη χρησιμοποιούν μέσα στις ιστορίες τους αλλά χρησιμοποιούν την «ξένη» παράδοση.

Ή, μάλλον, αυτό είναι αρκετά γενικό· δεν ισχύει για όλους τους συγγραφείς φαντασίας στην Ελλάδα. Υπάρχουν και ορισμένοι που, φανατικά μάλιστα, γράφουν ιστορίες με έντονη βάση στην ελληνική παράδοση. Αλλά το κάνουν μόνο ορισμένοι, και καλό είναι αφού τους αρέσει. Όμως δεν το κάνουν όλοι, και όσοι δεν το κάνουν έχουν συχνά μπει στο στόχαστρο. Έχουν ακουστεί διάφορα άσχημα λόγια, ότι δεν είναι «αρκετά ελληνικά» αυτά που γράφουν, ότι «δεν τους αρέσει η Ελλάδα», ότι «είναι ξενόφερτη η θεματολογία τους», και παρόμοια μαργαριτάρια.

Κάποιοι φαίνεται να νομίζουν ότι, αν είσαι Έλληνας, πρέπει συνέχεια να γράφεις για τον Δία και τον Ηρακλή, για την Ελληνική Επανάσταση, ή για την καταστροφή της Σμύρνης· για τη Χούντα, για τον Εμφύλιο, ή για την Αντίσταση. Οτιδήποτε άλλο απαγορεύεται! Αν είσαι Έλληνας. Αν είσαι ξένος, εντάξει, όλα καλά· γράψε ό,τι γουστάρεις, βρε αδελφέ. Αλλά, αν είσαι Έλληνας, πρέπει να έχεις περιορισμένη θεματολογία. Για κάποιο μυστηριώδη λόγο.

Αυτό, βέβαια, πάει κόντρα στη νοοτροπία της φανταστικής λογοτεχνίας που – όπως το βλέπω εγώ, τουλάχιστον – είναι να εξερευνάς συνεχώς καινούργια πράγματα και καινούργιες ιδέες.

Εννοείται πως είναι προκατειλημμένο και κακόηθες να κατηγορεί κανείς τους συγγραφείς φαντασίας ότι αυτά που γράφουν «δεν είναι αρκετά ελληνικά», όμως κανείς δεν φαίνεται να αναρωτιέται γιατί αυτοί οι συγγραφείς δεν χρησιμοποιούν την ελληνική παράδοση στη λογοτεχνία τους.

[Συνέχισε να διαβάζεις]

 

Επιλογές Ιουλίου (21/7)


αμφιλεγόμενα κινούμενα σχέδια, και The New Northland (του Louis Pope Gratacap – 1915), και Jasmine Becket-Griffith & David Van Gough (παραμυθένια, νεκροσουρεαλιστική τέχνη), και ελληνικοί μύθοι σε ταινίες, και The Cube (του Jim Henson – 1969), και η λεηλασία της επιστημονικής φαντασίας (από τους σύγχρονους τεχνολογικούς γίγαντες), και The Cosmic Dope (φιλμ ΕΦ μικρού μήκους), και Δαιμονικά, Χίμαιρες, & το Γκροτέσκο στη Γαλλική Γοτθική Γλυπτική, και το Ατελιέ Heinrichs & Bachmann (εξώφυλλα για βιβλία φαντασίας: ’60–’80), και Clifford D. Simak (μυθιστορήματα ηρωικής φαντασίας), και Bob Peak (τέχνη από την ταινία Excalibur), και Sweets to the Sweet (ο Robert Bloch στην οθόνη), και Richard Powers (ψυχεδελικοσουρεαλιστική τέχνη εξώφυλλων φαντασίας), και: ακόμα περισσότερα στο LinX...

 

Η Πολιτική της Φανταστικής Λογοτεχνίας


Η φανταστική λογοτεχνία είναι γεμάτη μονάρχες, ευγενείς, και αριστοκρατία. Το ίδιο (παραδόξως;) ισχύει και για την επιστημονική φαντασία (ή, μήπως, θα έπρεπε απλά να την πούμε φαντασία στο διάστημα;), όπως στο Dune του Herbert, ή, για ένα ακόμα πιο παλιό παράδειγμα, όπως στο Princess of Mars και τις συνέχειές του, του Burroughs. Σε όλα αυτά τα βιβλία έχουμε βασιλιάδες και βασίλισσες, πρίγκιπες και πριγκίπισσες, και κάθε είδους τρελό ή ηρωικό αριστοκράτη.

Πολλοί έχουν – εύλογα, ίσως – αναρωτηθεί γιατί. Γιατί, βρε παιδιά, τόση αριστοκρατία στη φανταστική λογοτεχνία; Γιατί ένα τέτοιο ξεπερασμένο πολιτικό σύστημα;

Για το Dune, συγκεκριμένα, είχα διαβάσει κάποιον να σχολιάζει ότι η κοινωνία του είναι «οπισθοδρομική». Και ίσως όντως να είναι... Δηλαδή, αναλογιστείτε: αυτοί οι άνθρωποι ταξιδεύουν στο διάστημα, αλλά ακόμα έχουν δούκες και βαρόνους; Δεν έχουν αντιληφτεί την έννοια της δημοκρατίας; Μαλάκες είναι;

Δε νομίζω, όμως, ότι όσοι σκέφτονται έτσι σκέφτονται σωστά ακριβώς. Η φανταστική λογοτεχνία (περιλαμβάνοντας και αυτή που είναι στο διάστημα, ή σε άλλους πλανήτες) δεν υποτίθεται ότι είναι για να σχολιάσει την κοινωνία, ή για να μεταδώσει κοινωνικές ή πολιτικές αξίες. Ανέκαθεν ο σκοπός της φανταστικής λογοτεχνίας ήταν να μας κάνει να βιώσουμε συναρπαστικές περιπέτειες σε μαγευτικούς κόσμους.

Και δεν μπορείς να το κάνεις αυτό με δημοκρατικό πολίτευμα, ρε άνθρωπε; Γιατί;

[Συνέχισε να διαβάζεις]