Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
29 / 7 / 2023

Το 2022 είχα διαβάσει, εκτός των άλλων, και το Thongor and the Wizard of Lemuria, του Lin Carter. Πραγματικά, δεν μου είχε κάνει και τόσο καλή εντύπωση, όπως είχα γράψει και εδώ, στα Σκιώδη Παραλειπόμενα. Είχα, ωστόσο, υπόψη μου να διαβάσω και καμιά συνέχειά του... αλλά δεν βιαζόμουν κιόλας.

Και είχα σχηματίσει μια όχι και τόσο καλή εικόνα για τον Lin Carter, για να είμαι ειλικρινής. Νόμιζα ότι όλα όσα λέγονται γι’αυτόν ίσως και να είναι hype. Ότι ο Carter ίσως να είναι από εκείνους τους παλιούς συγγραφείς που, ναι μεν, συζητιούνται πολύ αλλά, όταν τους διαβάσεις, διαπιστώνεις ότι δεν είναι και τόσο καλοί ως συγγραφείς, ή είναι τελείως κλισέ.

Νομίζω πως είχα διαβάσει και κάτι άλλο παλιότερα του Lin Carter και πάλι δεν μου είχε κάνει καλή εντύπωση. Κάποιο διήγημα, αν δεν κάνω λάθος.

Τώρα είχε πέσει στα χέρια μου η σειρά Gondwane, και είπα «Δε βαριέσαι, ας ρίξουμε μια ματιά»: και έχω πάθει την πλάκα μου. Τώρα μόλις άρχισα να διαβάζω το The Warrior of World's End και μου φαίνεται εξωφρενικά καλό. Αν συνεχίσει έτσι, ίσως αυτά να γίνουν από τα αγαπημένα μου βιβλία.

Πρώτον, παρουσιάζουν έναν πολύ δημιουργικά φτιαγμένο φανταστικό κόσμο που εμένα, τουλάχιστον, αμέσως με μάγεψε. Κι αυτό μέσα στις πρώτες σελίδες μόνο.

Δεύτερον: αν και φαίνεται η ιστορία να ασχολείται πάλι με έναν υπεράνθρωπο ήρωα, δεν μου μοιάζει ο ήρωας να είναι ακριβώς το συνηθισμένο της περίπτωσής του. Επιπλέον, όλα, μέχρι εδώ που έχω διαβάσει τουλάχιστον, παρουσιάζονται μ’έναν τρόπο που επίσης είναι ασυνήθιστος σε αυτού του τύπου την ιστορία. Δεν είσαι πλάι στον ήρωα, αλλά διαβάζεις εξωτερικά γι’αυτόν, πώς τον βλέπουν οι άλλοι, και τι γίνεται γενικά στον κόσμο. Και ο ήρωας είναι ένα αίνιγμα μέσα σ’ένα μαγευτικό σκηνικό.

Πού ήταν κρυμμένη τόσο καιρό αυτή η σειρά;

 

 

Επίσης . . .

Γιατί Δεν μας Αρέσει η Παράδοσή μας;


Οι συγγραφείς φανταστικής λογοτεχνίας, στην Ελλάδα, έχουν αρκετές φορές κατηγορηθεί από διάφορους ότι δεν τους αρέσει η ελληνική παράδοση, ότι δεν τη χρησιμοποιούν μέσα στις ιστορίες τους αλλά χρησιμοποιούν την «ξένη» παράδοση.

Ή, μάλλον, αυτό είναι αρκετά γενικό· δεν ισχύει για όλους τους συγγραφείς φαντασίας στην Ελλάδα. Υπάρχουν και ορισμένοι που, φανατικά μάλιστα, γράφουν ιστορίες με έντονη βάση στην ελληνική παράδοση. Αλλά το κάνουν μόνο ορισμένοι, και καλό είναι αφού τους αρέσει. Όμως δεν το κάνουν όλοι, και όσοι δεν το κάνουν έχουν συχνά μπει στο στόχαστρο. Έχουν ακουστεί διάφορα άσχημα λόγια, ότι δεν είναι «αρκετά ελληνικά» αυτά που γράφουν, ότι «δεν τους αρέσει η Ελλάδα», ότι «είναι ξενόφερτη η θεματολογία τους», και παρόμοια μαργαριτάρια.

Κάποιοι φαίνεται να νομίζουν ότι, αν είσαι Έλληνας, πρέπει συνέχεια να γράφεις για τον Δία και τον Ηρακλή, για την Ελληνική Επανάσταση, ή για την καταστροφή της Σμύρνης· για τη Χούντα, για τον Εμφύλιο, ή για την Αντίσταση. Οτιδήποτε άλλο απαγορεύεται! Αν είσαι Έλληνας. Αν είσαι ξένος, εντάξει, όλα καλά· γράψε ό,τι γουστάρεις, βρε αδελφέ. Αλλά, αν είσαι Έλληνας, πρέπει να έχεις περιορισμένη θεματολογία. Για κάποιο μυστηριώδη λόγο.

Αυτό, βέβαια, πάει κόντρα στη νοοτροπία της φανταστικής λογοτεχνίας που – όπως το βλέπω εγώ, τουλάχιστον – είναι να εξερευνάς συνεχώς καινούργια πράγματα και καινούργιες ιδέες.

Εννοείται πως είναι προκατειλημμένο και κακόηθες να κατηγορεί κανείς τους συγγραφείς φαντασίας ότι αυτά που γράφουν «δεν είναι αρκετά ελληνικά», όμως κανείς δεν φαίνεται να αναρωτιέται γιατί αυτοί οι συγγραφείς δεν χρησιμοποιούν την ελληνική παράδοση στη λογοτεχνία τους.

[Συνέχισε να διαβάζεις]

 

Επιλογές Ιουλίου (21/7)


αμφιλεγόμενα κινούμενα σχέδια, και The New Northland (του Louis Pope Gratacap – 1915), και Jasmine Becket-Griffith & David Van Gough (παραμυθένια, νεκροσουρεαλιστική τέχνη), και ελληνικοί μύθοι σε ταινίες, και The Cube (του Jim Henson – 1969), και η λεηλασία της επιστημονικής φαντασίας (από τους σύγχρονους τεχνολογικούς γίγαντες), και The Cosmic Dope (φιλμ ΕΦ μικρού μήκους), και Δαιμονικά, Χίμαιρες, & το Γκροτέσκο στη Γαλλική Γοτθική Γλυπτική, και το Ατελιέ Heinrichs & Bachmann (εξώφυλλα για βιβλία φαντασίας: ’60–’80), και Clifford D. Simak (μυθιστορήματα ηρωικής φαντασίας), και Bob Peak (τέχνη από την ταινία Excalibur), και Sweets to the Sweet (ο Robert Bloch στην οθόνη), και Richard Powers (ψυχεδελικοσουρεαλιστική τέχνη εξώφυλλων φαντασίας), και: ακόμα περισσότερα στο LinX...

 

Η Πολιτική της Φανταστικής Λογοτεχνίας


Η φανταστική λογοτεχνία είναι γεμάτη μονάρχες, ευγενείς, και αριστοκρατία. Το ίδιο (παραδόξως;) ισχύει και για την επιστημονική φαντασία (ή, μήπως, θα έπρεπε απλά να την πούμε φαντασία στο διάστημα;), όπως στο Dune του Herbert, ή, για ένα ακόμα πιο παλιό παράδειγμα, όπως στο Princess of Mars και τις συνέχειές του, του Burroughs. Σε όλα αυτά τα βιβλία έχουμε βασιλιάδες και βασίλισσες, πρίγκιπες και πριγκίπισσες, και κάθε είδους τρελό ή ηρωικό αριστοκράτη.

Πολλοί έχουν – εύλογα, ίσως – αναρωτηθεί γιατί. Γιατί, βρε παιδιά, τόση αριστοκρατία στη φανταστική λογοτεχνία; Γιατί ένα τέτοιο ξεπερασμένο πολιτικό σύστημα;

Για το Dune, συγκεκριμένα, είχα διαβάσει κάποιον να σχολιάζει ότι η κοινωνία του είναι «οπισθοδρομική». Και ίσως όντως να είναι... Δηλαδή, αναλογιστείτε: αυτοί οι άνθρωποι ταξιδεύουν στο διάστημα, αλλά ακόμα έχουν δούκες και βαρόνους; Δεν έχουν αντιληφτεί την έννοια της δημοκρατίας; Μαλάκες είναι;

Δε νομίζω, όμως, ότι όσοι σκέφτονται έτσι σκέφτονται σωστά ακριβώς. Η φανταστική λογοτεχνία (περιλαμβάνοντας και αυτή που είναι στο διάστημα, ή σε άλλους πλανήτες) δεν υποτίθεται ότι είναι για να σχολιάσει την κοινωνία, ή για να μεταδώσει κοινωνικές ή πολιτικές αξίες. Ανέκαθεν ο σκοπός της φανταστικής λογοτεχνίας ήταν να μας κάνει να βιώσουμε συναρπαστικές περιπέτειες σε μαγευτικούς κόσμους.

Και δεν μπορείς να το κάνεις αυτό με δημοκρατικό πολίτευμα, ρε άνθρωπε; Γιατί;

[Συνέχισε να διαβάζεις]