Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
10 / 3 / 2022

Κατάφερα επιτέλους να δω το Matrix Resurrections, πράγμα που ήθελα πολύ να κάνω γιατί είχα ακούσει διάφορα γι’αυτή την ταινία και, μάλιστα, ορισμένα πολύ αντικρουόμενα. Δεν είχα διαβάσει πιο αναλυτικές κριτικές, ούτε την πλοκή της ταινίας, γιατί δεν ήθελα spoilers προτού την παρακολουθήσω για πρώτη φορά.

Όπως αποδείχτηκε, η ταινία ήταν, κατά τη γνώμη μου, καλή. Μου άρεσε πολύ περισσότερο από τη δεύτερη ταινία του Matrix, η οποία ήταν χάλια, και δεν μπορώ να τη συγκρίνω με την πρώτη και την τρίτη ταινία, διότι είναι τελείως άλλο πράγμα.

Μια αρκετά αρνητική κριτική που άκουγα εδώ και καιρό για το Matrix Resurrections είναι πως ο Νίο φαίνεται τελικά ότι είναι κάποιος ψυχοπαθής που έβλεπε παραισθήσεις και η όλη θεματολογία του Matrix αποδομείται. Περίμενα αυτό να αληθεύει: ότι ο Νίο ήταν θύμα μυστικών υπηρεσιών, ή κάτι τέτοιο, που τον έκαναν να έχει παραισθήσεις για μια «εικονική πραγματικότητα».

Δεν είναι, όμως, έτσι τα πράγματα. Ο Νίο έχει όντως παραισθήσεις στο Matrix Resurrections, και όντως νομίζει ότι όλα ήταν στο μυαλό του, αλλά επειδή οι άρχοντες του Matrix τον έχουν κάνει να το νομίσει αυτό. Χρησιμοποιώντας τεχνικές πλύσης εγκεφάλου τον έχουν εξαπατήσει και παγιδέψει μέσα σε μια εικονική πραγματικότητα όπου πιστεύει ότι είναι ο κατασκευαστής ενός ηλεκτρονικού παιχνιδιού το οποίο ονομάζεται Matrix, και έχει παραισθήσεις επειδή δεν μπορεί να ξεχωρίσει την «πραγματικότητα» από το παιχνίδι.

Η θεματολογία του Matrix δεν καταρρίπτεται. Αν μη τι άλλο, ενισχύεται. Το Matrix εξακολουθεί να υπάρχει: ο Νίο λίγο πριν από τα μισά της ταινίας «αφυπνίζεται» και αρχίζει να θυμάται. Τα πράγματα, όμως, έχουν αλλάξει. Ο αληθινός κόσμος έχει αλλάξει· οι άνθρωποι έχουν συμμάχους ακόμα και μηχανές που πολεμάνε άλλες μηχανές. Το όλο σκηνικό είναι στα όρια να θυμίζει Star Wars. Οι μηχανικές οντότητες είναι τόσο γαμάτα φτιαγμένες που θα ήθελα μία για κατοικίδιο!

Η αισθητική της ταινίας είναι λίγο διαφορετική από τις προηγούμενες. Ακόμα και οι δυνάμεις του Νίο μέσα στο Matrix είναι λίγο διαφορετικές. Τώρα μού φαινόταν περισσότερο σαν κάποιου είδους μάγος ικανός να αλλοιώνει την ψευδή πραγματικότητα παρά σαν αυτό το πράγμα που ήταν στις προηγούμενες ταινίες. Για να είμαι ειλικρινής, εδώ μού άρεσε περισσότερο.

Υπάρχει, επίσης, μια πολύ έντονη αισθητική cyberpunk σε όλη την ταινία. Αλλά μιλάμε για πολύ έντονη αισθητική. Η Bugs και το πλήρωμά της, καθώς και οι άλλοι επαναστάτες που εμφανίζονται αργότερα, είναι σαν φιγούρες βγαλμένες από κλασικές εικόνες cyberpunk. Οι τύποι είναι, αναμφίβολα, cyberPUNKS. Και φαίνονται.

Το Matrix Resurrections σίγουρα αλλάζει το Matrix – άλλωστε, υποτίθεται ότι έχουν περάσει αρκετά χρόνια από το τέλος της τρίτης ταινίας – όμως δεν το αποδομεί ούτε το καταστρέφει. Πολύ ευχάριστα θα την ξανάβλεπα αυτή την ταινία.

Α ναι, και ένα τραγελαφικό που παρατήρησα. Σ’ένα σημείο, ο Νίο και οι σύντροφοί του αντιμετωπίζουν «πράκτορες» μέσα σ’ένα τρένο (swarm, τους λένε τώρα – κάτι σαν ορδή από ζόμπι), και αρκετοί από αυτούς τους πράκτορες φοράνε μάσκες Covid. Ναι, τις γνωστές, γελοίες υφασμάτινες μάσκες. Έλεος... Μέχρι και μέσα στο Matrix γλίστρησε η μόλυνση της «πανδημίας». Αναρωτιέμαι τι θα νομίζει κανείς για τις μάσκες στο τρένο αν δει αυτή την ταινία μετά από χρόνια, που ο Covid θα έχει ξεχαστεί πια. (Ή, μήπως, σκοπεύουν να μας φοράνε μάσκες μέχρι να σβήσει το Matrix, για να μην τις ξεχάσουμε;)

 

 

Επίσης . . .

Γιατί Δεν μας Αρέσει η Παράδοσή μας;


Οι συγγραφείς φανταστικής λογοτεχνίας, στην Ελλάδα, έχουν αρκετές φορές κατηγορηθεί από διάφορους ότι δεν τους αρέσει η ελληνική παράδοση, ότι δεν τη χρησιμοποιούν μέσα στις ιστορίες τους αλλά χρησιμοποιούν την «ξένη» παράδοση.

Ή, μάλλον, αυτό είναι αρκετά γενικό· δεν ισχύει για όλους τους συγγραφείς φαντασίας στην Ελλάδα. Υπάρχουν και ορισμένοι που, φανατικά μάλιστα, γράφουν ιστορίες με έντονη βάση στην ελληνική παράδοση. Αλλά το κάνουν μόνο ορισμένοι, και καλό είναι αφού τους αρέσει. Όμως δεν το κάνουν όλοι, και όσοι δεν το κάνουν έχουν συχνά μπει στο στόχαστρο. Έχουν ακουστεί διάφορα άσχημα λόγια, ότι δεν είναι «αρκετά ελληνικά» αυτά που γράφουν, ότι «δεν τους αρέσει η Ελλάδα», ότι «είναι ξενόφερτη η θεματολογία τους», και παρόμοια μαργαριτάρια.

Κάποιοι φαίνεται να νομίζουν ότι, αν είσαι Έλληνας, πρέπει συνέχεια να γράφεις για τον Δία και τον Ηρακλή, για την Ελληνική Επανάσταση, ή για την καταστροφή της Σμύρνης· για τη Χούντα, για τον Εμφύλιο, ή για την Αντίσταση. Οτιδήποτε άλλο απαγορεύεται! Αν είσαι Έλληνας. Αν είσαι ξένος, εντάξει, όλα καλά· γράψε ό,τι γουστάρεις, βρε αδελφέ. Αλλά, αν είσαι Έλληνας, πρέπει να έχεις περιορισμένη θεματολογία. Για κάποιο μυστηριώδη λόγο.

Αυτό, βέβαια, πάει κόντρα στη νοοτροπία της φανταστικής λογοτεχνίας που – όπως το βλέπω εγώ, τουλάχιστον – είναι να εξερευνάς συνεχώς καινούργια πράγματα και καινούργιες ιδέες.

Εννοείται πως είναι προκατειλημμένο και κακόηθες να κατηγορεί κανείς τους συγγραφείς φαντασίας ότι αυτά που γράφουν «δεν είναι αρκετά ελληνικά», όμως κανείς δεν φαίνεται να αναρωτιέται γιατί αυτοί οι συγγραφείς δεν χρησιμοποιούν την ελληνική παράδοση στη λογοτεχνία τους.

[Συνέχισε να διαβάζεις]

 

Επιλογές Ιουλίου (21/7)


αμφιλεγόμενα κινούμενα σχέδια, και The New Northland (του Louis Pope Gratacap – 1915), και Jasmine Becket-Griffith & David Van Gough (παραμυθένια, νεκροσουρεαλιστική τέχνη), και ελληνικοί μύθοι σε ταινίες, και The Cube (του Jim Henson – 1969), και η λεηλασία της επιστημονικής φαντασίας (από τους σύγχρονους τεχνολογικούς γίγαντες), και The Cosmic Dope (φιλμ ΕΦ μικρού μήκους), και Δαιμονικά, Χίμαιρες, & το Γκροτέσκο στη Γαλλική Γοτθική Γλυπτική, και το Ατελιέ Heinrichs & Bachmann (εξώφυλλα για βιβλία φαντασίας: ’60–’80), και Clifford D. Simak (μυθιστορήματα ηρωικής φαντασίας), και Bob Peak (τέχνη από την ταινία Excalibur), και Sweets to the Sweet (ο Robert Bloch στην οθόνη), και Richard Powers (ψυχεδελικοσουρεαλιστική τέχνη εξώφυλλων φαντασίας), και: ακόμα περισσότερα στο LinX...

 

Η Πολιτική της Φανταστικής Λογοτεχνίας


Η φανταστική λογοτεχνία είναι γεμάτη μονάρχες, ευγενείς, και αριστοκρατία. Το ίδιο (παραδόξως;) ισχύει και για την επιστημονική φαντασία (ή, μήπως, θα έπρεπε απλά να την πούμε φαντασία στο διάστημα;), όπως στο Dune του Herbert, ή, για ένα ακόμα πιο παλιό παράδειγμα, όπως στο Princess of Mars και τις συνέχειές του, του Burroughs. Σε όλα αυτά τα βιβλία έχουμε βασιλιάδες και βασίλισσες, πρίγκιπες και πριγκίπισσες, και κάθε είδους τρελό ή ηρωικό αριστοκράτη.

Πολλοί έχουν – εύλογα, ίσως – αναρωτηθεί γιατί. Γιατί, βρε παιδιά, τόση αριστοκρατία στη φανταστική λογοτεχνία; Γιατί ένα τέτοιο ξεπερασμένο πολιτικό σύστημα;

Για το Dune, συγκεκριμένα, είχα διαβάσει κάποιον να σχολιάζει ότι η κοινωνία του είναι «οπισθοδρομική». Και ίσως όντως να είναι... Δηλαδή, αναλογιστείτε: αυτοί οι άνθρωποι ταξιδεύουν στο διάστημα, αλλά ακόμα έχουν δούκες και βαρόνους; Δεν έχουν αντιληφτεί την έννοια της δημοκρατίας; Μαλάκες είναι;

Δε νομίζω, όμως, ότι όσοι σκέφτονται έτσι σκέφτονται σωστά ακριβώς. Η φανταστική λογοτεχνία (περιλαμβάνοντας και αυτή που είναι στο διάστημα, ή σε άλλους πλανήτες) δεν υποτίθεται ότι είναι για να σχολιάσει την κοινωνία, ή για να μεταδώσει κοινωνικές ή πολιτικές αξίες. Ανέκαθεν ο σκοπός της φανταστικής λογοτεχνίας ήταν να μας κάνει να βιώσουμε συναρπαστικές περιπέτειες σε μαγευτικούς κόσμους.

Και δεν μπορείς να το κάνεις αυτό με δημοκρατικό πολίτευμα, ρε άνθρωπε; Γιατί;

[Συνέχισε να διαβάζεις]