Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
16 / 10 / 2022

Τα τελευταία χρόνια βλέπω να γράφονται κάποια πράγματα στη φανταστική λογοτεχνία – ειδικά στην ηρωική φαντασία – τα οποία είναι κατά βάση οπισθοδρομικά παρότι γράφονται από ανθρώπους που μοιάζουν αναμφίβολα ενθουσιώδεις και δημιουργικοί. Κι αυτό το οπισθοδρομικά δεν το λέω ως προσβολή· το λέω ως χαρακτηρισμό, γιατί, πραγματικά, ορισμένες από αυτές τις ιστορίες φαίνεται να κοιτάζουν προς τα πίσω. Και εννοώ ότι κοιτάζουν προς το παρελθόν της ηρωικής φαντασίας και του sword-and-sorcery, προς την εποχή του 1960 κι ακόμα πιο πριν.

Και αναρωτιέμαι τι νόημα έχει αυτό. Αυτά τα πράγματα γράφτηκαν τότε. Υπάρχουν ήδη. Και υπάρχουν γραμμένα και ξαναγραμμένα από εκείνη την εποχή: δεκάδες βάρβαροι με μεγάλα σπαθιά που σκοτώνουν κακούς και τέρατα· δεκάδες «βελτιωμένες» παραλλαγές αυτών των βαρβάρων όπως Έλρικ, που είναι το ίδιο βασικό concept αλλά αναποδογυρισμένο κάπως.

Τι νόημα έχει να προσπαθείς να το μιμηθείς αυτό, όχι ως έμπνευση, αλλά ως καθαρή μίμηση;

Και δεν μιλάω μόνο για το κοινό που θα διαβάσει αυτά που γράφεις. Μιλάω και για εσένα τον ίδιο. Εντάξει, έχεις διαβάσει Κόναν, έχεις διαβάσει Έλρικ, έχεις διαβάσει και άλλα παρεμφερή και έχεις γουστάρει μ’αυτά. Ας πούμε ότι είσαι τόσο ενθουσιασμένος που θες κι εσύ να γράψεις το ίδιο. Γράψε το!

Το έγραψες, εντάξει;

Θες να το ξαναγράψεις; Ξαναγράψε το!

Ε, αποκεί και πέρα, πόσες φορές θα γράψεις το ίδιο μοτίβο που κοιτάζει προς τα πίσω; Όπως είπα και παραπάνω, δεν είναι για το κοινό, για τους αναγνώστες. Είναι για εσένα. Τι έχεις πια να εξερευνήσεις με το μυαλό σου επάνω σ’αυτό το θέμα;

Το λέω εκ πείρας. Έγραψα τον Άρμπεναρκ, που δεν είναι ακριβώς ηρωική φαντασία τύπου Κόναν ή Έλρικ, αλλά είναι ένας αρχαϊκός κόσμος με μαγεία και τα λοιπά. Μια αρκετά μεγάλη επική σειρά. Μετά από αυτό – ίσως επειδή ήθελα να δείξω στον εαυτό μου ότι μπορεί να το ξανακάνει – έγραψα το Παιχνίδι των Ράζλερ, το οποίο πάλι διαδραματίζεται σε έναν αρχαϊκό κόσμο αν και είναι, νομίζω, πιο «παράξενο», ας πούμε, από τον Άρμπεναρκ. Κατά βάση, όμως, είναι παρόμοιο πράγμα: ένας αρχαϊκός κόσμος με βασίλεια και τα λοιπά, και μια γιγάντια πλοκή που επηρεάζει τα πάντα. Μπορεί άμα διαβάσεις τις δύο ιστορίες να μη μοιάζουν και τόσο μεταξύ τους, αλλά – ξαναλέω – στη βάση τους είναι παρόμοιες.

Μετά από αυτά, τι διάολο να γράψω; Να γράψω πάλι κάτι παρόμοιο; Δεν έχει νόημα αυτό το πράγμα. Ήθελα να εξερευνήσω καινούργιες ιδέες, καινούργια σκηνικά, διάφορα άλλα πράγματα. Ασχέτως αν εξακολουθούν (και θα εξακολουθήσουν) να είναι περιπετειώδης φαντασίας αυτά που γράφω.

Μια φορά κι έναν καιρό, στα pulps, έγραφαν ξανά και ξανά τις ίδιες ιστορίες με βαρβάρους, όπως και αργότερα, στα πελώρια βιβλία, έγραφαν τις ίδιες και τις ίδιες ιστορίες που θύμιζαν Άρχοντα των Δαχτυλιδιών. Αυτό γινόταν για οικονομικούς λόγους. Ο άλλος ήθελε να πουλήσει ακόμα μια ιστορία στα pulps ώστε να πάρει μερικά δολάρια για να πληρώσει το νοίκι του: οπότε έγραφε μία μ’ένα βάρβαρο που σκοτώνει τέρατα. (Ναι, πραγματικά τότε έχω διαβάσει ότι γινόταν αυτό: μπορούσες να πουλήσεις ένα διήγημα και να πληρώσεις το νοίκι στις ΗΠΑ! Εξωφρενικό για τα σημερινά δεδομένα, έτσι;)

Όταν όμως δεν γράφεις για τέτοιου είδους οικονομικό όφελος, γιατί να αναμασάς τα ίδια; Πήγαινε να εξερευνήσεις τελείως καινούργιες, τελείως παράξενες ιδέες. Τι σε σταματάει;

Το πρόβλημα – για να κάνω μια βιαστική υπόθεση – νομίζω ότι ξεκινά από τη γενική κατάπτωση που υπάρχει στη σημερινή κουλτούρα. Δεν έχετε προσέξει ότι δεν προβάλλεται και τίποτα το πολύ καινούργιο, το πολύ ενδιαφέρον, ή το πολύ συναρπαστικό; Τα πάντα τείνουν προς το χασμουρητό (σε αντίθεση με άλλες εποχές, όπως το 1960-70). Αυτό οδηγεί τον κόσμο προς το ρετρό γιατί εκεί βλέπει ότι υπήρχε εκείνος ο ενθουσιασμός που σήμερα λείπει. (Κι έχω σκεφτεί να γράψω κι ένα άρθρο γι’αυτό ίσως κάποια στιγμή.)

Και οι δημιουργοί, όμως, κοιτάζουν προς το ρετρό, προς τα πίσω, και πάνε να το μιμηθούν. Ε, αυτό δεν είναι καλό. Ο σκοπός είναι να εμπνευστείς από το παλιό για να φτιάξεις κάτι δικό σου και καινούργιο. Και όχι μόνο για να βελτιώσεις τη σημερινή κουλτούρα· αυτό θα έρθει από μόνο του. Το κύριο είναι να εξιτάρεις εσύ τον εαυτό σου. Αν αυτό γίνεται από πολλούς ανθρώπους, τα υπόλοιπα ακολουθούν.

Δυστυχώς, σήμερα δεν γίνεται από πολλούς ανθρώπους...

 

 

Επίσης . . .

Περί Γραφής: Τελεία και ΟΧΙ Παύλα, Ξανά


Αυτό το άρθρο είναι συνέχεια του προηγούμενου: Τελεία και ΟΧΙ Παύλα. Εν μέρει, μου έδωσε έμπνευση να το γράψω κάποιος που ανέφερε κάτι σε ένα από τα σόσιαλ μύδια. Και λέω εν μέρει γιατί δεν χρειάζομαι ποτέ και πολλή έμπνευση για να γράψω για τη στίξη. Έχω μια σχέση αγάπης-μίσους μαζί της. Ξεκίνησα να γράφω ως τελείως άσχετος με τη στίξη, μην έχοντας ιδέα ποια θα μπορούσε ποτέ να ήταν η χρήση της άνω τελείας: ίσως ακόμα και του κόμματος. Έφτασα σε σημείο να νομίζω ότι έβαζα σωστά τη στίξη, αλλά απλά το νόμιζα μόνο. Και κατέληξα να συμπεράνω πόσο ανόητος είσαι όταν νομίζεις ότι «ξέρεις» τη χρήση της στίξης, και πόσο υποκειμενική μπορεί να είναι η στίξη. Αλλά όχι και στα πάντα. Υπάρχουν κι ορισμένα σταθερά πράγματα. Και υπάρχει και μια κάποια... αισθητική. Ναι, αισθητική.

Έτσι, γράφουμε τώρα συνέχεια του προηγούμενου άρθρου γιατί, πολύ απλά, το θεωρώ ενδιαφέρον να γράψω συνέχεια. Και έχει νόημα. Ακολουθήστε με...

Σχετικά με την παύλα μπορεί να υπάρξει ένα ερώτημα: Γιατί να μην κολλά επάνω στις λέξεις; Να, για παράδειγμα, δες τι γίνεται με όλα τα άλλα σημεία στίξης: κολλάνε επάνω στις λέξεις. Η παύλα γιατί να μην κολλά; Στο πηγάδι κατούρησε;

Το θέμα είναι το εξής: όλα τα άλλα σημεία στίξης (εκτός, ίσως, από το θαυμαστικό) είναι αρκετά παλιά. Η παύλα – εκτός αν κάνω τρομερό λάθος – είναι πιο πρόσφατη. Δεν υπήρχε παλιά. Και, παρότι ουσιαστικά συντακτικό σημείο στίξης (όχι σχολιαστικό, όπως το θαυμαστικό), είναι κάπως ιδιαίτερο, και έχει κατά καιρούς χρησιμοποιηθεί με διάφορους τρόπους. Ακόμα και σαν να ήταν σχολιαστικό!

Η παύλα, σε κάποια κείμενα, μπορεί να βρεθεί να αντικαθιστά μέχρι και την τελεία, ή μπορεί να μπαίνει και μαζί με την τελεία. Ή όπου αλλού μπορείς να διανοηθείς. Πολλοί πιστεύουν, δε, ότι χρησιμοποιείται απλώς για να τονίσει την επόμενη λέξη, ή φράση: ή τη λέξη, ή φράση, που κλείνεται ανάμεσα στις παύλες.

Επικρατεί μια σύγχυση.

Αλλά, στην πραγματικότητα, σύγχυση δεν υφίσταται. Είναι συντακτικό σημείο στίξης, ουσιαστικά, όχι σχολιαστικό.

Όλα τα άλλα σημεία στίξης κολλάνε επάνω στις λέξεις, ναι. Αλλά κολλάνε ανεξαιρέτως (πλην της παρένθεσης) στο τέλος της λέξης, ποτέ στην αρχή. Κόμμα, τελεία, άνω τελεία, ερωτηματικό, θαυμαστικό... τα έχετε δει ποτέ στην αρχή; Πάντα στο τέλος κολλάνε.

Και ρωτάω τώρα: Η παύλα πού κολλάει; Στην αρχή, ή στο τέλος;

[Συνέχισε να διαβάζεις]

 

Επιλογές Οκτωβρίου (21/10)


Sanjulián (τέχνη) & Rudolf Kalvach (παράξενες κάρτες – 1907) & Hannah Flowers (τέχνη) & Το σπίτι που εξαφανίστηκε & Michael Kaluta (τέχνη) & Οι εικονογράφοι του Poe & Η γηραιότερη χελώνα της γης (αθάνατη;) & 221 Camera Obscuras & Infinite Jungle (στον browser σας) & Robin F. Williams (τέχνη) & Rottweilin (τέχνη) & Στα ίχνη των Shonokin (του Manly Wade Wellman) & Κόμιξ με τον Elric (1970) & περισσότερα στο LinX

 

Περί Γραφής: Τελεία και ΟΧΙ παύλα


Σε ελληνικά κείμενα (λογοτεχνικά και μη) είναι αρκετά συχνό να συναντήσουμε το εξής συντακτικό φαινόμενο το οποίο θα δείξω με ένα απλό παράδειγμα γιατί έτσι είναι πολύ πιο εύκολο:

Οι καβαλάρηδες έρχονταν μέσα από το λιόγερμα, πάνω από τους λόφους –μια ντουζίνα φιγούρες σε ψηλά άλογα, γκρίζα και λευκά, με μανδύες να τινάζονται πίσω τους–, αλλά δεν είχαν προσέξει ότι στο κατόπι τους ήταν τέσσερις απειλητικές κατάμαυρες σκιές...

Αυτό το κείμενο μοιάζει καλό, γενικά· και είναι, ουσιαστικά. Αλλά προσέξτε πώς χρησιμοποιούνται οι παύλες. Σαν παρενθέσεις! Η πρώτη παύλα κολλάει επάνω στο μια και η δεύτερη (που κλείνει την παρένθεση) κολλάει επάνω στο τους· και μετά απ’αυτή τη δεύτερη παύλα έρχεται κι ένα κόμμα.

Εδώ το πρόβλημα είναι διπλό.

Πρόβλημα πρώτο: Γιατί οι παύλες να κολλάνε επάνω στις λέξεις σαν να είναι παρενθέσεις; Η παύλα δεν είναι παρένθεση· είναι τελείως διαφορετικό σημείο στίξης.

Πρόβλημα δεύτερο: Τι δουλειά έχει το κόμμα μετά την παύλα; Δεν έχει καμία δουλειά εκεί· η παύλα, κανονικά, το αντικαθιστά. Δεν είναι παρένθεση.

[Συνέχισε να διαβάζεις]