Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
1 / 6 / 2019

Το 2013 είχα διαβάσει το Saga of Old City, το πρώτο βιβλίο της σειράς Gord the Rogue, του Gygax, και μου είχε αρέσει αρκετά. Μάλιστα, στα πρώτα 3/4 του βιβλίου δεν έβλεπες καν εκείνα τα γνωστά κλισέ του Dungeons & Dragons· ήταν σαν να διαβάζεις ένα μεσαιωνικό μυθιστόρημα. Στο τελευταίο τέταρτο του βιβλίου παρουσιάζονταν κάποια από τα κλισέ του D&D αλλά και πάλι δεν με ενόχλησαν καθόλου.

Είπα, λοιπόν, να προχωρήσω στο δεύτερο της σειράς, το Artifact of Evil· αλλά, δυστυχώς, εδώ η κατάσταση δεν φαίνεται να είναι ίδια. Ούτε καν παρόμοια. Από την αρχή κιόλας βλέπεις αμέσως όλα τα κλισέ του Dungeons & Dragons, και μάλιστα με έναν τρόπο κιτς. Γίνεται ξεκάθαρη αναφορά σε alignment, έναν όρο του παιχνιδιού βασικά. Διαβάζεις για έναν χαρακτήρα που μιλά για Lawful Evil, Neutral Evil, και τα ρέστα· και γενικά υπάρχει μια αναφορά σε Κακό με κεφαλαίο κάπα σαν κάποιοι – και ορισμένες ολόκληρες φυλές, επίσης – να έχουν επάνω τους ένα τατουάζ που γράφει Είμαι Κακός. Και οι ίδιοι δεν φαίνεται να έχουν πρόβλημα να θεωρούν τους εαυτούς τους Κακούς. Αλλά αυτό είναι ένα από τα κουλά σε πολλά βιβλία φανταστικής λογοτεχνίας εκείνης της περιόδου...

Το ακόμα πιο άσχημο, ίσως, είναι ότι στο Artifact of Evil χρησιμοποιούνται όροι του παιχνιδιού μέσα στο λογοτεχνικό κείμενο με τέτοιο τρόπο που, αν δεν ξέρεις το παιχνίδι, θα σου φαίνεται σχεδόν ότι έχει γίνει τυπογραφικό λάθος! Για παράδειγμα, στην αρχή κιόλας, ο πρωταγωνιστής μας – που είναι κλέφτης (thief) – συναντά, μέσα σε μια πολιορκία, έναν αντίπαλο που είναι μοναχός (monk)–

Αλλά, μια στιγμή· δεν είναι βέβαιο ότι ξέρουν όλοι τι σημαίνει class στο Dungeons & Dragons. Class είναι, ας πούμε, το είδος του χαρακτήρα. Και υπάρχουν τέσσερις τέτοιες βασικές κλάσεις: warrior, thief, wizard, cleric. Ο monk είναι από τις πιο σπάνιες, τουλάχιστον στο παλιό D&D.

Ο πρωταγωνιστής μας, λοιπόν, συναντά έναν μοναχό. Μέσα στο κείμενο δεν αναφέρεται ως μοναχός γιατί εκείνο το κομμάτι είναι γραμμένο από την προοπτική του πρωταγωνιστή ο οποίος δεν ξέρει για μοναχούς ακόμα. Αλλά ο μοναχός, σε κάποια στιγμή, τον αποκαλεί κλέφτη (thief). Συγνώμη; Πώς είπατε; Μα δεν έκλεψε τίποτα ο άνθρωπος! Απλά μάχη γίνεται. Τυπογραφικό λάθος; Πώς ο μοναχός κατάλαβε ότι ο άλλος είναι κλέφτης; Έχει μαντικές δυνάμεις;

Στο D&D οι πολεμιστές (warriors) συνήθως κρατάνε μεγάλα όπλα και φοράνε βαριές πανοπλίες. Οι κλέφτες (thieves) συνήθως φοράνε δερμάτινες πανοπλίες – όπως και ο πρωταγωνιστής μας εδώ – και μπορεί να κρατάνε και δύο ελαφρά όπλα – όπως και ο πρωταγωνιστής μας εδώ. Επίσης, ο πρωταγωνιστής μας έκανε μια πολύ ευέλικτη τούμπα στην αρχή της μάχης, οπότε αυτό σημαίνει ότι μάλλον έχει μεγάλο Dexterity, και μεγάλο Dexterity έχουν συνήθως οι κλέφτες. Άρα, είναι κλέφτης!

Λογικό;

Ναι, αν ξέρεις τους κανόνες του παιχνιδιού. Είναι λογικό για το Dungeons & Dragons ως παιχνίδι. Δεν είναι λογικό να το γράψεις μέσα σ’ένα μυθιστόρημα. Επειδή, μέσα σε μια πολιορκία, βλέπεις έναν μαλάκα να είναι ντυμένος με μαύρο δέρμα, να κρατά κοντόσπαθο και ξιφίδιο, και να κάνει μια τούμπα, δεν είναι λογικό να υποθέσεις ότι είναι κλέφτης, αλλά απλά ένας ακόμα μαχόμενος.

Όμως ο μοναχός τον αποκαλεί κλέφτη σε κάποια στιγμή. Κι αν δεν ξέρεις τις ορολογίες του D&D φαίνεται λάθος. Αν τις ξέρεις, φαίνεται απλά αστείο· γιατί είναι μυθιστόρημα, γαμώτο, όχι παιχνίδι!

Κατά τα άλλα – αν εξαιρέσεις αυτές τις μπούρδες – μέχρι εδώ που έχω διαβάσει, γύρω στο 1/4 του βιβλίου, δεν είναι άσχημο ως ελαφριά περιπετειώδης αφήγηση, και ούτε το γράψιμο είναι κακό ως γράψιμο (αν και οι διάλογοι δεν είναι καλοί ούτε κατά διάνοια).

Αλλά, εντάξει, βάσει του Saga of Old City, περίμενα κάτι πολύ καλύτερο. Ο Gygax μοιάζει κάπου να είχε μπλέξει το παιχνίδι με τη λογοτεχνία, κι αυτό φαίνεται πάντα κακό μέσα στο κείμενο.

Άλλο το ένα πράγμα, άλλο το άλλο...

 

 

Επίσης . . .

Γιατί Δεν μας Αρέσει η Παράδοσή μας;


Οι συγγραφείς φανταστικής λογοτεχνίας, στην Ελλάδα, έχουν αρκετές φορές κατηγορηθεί από διάφορους ότι δεν τους αρέσει η ελληνική παράδοση, ότι δεν τη χρησιμοποιούν μέσα στις ιστορίες τους αλλά χρησιμοποιούν την «ξένη» παράδοση.

Ή, μάλλον, αυτό είναι αρκετά γενικό· δεν ισχύει για όλους τους συγγραφείς φαντασίας στην Ελλάδα. Υπάρχουν και ορισμένοι που, φανατικά μάλιστα, γράφουν ιστορίες με έντονη βάση στην ελληνική παράδοση. Αλλά το κάνουν μόνο ορισμένοι, και καλό είναι αφού τους αρέσει. Όμως δεν το κάνουν όλοι, και όσοι δεν το κάνουν έχουν συχνά μπει στο στόχαστρο. Έχουν ακουστεί διάφορα άσχημα λόγια, ότι δεν είναι «αρκετά ελληνικά» αυτά που γράφουν, ότι «δεν τους αρέσει η Ελλάδα», ότι «είναι ξενόφερτη η θεματολογία τους», και παρόμοια μαργαριτάρια.

Κάποιοι φαίνεται να νομίζουν ότι, αν είσαι Έλληνας, πρέπει συνέχεια να γράφεις για τον Δία και τον Ηρακλή, για την Ελληνική Επανάσταση, ή για την καταστροφή της Σμύρνης· για τη Χούντα, για τον Εμφύλιο, ή για την Αντίσταση. Οτιδήποτε άλλο απαγορεύεται! Αν είσαι Έλληνας. Αν είσαι ξένος, εντάξει, όλα καλά· γράψε ό,τι γουστάρεις, βρε αδελφέ. Αλλά, αν είσαι Έλληνας, πρέπει να έχεις περιορισμένη θεματολογία. Για κάποιο μυστηριώδη λόγο.

Αυτό, βέβαια, πάει κόντρα στη νοοτροπία της φανταστικής λογοτεχνίας που – όπως το βλέπω εγώ, τουλάχιστον – είναι να εξερευνάς συνεχώς καινούργια πράγματα και καινούργιες ιδέες.

Εννοείται πως είναι προκατειλημμένο και κακόηθες να κατηγορεί κανείς τους συγγραφείς φαντασίας ότι αυτά που γράφουν «δεν είναι αρκετά ελληνικά», όμως κανείς δεν φαίνεται να αναρωτιέται γιατί αυτοί οι συγγραφείς δεν χρησιμοποιούν την ελληνική παράδοση στη λογοτεχνία τους.

[Συνέχισε να διαβάζεις]

 

Επιλογές Ιουλίου (21/7)


αμφιλεγόμενα κινούμενα σχέδια, και The New Northland (του Louis Pope Gratacap – 1915), και Jasmine Becket-Griffith & David Van Gough (παραμυθένια, νεκροσουρεαλιστική τέχνη), και ελληνικοί μύθοι σε ταινίες, και The Cube (του Jim Henson – 1969), και η λεηλασία της επιστημονικής φαντασίας (από τους σύγχρονους τεχνολογικούς γίγαντες), και The Cosmic Dope (φιλμ ΕΦ μικρού μήκους), και Δαιμονικά, Χίμαιρες, & το Γκροτέσκο στη Γαλλική Γοτθική Γλυπτική, και το Ατελιέ Heinrichs & Bachmann (εξώφυλλα για βιβλία φαντασίας: ’60–’80), και Clifford D. Simak (μυθιστορήματα ηρωικής φαντασίας), και Bob Peak (τέχνη από την ταινία Excalibur), και Sweets to the Sweet (ο Robert Bloch στην οθόνη), και Richard Powers (ψυχεδελικοσουρεαλιστική τέχνη εξώφυλλων φαντασίας), και: ακόμα περισσότερα στο LinX...

 

Η Πολιτική της Φανταστικής Λογοτεχνίας


Η φανταστική λογοτεχνία είναι γεμάτη μονάρχες, ευγενείς, και αριστοκρατία. Το ίδιο (παραδόξως;) ισχύει και για την επιστημονική φαντασία (ή, μήπως, θα έπρεπε απλά να την πούμε φαντασία στο διάστημα;), όπως στο Dune του Herbert, ή, για ένα ακόμα πιο παλιό παράδειγμα, όπως στο Princess of Mars και τις συνέχειές του, του Burroughs. Σε όλα αυτά τα βιβλία έχουμε βασιλιάδες και βασίλισσες, πρίγκιπες και πριγκίπισσες, και κάθε είδους τρελό ή ηρωικό αριστοκράτη.

Πολλοί έχουν – εύλογα, ίσως – αναρωτηθεί γιατί. Γιατί, βρε παιδιά, τόση αριστοκρατία στη φανταστική λογοτεχνία; Γιατί ένα τέτοιο ξεπερασμένο πολιτικό σύστημα;

Για το Dune, συγκεκριμένα, είχα διαβάσει κάποιον να σχολιάζει ότι η κοινωνία του είναι «οπισθοδρομική». Και ίσως όντως να είναι... Δηλαδή, αναλογιστείτε: αυτοί οι άνθρωποι ταξιδεύουν στο διάστημα, αλλά ακόμα έχουν δούκες και βαρόνους; Δεν έχουν αντιληφτεί την έννοια της δημοκρατίας; Μαλάκες είναι;

Δε νομίζω, όμως, ότι όσοι σκέφτονται έτσι σκέφτονται σωστά ακριβώς. Η φανταστική λογοτεχνία (περιλαμβάνοντας και αυτή που είναι στο διάστημα, ή σε άλλους πλανήτες) δεν υποτίθεται ότι είναι για να σχολιάσει την κοινωνία, ή για να μεταδώσει κοινωνικές ή πολιτικές αξίες. Ανέκαθεν ο σκοπός της φανταστικής λογοτεχνίας ήταν να μας κάνει να βιώσουμε συναρπαστικές περιπέτειες σε μαγευτικούς κόσμους.

Και δεν μπορείς να το κάνεις αυτό με δημοκρατικό πολίτευμα, ρε άνθρωπε; Γιατί;

[Συνέχισε να διαβάζεις]