Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
1 / 5 / 2020

Αυτό είναι ολόκληρο το Λεξικό Κορονοϊού. Όπως λέω και στη διευκρίνηση παρακάτω, δεν είναι επιστημονικό, ούτε είναι για να σε βοηθήσει να αντιμετωπίσεις τον COVID-19. Είναι σατιρικό για την κατάσταση που έχει επικρατήσει παγκοσμίως με τον κορονοϊό, και, ως εκ τούτου, ορισμένα από τα πράγματα που περιγράφει είναι, εννοείται, παρατραβηγμένα και ή τρομαχτικά ή αστεία, αναλόγως πώς θες να τα δεις.

Ωστόσο, η κατάσταση που παρουσιάζει είναι κατά βάση αληθινή, δεν είναι φανταστική, και ο κόσμος πρέπει να το καταλάβει αυτό. Ο κορονοϊός (ασχέτως πώς δημιουργήθηκε) μπορεί να είναι μια πανδημία και μπορεί, όπως πολλές άλλες πανδημίες, να έχει μια κάποια επικινδυνότητα. Όμως ο κορονοϊός δεν είναι ούτε κατά διάνοια τόσο επικίνδυνος όσο η άλλη πανούκλα: η πανούκλα αυτών που θέλουν να ασκούν παγκόσμιο έλεγχο με ιατρική πρόφαση και να επιβάλλουν μέτρα που οποιοσδήποτε άνθρωπος σκεφτεί νηφάλια δεν μπορεί παρά να κρίνει ότι είναι φασιστικά. Είναι καταπίεση. Ξεκάθαρα. Και οικονομική καταστροφή. Τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο.

Κι αν κάποιοι δεν το πάρουν αυτό σοβαρά τώρα, ώστε να δράσουν αποφασιστικά και να κάνουν κάτι για να το σταματήσουν τώρα, μπορεί μετά να είναι πολύ αργά.

Τι μπορείς να κάνεις εσύ, ως πολίτης; Ως ελεύθερος άνθρωπος; Το πιο απλό απ’όλα: να αμφισβητείς, να μην πιστεύεις εύκολα ό,τι ακούς από τα «επίσημα» μέσα ενημέρωσης, και να μη δέχεσαι ό,τι σου λένε πως πρέπει να δεχτείς υποτιθέμενα «για το καλό σου». Οι κακοί πάντα «για το καλό» ενδιαφέρονται.

Μην πουλάς την ελευθερία σου τόσο εύκολα. Υγεία χωρίς ελευθερία δεν υφίσταται. Υγεία χωρίς ελευθερία είναι δουλεία.

*

Διευκρίνιση
Αυτό το Λεξικό Κορονοϊού δεν αναφέρεται σε θέματα ιατρικά, χημικά, ή βιολογικά σχετικά με τον COVID-19, ούτε σου λέει πώς να τον αντιμετωπίσεις. Αυτό το Λεξικό Κορονοϊού είναι λογοτεχνικού χαρακτήρα, για να σχολιάσει, με σατιρικό τρόπο, την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί με τον κορονοϊό.

 

ΛΕΞΙΚΟ ΚΟΡΟΝΟΪΟΥ

κορονοαμφισβητίας: άτομο που αμφισβητεί την αναγκαιότητα της κορονοκατάστασης (βλ. λ.)· άτομο που αμφισβητεί τον ίδιο τον κορονοϊό· μπορεί να είναι κορονολύκος (βλ. λ.), χωρίς αυτό να είναι απαραίτητο.

κορονοαποκάλυψη: το θεωρητικό χρονικό σημείο που ο κορονοϊός θα έχει εξαφανίσει την ανθρωπότητα· μέρος της κορονοθεωρίας (βλ. λ.)· σύμφωνα με κάποιους, κορονομαλακίες (βλ. λ.).

κορονοβαμπίρ: άτομο που, εξαιτίας του κορονοϊού, αρνείται να βγει από το σπίτι του· πιθανώς να πάσχει από κορονοφοβία (βλ. λ.) ή κορονοπαράνοια (βλ. λ.)· φήμες λένε ότι σταδιακά το άμεσο ηλιακό φως αρχίζει να βλάπτει τα κορονοβαμπίρ και ότι ίσως να τρέφονται με ακτινοβολία τηλεόρασης.

κορονοβλαβής: άτομο που πάντα, πάντα, φορά μάσκα και γάντια από παράλογο φόβο για τον Covid-19· άτομo που παίρνει υπερβολικά μέτρα προστασίας από παράλογο φόβο για τον Covid-19.

κορονοβραβείο: το βραβείο που δίνεται από τον Μεγάλο Κορονοαδελφό στην κυβέρνηση μιας χώρας για τα επιτυχημένα (τουτέστιν, καταπιεστικά και ακραία) μέτρα που έχει πάρει κατά την περίοδο κορονοκατάστασης (βλ. λ.)· το βραβείο συμβολίζεται ως μια παλάμη με ανοιχτά χρυσά δάχτυλα η οποία στο κέντρο έχει έναν ολοστρόγγυλο οφθαλμό σαν όρχι.

κορονογλείφτης: άτομο που αμφισβητεί κατά βάθος την κορονοκατάσταση (βλ. λ.), ή και τον κορονοϊό, αλλά δέχεται ό,τι του λένε οι άλλοι για την κορονοκατάσταση επειδή φοβάται ότι θα τον αποκλείσουν κοινωνικά και, άρα, θα έρθει το Τέλος του Κόσμου γι’αυτόν.

κορονογράφος: άτομο που γράφει λεξικά, ή άλλα κείμενα, για τον κορονοϊό· άτομο που γράφει λογοτεχνία ή ποίηση για τον κορονοϊό· παραδοξογράφος σε περίοδο κορονοκατάστασης (βλ. λ.).

κορονόδουλος: πολίτης χώρας κατά την περίοδο κορονοκατάστασης (βλ. λ.) ο οποίος διαμένει σε κορονοτρύπα (βλ. λ.), υφίσταται κορονοτρομοκρατία (βλ. λ.), κινδυνεύει από κορονομαστούρα (βλ. λ.), και ίσως να πάσχει από κορονοφοβία (βλ. λ.) ή κορονοπαράνοια (βλ. λ.).

κορονοθεωρία: η κοσμοθεωρία που επικρατεί κατά την περίοδο κορονοκατάστασης (βλ. λ.), σύμφωνα με την οποία ο κορονοϊός είναι η χειρότερη επιδημία και καταστροφή που έχει πλήξει ποτέ την ανθρωπότητα και, ως εκ τούτου, δικαιολογεί οποιοδήποτε παράλογο μέτρο και οποιαδήποτε μορφή πολιτικής καταπίεσης, κατάλυση των συνταγμάτων, και καταπάτηση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων και αναγκών, προκειμένου να αντιμετωπιστεί η Καταστροφή που θα Εξαφανίσει το Ανθρώπινο Είδος.

κορονοθιασώτης: άτομο, συνθ. των ΜΜΕ, της κυβέρνησης, ή κάποιας οργάνωσης, το οποίο συμβάλλει ενεργά και με πάθος (και, πιθανώς, οικονομικό ή άλλο όφελος) στην εξάπλωση της κορονοτρομοκρατίας (βλ. λ.) και της κορονοκατάστασης (βλ. λ.).

κορονοθραύστης: άτομο που σπάει την «καραντίνα» σε περίοδο κορονοκατάστασης (βλ. λ.)· κακοποιός· κακούργος· μίασμα· εγκληματίας που αποκεφαλίζεται επιτόπου, κατά βούληση των κορονοφρουρών (βλ. λ.), για το καλό της ανθρωπότητας!

κορονοθρησκεία: σε περίοδο κορονοκατάστασης (βλ. λ.), ένας είναι ο Κύριος ο Θεός σου, ο Κορονοϊός, που απόστολός του είναι ο Μεγάλος Μασκοφόρος, ο Κορονοαδελφός, και οφείλεις επίσης να δείχνεις σέβας σε όλα τα τσιράκια της κυβέρνησής σου που τον υπηρετούν· άλλες θρησκείες ή θεοί (πλην του Κώστα Βουλαζέρη) δεν υπάρχουν, τέτοια να τα ξεχάσεις!

κορονοϊός: το γνωστό, δημοφιλές μικρόβιο Covid-19 που έχει αγαπηθεί από τα ΜΜΕ και εξυπηρετεί τα συμφέροντα αρχόντων που θέλουν να βάζουν τον κόσμο σε παράλογα δύσκολες καταστάσεις για δικό τους όφελος.

κορονοκατάσταση: υποτιθέμενη «καραντίνα» που επικρατεί όταν παρουσιαστεί κορονοϊός, ήτοι γενική παράλυση της κοινωνίας και της οικονομίας, παράλογες διώξεις πολιτών από κορονοφρουρούς (βλ. λ.), κορονοτρομοκρατία (βλ. λ.), και τα λοιπά· καταπίεση· χούντα· καταστροφή σε μεγάλη κλίμακα.

κορονοκέφαλος: άτομο που τη βρίσκει με την κορονοκατάσταση (βλ. λ.) για διάφορους προσωπικούς λόγους· ίσως να είναι επίσης κορονογράφος (βλ. λ.).

κορονολύκος: άτομο που επαναστατεί κατά της κορονοκατάστασης (βλ. λ.), δεν δέχεται κορονοτρομοκρατία (βλ. λ.), και θέλει να κρεμάσει κορονοτυράννους (βλ. λ.)· ίσως να είναι κορονοτρελός (βλ. λ.), κορονομάγος (βλ. λ.), κορονοαμφισβητίας (βλ. λ.), ή κορονοφωτισμένος (βλ. λ.), αλλά αυτό δεν είναι απαραίτητο.

κορονομάγος: άτομο που πιστεύει ότι ο Θεός, ή άλλη υπερβατική δύναμη, έριξε τον κορονοϊό επάνω στην ανθρωπότητα επειδή η ανθρωπότητα τού φέρθηκε άσχημα (όπως, για παράδειγμα, ο Ρασπουτίν έλεγε ότι ο Θεός έριξε τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο επάνω στην ανθρωπότητα επειδή η ανθρωπότητα τού φέρθηκα άσχημα).

κορονομαλακίες: άσκοπες μπουρδολογίες σχετικά με τον κορονοϊό, είτε από τα ΜΜΕ, είτε μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα, είτε μεταξύ ατόμων στη σπάνια περίπτωση που καταφέρνουν να συναντηθούν αυτοπροσώπως (και, συνήθως, παράνομα ως κορονοθραύστες (βλ. λ.))· τα μέτρα που παίρνει η κυβέρνηση κατά την περίοδο κορονοκατάστασης (βλ. λ.)· γενικά, ό,τι λέγεται για τον κορονοϊό· ψέματα και απάτες σχετικά με τον κορονοϊό· συνωμοσιολογίες σχετικά με τον κορονοϊό· η κορονοθεωρία (βλ. λ.).

κορονομαστούρα: η κατάσταση κατά την οποία το άτομο συνεχώς παρακολουθεί τις εξελίξεις για τον κορονοϊό από τα ΜΜΕ, τα social media, το διαδίκτυο, και συνεχώς συζητά μόνο για τον κορονοϊό μέχρι που ο κορονοϊός γίνεται όλος ο κόσμος του.

κορονομόδα: μάσκες και γάντια, σε πολλά χρώματα, αποχρώσεις, σχήματα, κτλ – μεγάλη αγορά, πολύ χρήμα, καλό θα ήταν να σκέφτεσαι να επενδύσεις στο εγγύς μέλλον.

κορονοοικολόγος: άτομο που πιστεύει ότι η κορονοκατάσταση (βλ. λ.) κάνει καλό στον πλανήτη από οικολογικής άποψης (λιγότερη ρύπανση, λιγότερα σκουπίδια – λιγότεροι άνθρωποι, βρε αδελφέ!)· (ακραίο) άτομο που πιστεύει ότι θα κάνει καλό στον πλανήτη αν ο κορονοϊός τελικά εξαφανίσει την ανθρωπότητα και αφήσει ζωντανά μόνο τα όμορφα ζωάκια!

κορονοοικονομία: είδη πρώτης ανάγκης – φαγητό και φάρμακα – και μόνο.

κορονοπαράλυση: παθολογική ασθένεια της ψυχής κατά την οποία το άτομο αισθάνεται τόσο μουδιασμένο από όσα ακούει για τον κορονοϊό (ασχέτως αν τα πιστεύει ή τα αποδέχεται) που δεν μπορεί να δράσει με κανέναν ουσιώδη τρόπο· το άτομο πιθανώς να πάσχει επίσης από κορονοφοβία (βλ. λ.) ή κορονοπαράνοια (βλ. λ.), και σίγουρα υφίσταται κορονοτρομοκρατία (βλ. λ.).

κορονοπαράνοια: παθολογικός φόβος ότι τα πάντα γύρω σου – άνθρωποι, αντικείμενα, οτιδήποτε – μεταφέρουν τον κορονοϊό· μη αποδεδειγμένα πιστεύω ότι ο κορονοϊός μπορεί να προέρχεται από τον αέρα, από κατάρες, από ηλεκτρομαγνητικά κύματα, από εξωγήινους, από τα όνειρα.

κορονοπρόβατο: άτομο που δεν αμφισβητεί ποτέ την κορονοκατάσταση (βλ. λ.) όσο κι αν βλέπει τα πάντα να καταστρέφονται γύρω του· πιθανώς να πάσχει από κρονοφοβία (βλ. λ.) ή κορονοπαράνοια (βλ. λ.), ή να είναι κορονοβαμπίρ (βλ. λ.).

κορονοσημαία: από ένα ακραίο σημείο κορονοκατάστασης (βλ. λ.) και μετά, η σημαία της χώρας αλλάζει και κάπου μέσα της τοποθετείται το σύμβολο του κορονοϊού (μια σφαίρα περιτριγυρισμένη από μια κορόνα)· φήμες λένε ότι η κυβέρνηση σκέφτεται να αντικαταστήσει τον σταυρό στην ελληνική σημαία με το κορονοσύμβολο.

κορονοστάση: η κατάσταση που επικρατεί όταν οι κορονόδουλοι (βλ. λ.) καταλαβαίνουν ότι τελικά είναι κορονόδουλοι και εξεγείρονται εναντίον της κρονοκατάστασης (βλ. λ.), των κορονοθιασωτών (βλ. λ.), και των κορονοτυράννων (βλ. λ.)· φανταστική κατάσταση που μπορεί ποτέ να μη συμβεί λόγω γενικής ύπνωσης.

κορονοSMS: φασιστικό ηλεκτρονικό μήνυμα που οι κορονόδουλοι (βλ. λ.) υποχρεούνται να στέλνουν (αντί να γράψουν κορονόχαρτο (βλ. λ.)) όποτε τολμούν να ξεμυτίσουν από τις κορονοτρύπες τους (βλ. λ.)· στο κορονοSMS οφείλει να γράφεται ό,τι και στο κορονόχαρτο (βλ. λ.) και τα επακόλουθα είναι τα ίδια αν ο κορονόδουλος (βλ. λ.) συλληφθεί χωρίς κορονόχαρτο (βλ. λ.) ή κορονοSMS (βλ. λ.)· το κορονοSMS θεωρείται, επιπλέον, τρομερή ευρεσιτεχνία καθώς διευκολύνει τις μυστικές υπηρεσίες να παρακολουθούν τους πάντες ώστε να μην κουράζονται οι άνθρωποι με άλλου είδους παρακολουθήσεις και πάθει τίποτα η υγεία τους (ακόμα ένα τρομερό υγειονομικό θέμα παρόμοιο του κορονοϊού)· εναλλακτική γραφή: κορονοSS.

κορονοτρελός: κάποιος που έχει δει ή αντιληφτεί κάτι τελείως μη συμβατικό σχετικά με τον κορονοϊό το οποίο κανένας άλλος δεν μπορεί να παραδεχτεί ως αληθινό.

κορονοτρομοκρατία: αυτό που κάνουν τα ΜΜΕ σε περίοδο κορονοκατάστασης (βλ. λ.), ή προσπαθώντας να δημιουργήσουν περίοδο κορονοκατάστασης και κορονομαστούρας (βλ. λ.).

κορονοτρύπα: η οικία πολίτη κατά την περίοδο κορονοκατάστασης (βλ. λ.).

κορονοτσάτσος: άτομο που, κατά την περίοδο κορονοκατάστασης (βλ. λ.), καρφώνει στους κορονοφρουρούς (βλ. λ.) όποιους νομίζει ότι σπάνε την «καραντίνα» ή θεωρεί επικίνδυνους να εξαπλώσουν τον κορονοϊό· βρισιά· απεχθής άνθρωπος.

κορονοτύραννος: άτομο της κυβέρνησης συνήθως (η εξωτερικός πράκτορας που «υποβοηθά» την κυβέρνηση) το οποίο επιβάλλει κορονοκατάσταση (βλ. λ.) και κορονοτρομοκρατία (βλ. λ.).

κορονοφοβία: παθολογικός φόβος ότι θα κολλήσεις τον κορονοϊό παρότι οι πιθανότητες να συμβεί αυτό είναι πολύ μικρές.

κορονοφρουρός: αστυνομικός, ή άλλος ασφαλίτης, κατά την περίοδο κορονοκατάστασης (βλ. λ.).

κορονοφωτισμένος: άτομο που πιστεύει ότι, μετά τον κορονοϊό, θα γίνουμε όλοι καλύτεροι άνθρωποι και η ανθρωπότητα γενικά θα βελτιωθεί· άτομο που πιστεύει ότι ο κορονοϊός αποτελεί ευκαιρία για να ενωθούμε όλοι και να ενδιαφερθούμε για τον πλησίον μας· άτομο που πιστεύει ότι ο κορονοϊός είναι «οργή Θεού» και έπεσε επάνω μας για τις αμαρτίες μας· (γεν.) άνθρωπος με κάποιο «υπερβατικό» πιστεύω για τον κορονοϊό.

κορονόχαρτο: φασιστικό έγγραφο στο οποίο οι κορονόδουλοι (βλ. λ.) υποχρεούνται, όποτε βγαίνουν από τις κορονότρυπές τους (βλ. λ.), να γράφουν όνομα, κατοικία, ημερομηνία γέννησης, λόγο που τολμούν να ξεμυτίσουν από την κορονότρυπα (βλ. λ.), και προορισμό· κορονόδουλος (βλ. λ.) έξω από κορονότρυπα (βλ. λ.) χωρίς κορονόχαρτο θεωρείται πιθανός κορονοθραύστης (βλ. λ.) και μπορεί ακόμα και να αποκεφαλιστεί επιτόπου, κατά βούληση των κορονοφρουρών (βλ. λ.)· εναλλακτικά, ο κορονόδουλος μπορεί να στείλει κορονοSMS (μεγάλα τα πνεύματα που είχαν τέτοια έξυπνη ιδέα για προστασία των δέντρων και εξοικονόμηση χαρτιού – ίσως να είναι κορονοοικολόγοι (βλ. λ.)).

μαύρη κορονοαγορά: οινόπνευμα.

 

 

Επίσης . . .

Βιβλιοκριτική: Imaginary Worlds του Lin Carter


Έχοντας διαβάσει (και σχολιάσει) το Wizardry and Wild Romance του Michael Moorcock, είχα κάνει όρεξη να προχωρήσω σε κάτι παρόμοιο· κι αφού κι ο ίδιος ο Moorcock προτείνει το Imaginary Worlds, προχώρησα προς τα εκεί.

Είναι κι αυτό, φυσικά, μια πραγματεία για τη φανταστική λογοτεχνία, αλλά, παρότι έχει ομοιότητες με το Wizardry and Wild Romance, δεν είναι το ίδιο πράγμα. Ο Moorcock κρίνει, κυρίως, την εποχή του· ο Lin Carter μιλά πιο διαχρονικά και πιο ιστορικά (αν και την κρίνει, εν μέρει, και την εποχή του σ’ένα σημείο). Ξεκινά, μάλιστα, διευκρινίζοντας τι εννοεί λέγοντας «φανταστική λογοτεχνία» – fantasy – ώστε να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις:

But what I mean by the word "fantasy" is a narrative of marvels that belong to neither the scientific nor the supernatural. The essence of this sort of story can be summed up in. one word: magic. A fantasy is a book or story, then, in which magic really works-not a fairy­ tale, not a story written for children, like Peter Pan or The Wizard of Oz, but a work of fiction written for adults-a story which challenges the mind, which sets it working.

Και, για να είμαι ειλικρινής, συμφωνώ απόλυτα με αυτό τον ορισμό. Το ίδιο εννοώ κι εγώ, συνήθως, όταν λέω «φανταστική λογοτεχνία».

[Συνέχισε να διαβάζεις]

 

Επιλογές Απριλίου (8/4)


~Γκράφιτι από τη νιότη μας & Πώς να σταματάς το κινητό σου απ’το να σε παρακολουθεί & KillerTools & Οι αγορές που ποντάρουν στις καταστροφές & Τα «παράνομα» τραπεζικά δίκτυα & Ένας μαγευτικός κήπος στην Τοσκάνη φτιαγμένος στην Αναγέννηση & Tadami Yamada (παράξενα εξώφυλλα) & Rubáiyát του RS Sherriffs (παραμυθένιες εικονογραφήσεις) & Histoires Prodigieuses (1559 – Pierre Boaistuau) & Olaf Hajek (μαγικορεαλιστικοί πίνακες) & Ψυχεδελικές οντότητες χωρίς επιστημονική εξήγηση & Θαλάσσια τέρατα & A Pictorial History of Horror Stories – 200 Years of Spine Chilling Illustrations from the Pulp Magazines (1985) & Το θαλάσσιο ερπετό του Gloucester & Ken Barr (τέχνη) & Οι εικονογραφήσεις Ðông Hồ & Το πρώτο περιοδικό φαντασίας και τρόμου & άλλα πολλά στο LinX~

 

Φανταστική Λεξιπλασία


Κάτι περισσότερο από ένας σχολιασμός για το Imaginary Worlds του Lin Carter

Αυτές τις μέρες διάβαζα το Imaginary Worlds του Lin Carter, το οποίο είναι ένας σχολιασμός για τη φανταστική λογοτεχνία. Ο Lin Carter ήταν ένας αρκετά γνωστός συγγραφέας φαντασίας – καλτ συγγραφέα, θα τον έλεγα – και δεν θα πω τίποτ’ άλλο γι’αυτόν (μη θέλοντας να μιμηθώ τον ίδιο στις παρουσιάσεις του μέσα στο Imaginary Worlds)· για περισσότερα, μπορείτε να τον τσεκάρετε στη Wikipedia. Το 2022 είχα διαβάσει το πρώτο βιβλίο του από τη σειρά με τον Thongor, και ήταν τόσο χάλια που δεν διάβασα τίποτα παραπέρα σε αυτή τη σειρά. Το 2023, όμως, διάβασα μια άλλη σειρά που έχει γράψει, το Gondwane Epic, η οποία ήταν πολύ καλή, και έχει γίνει από τις αγαπημένες μου, και θέλω κάποτε να την ξαναδιαβάσω. (Ναι, ήταν τόσο καλή.)

Τώρα διάβαζα το Imaginary Worlds επειδή πήρα φόρα μετά από το Wizardry and Wild Romance: A Study of Epic Fantasy, του Moorcock, το οποίο διάβασα πρόσφατα (και σχολίασα). Δε θα πω κάτι περισσότερο για το Imaginary Worlds εδώ· απλώς θέλω να σχολιάσω μερικά πράγματα που γράφει ο Lin Carter σε αυτό το βιβλίο σχετικά με τη δημιουργία φανταστικών ονομάτων. Γιατί πιστεύω ότι έχει ενδιαφέρον.

Ορισμένα από αυτά που λέει τα βρίσκω σωστά· ορισμένα τα βρίσκω τελείως βλακείες. Εκείνο που δεν μου αρέσει είναι ότι μοιάζει να είναι λιγάκι απόλυτος στο τι είναι καλό και τι κακό, ενώ, στην πραγματικότητα, η τελική κρίση σε αυτά τα θέματα είναι το προσωπικό γούστο, και δεν είναι λογικό να λες ότι κάποιοι έχουν «μουσικό αφτί» ενώ κάποιοι άλλοι είναι «κουφοί».

Αλλά ας τα πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά.

Αναφέρομαι στο Κεφάλαιο 10, A Local Habitation and a Name.

[Συνέχισε να διαβάζεις]