Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
6 / 3 / 2023

Όσοι έχουν διαβάσει κάτι από αυτά που γράφω θα έχουν καταλάβει ότι δεν είμαι από τους συγγραφείς που γράφουν μικρές ιστορίες κυρίως αλλά μεγάλες ιστορίες που, πολλές από αυτές, τραβάνε σε συνέχειες σαν τηλεοπτική σειρά. Αυτό το κάνω επειδή μου αρέσει να ασχολούμαι με τα φανταστικά σκηνικά που επινοώ και με τους χαρακτήρες το ίδιο. Δε μ’αρέσει απλά να γράψω μερικές χιλιάδες λέξεις γι’αυτά τα πράγματα και μετά να τα παρατήσω.

Και το ίδιο κάνουν και αρκετοί άλλοι συγγραφείς, ειδικά φανταστικής λογοτεχνίας. Υπάρχει κάτι στη φανταστική λογοτεχνία που σε ωθεί να γράφεις συνέχειες και ιστορίες επί ιστοριών. Ίσως να είναι το ότι το σκηνικό είναι πλασματικό και, άρα, μπορείς να συνεχίζεις να το ανακαλύπτεις και να το μεταλλάσσεις επ’άπειρον. Είναι μαγεία.

Υπάρχει, όμως, και μια παγίδα εδώ στην οποία μπορεί εύκολα να πέσεις αν δεν σταθείς λίγο και αναρωτηθείς: Και πού σταματάω;

Θεωρητικά, μπορείς να γράφεις για πάντα για ένα φανταστικό σκηνικό ή για κάποιους χαρακτήρες μέσα σ’αυτό το σκηνικό. Ειδικά από ένα σημείο και έπειτα, αυτό έρχεται φυσικά. Η ίδια η εξέλιξη της ιστορίας σε ωθεί να το κάνεις, μέσα από τα ερωτηματικά που γεννιούνται και από τα γεγονότα που συμβαίνουν. Μπορείς, οπότε, να τελειώσεις ένα βιβλίο και, μετά, ν’ακολουθήσεις ένα αφηγηματικό παρακλάδι που βγαίνει από αυτό, ή ένα άλλο παρακλάδι. Ή μπορείς να εξερευνήσεις μια άλλη περιοχή στο ίδιο φανταστικό σκηνικό από την οποία οι χαρακτήρες της προηγούμενης αφήγησης είχαν, υποχρεωτικά, περάσει επί τροχάδην. Και όταν τα έχεις γράψει κι αυτά, παρουσιάζονται κι άλλα παρακλάδια, κι άλλα πράγματα που θα είχαν ενδιαφέρον να γράψεις πάνω σ’αυτό το σκηνικό, ή με αυτούς τους χαρακτήρες.

Πού σταματάς;

Ορισμένοι συγγραφείς δεν σταματάνε ποτέ. Γράφουν συνεχώς στο ίδιο σκηνικό, ή ιστορίες με τους ίδιους χαρακτήρες. Ένας τέτοιος συγγραφέας που μπορώ να σκεφτώ αυτή τη στιγμή επιτόπου είναι ο Raymond Feist. Αν δεν κάνω λάθος, ακόμα για τη Midekemia (ελπίζω να τη γράφω σωστά) γράφει.

Προσωπικά, προτιμώ να αναγκάζω τον εαυτό μου να το αφήσει κάπου. Να πει Εντάξει, εδώ τελειώσαμε τώρα. Ώστε να πάμε και σε κάτι άλλο. Να δούμε κάτι τελείως καινούργιο. Να εξερευνήσουμε πράγματα με έναν τελείως διαφορετικό τρόπο. Δεν ωφελεί, νομίζω, να μένεις παγιδευμένος σε ένα μόνο σκηνικό ή σε μερικούς χαρακτήρες.

Γιατί, όμως, αυτό να είναι κακό;

Δε λέω ότι είναι «κακό» ακριβώς. Απλώς εμένα δεν μου αρέσει.

Και τώρα πάλι, καθώς τελείωσα μια σειρά, το αισθάνθηκα ξανά: αισθάνθηκα να με τραβάει να γράψω κι άλλα γι’αυτό το σκηνικό και γι’αυτούς τους χαρακτήρες. (Είναι μια σειρά που δεν έχω δημοσιεύσει ακόμα· είπα ότι θα ξεκινήσω πάλι από το 2025, και το κρατάω.) Θα ήθελα να γράψω κι άλλες ιστορίες εκεί. Αλλά κάπου πρέπει να πεις ότι έχεις τελειώσει: και ο φανταστικός κόσμος που έχεις πλάσει είναι ζωντανός, και μπορεί να προχωρήσει και χωρίς εσένα. Αυτό είναι και το θέμα, έτσι; Ότι το φανταστικό σκηνικό, καθώς γράφεις και γράφεις και γράφεις, από ένα σημείο και μετά ζωντανεύει. Γίνεται σαν πραγματικό. Γίνεται πιο πραγματικό από το πραγματικό. Αρχίζει να σε τραβάει, γιατί είναι ατέρμονο, όπως όλα τα ζωντανά πράγματα.

Αν ήθελα, μπορούσα να γράφω ακόμα Θυγατέρες της Πόλης, αλλά, φυσικά, δεν το κάνω. Κάπου έπρεπε να σταματήσω.

Αν ήθελα, μπορούσα να γράφω ακόμα και Άρμπεναρκ – αν είναι δυνατόν... Ναι, και όμως. Από τον καιρό της λάσπης. Μπορούσα να γράφω ακόμα εκεί, αν ήθελα. Αλλά δεν θα είχε νόημα, νομίζω. Δεν θα είχα εξερευνήσει άλλα πράγματα, ούτε από άποψη γραφής ούτε από άποψη σκέψης. Και, εκτός των άλλων, τα πρώτα βιβλία του Άρμπεναρκ δεν είναι και πολύ καλά (δεν ήμουν και τόσο καλός συγγραφέας τότε), και θα ήμουν καταδικασμένος πάντα αυτά να είναι τα «πρώτα βιβλία» μου που θα έπρεπε κάποιος να διαβάσει για να προχωρήσει.

Γενικά, μια καινούργια αρχή πάντα ωφελεί. Μια αρχή από το μηδέν.

NULL to INFINITY.

 

 

Επίσης . . .

Γιατί Δεν μας Αρέσει η Παράδοσή μας;


Οι συγγραφείς φανταστικής λογοτεχνίας, στην Ελλάδα, έχουν αρκετές φορές κατηγορηθεί από διάφορους ότι δεν τους αρέσει η ελληνική παράδοση, ότι δεν τη χρησιμοποιούν μέσα στις ιστορίες τους αλλά χρησιμοποιούν την «ξένη» παράδοση.

Ή, μάλλον, αυτό είναι αρκετά γενικό· δεν ισχύει για όλους τους συγγραφείς φαντασίας στην Ελλάδα. Υπάρχουν και ορισμένοι που, φανατικά μάλιστα, γράφουν ιστορίες με έντονη βάση στην ελληνική παράδοση. Αλλά το κάνουν μόνο ορισμένοι, και καλό είναι αφού τους αρέσει. Όμως δεν το κάνουν όλοι, και όσοι δεν το κάνουν έχουν συχνά μπει στο στόχαστρο. Έχουν ακουστεί διάφορα άσχημα λόγια, ότι δεν είναι «αρκετά ελληνικά» αυτά που γράφουν, ότι «δεν τους αρέσει η Ελλάδα», ότι «είναι ξενόφερτη η θεματολογία τους», και παρόμοια μαργαριτάρια.

Κάποιοι φαίνεται να νομίζουν ότι, αν είσαι Έλληνας, πρέπει συνέχεια να γράφεις για τον Δία και τον Ηρακλή, για την Ελληνική Επανάσταση, ή για την καταστροφή της Σμύρνης· για τη Χούντα, για τον Εμφύλιο, ή για την Αντίσταση. Οτιδήποτε άλλο απαγορεύεται! Αν είσαι Έλληνας. Αν είσαι ξένος, εντάξει, όλα καλά· γράψε ό,τι γουστάρεις, βρε αδελφέ. Αλλά, αν είσαι Έλληνας, πρέπει να έχεις περιορισμένη θεματολογία. Για κάποιο μυστηριώδη λόγο.

Αυτό, βέβαια, πάει κόντρα στη νοοτροπία της φανταστικής λογοτεχνίας που – όπως το βλέπω εγώ, τουλάχιστον – είναι να εξερευνάς συνεχώς καινούργια πράγματα και καινούργιες ιδέες.

Εννοείται πως είναι προκατειλημμένο και κακόηθες να κατηγορεί κανείς τους συγγραφείς φαντασίας ότι αυτά που γράφουν «δεν είναι αρκετά ελληνικά», όμως κανείς δεν φαίνεται να αναρωτιέται γιατί αυτοί οι συγγραφείς δεν χρησιμοποιούν την ελληνική παράδοση στη λογοτεχνία τους.

[Συνέχισε να διαβάζεις]

 

Επιλογές Ιουλίου (21/7)


αμφιλεγόμενα κινούμενα σχέδια, και The New Northland (του Louis Pope Gratacap – 1915), και Jasmine Becket-Griffith & David Van Gough (παραμυθένια, νεκροσουρεαλιστική τέχνη), και ελληνικοί μύθοι σε ταινίες, και The Cube (του Jim Henson – 1969), και η λεηλασία της επιστημονικής φαντασίας (από τους σύγχρονους τεχνολογικούς γίγαντες), και The Cosmic Dope (φιλμ ΕΦ μικρού μήκους), και Δαιμονικά, Χίμαιρες, & το Γκροτέσκο στη Γαλλική Γοτθική Γλυπτική, και το Ατελιέ Heinrichs & Bachmann (εξώφυλλα για βιβλία φαντασίας: ’60–’80), και Clifford D. Simak (μυθιστορήματα ηρωικής φαντασίας), και Bob Peak (τέχνη από την ταινία Excalibur), και Sweets to the Sweet (ο Robert Bloch στην οθόνη), και Richard Powers (ψυχεδελικοσουρεαλιστική τέχνη εξώφυλλων φαντασίας), και: ακόμα περισσότερα στο LinX...

 

Η Πολιτική της Φανταστικής Λογοτεχνίας


Η φανταστική λογοτεχνία είναι γεμάτη μονάρχες, ευγενείς, και αριστοκρατία. Το ίδιο (παραδόξως;) ισχύει και για την επιστημονική φαντασία (ή, μήπως, θα έπρεπε απλά να την πούμε φαντασία στο διάστημα;), όπως στο Dune του Herbert, ή, για ένα ακόμα πιο παλιό παράδειγμα, όπως στο Princess of Mars και τις συνέχειές του, του Burroughs. Σε όλα αυτά τα βιβλία έχουμε βασιλιάδες και βασίλισσες, πρίγκιπες και πριγκίπισσες, και κάθε είδους τρελό ή ηρωικό αριστοκράτη.

Πολλοί έχουν – εύλογα, ίσως – αναρωτηθεί γιατί. Γιατί, βρε παιδιά, τόση αριστοκρατία στη φανταστική λογοτεχνία; Γιατί ένα τέτοιο ξεπερασμένο πολιτικό σύστημα;

Για το Dune, συγκεκριμένα, είχα διαβάσει κάποιον να σχολιάζει ότι η κοινωνία του είναι «οπισθοδρομική». Και ίσως όντως να είναι... Δηλαδή, αναλογιστείτε: αυτοί οι άνθρωποι ταξιδεύουν στο διάστημα, αλλά ακόμα έχουν δούκες και βαρόνους; Δεν έχουν αντιληφτεί την έννοια της δημοκρατίας; Μαλάκες είναι;

Δε νομίζω, όμως, ότι όσοι σκέφτονται έτσι σκέφτονται σωστά ακριβώς. Η φανταστική λογοτεχνία (περιλαμβάνοντας και αυτή που είναι στο διάστημα, ή σε άλλους πλανήτες) δεν υποτίθεται ότι είναι για να σχολιάσει την κοινωνία, ή για να μεταδώσει κοινωνικές ή πολιτικές αξίες. Ανέκαθεν ο σκοπός της φανταστικής λογοτεχνίας ήταν να μας κάνει να βιώσουμε συναρπαστικές περιπέτειες σε μαγευτικούς κόσμους.

Και δεν μπορείς να το κάνεις αυτό με δημοκρατικό πολίτευμα, ρε άνθρωπε; Γιατί;

[Συνέχισε να διαβάζεις]