Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
15 / 4 / 2020

(Επειδή δεν μπορεί να λέμε συνέχεια για τον Γαμιολοϊό...)

 

Χτες τελείωσα το The Changing Land, το οποίο αποτελεί συνέχεια του Dilvish, the Damned, με τον ίδιο ήρωα, τον Dilvish, the Damned (αναμενόμενα). Το The Changing Land είναι το τελευταίο βιβλίο, και οφείλω να πω ότι μου άρεσε πολύ λιγότερο από το πρώτο. Το πρώτο, αρχικά, έχει ένα τελείως μυθικό ύφος που σαγηνεύει. Σταδιακά αυτό μειώνεται ώσπου τελικά μας μένει το κλασικό, άνετο περιπετειώδες ύφος του Roger Zelazny. Όχι πως αυτό είναι κακό. Αλλά η τελευταία ιστορία του Dilvish, the Damned (είναι διηγήματα τα οποία συνδέονται) δεν μου άρεσε και τόσο· σαν επεισόδιο από τηλεοπτική σειρά φαντασίας μού φάνηκε – αν και καλό για τέτοιο.

Το The Changing Land μού άρεσε στην αρχή και, κυρίως, στο τέλος. Στο ενδιάμεσο με άφησε αρκετά δυσαρεστημένο, αν και το concept ήταν ομολογουμένως ενδιαφέρον. Το πρόβλημα ήταν πως τέτοια σκηνικά που περιγραφεί – τελείως σουρεαλιστικά και abstract ορισμένα από αυτά, ή τελείως παράξενες αρχιτεκτονικές και χώροι – πολλές φορές δεν είναι εύκολο να τα φανταστείς. Σ’ένα βιβλίο θες κάτι περισσότερο για να σε κρατήσει – κάτι σχετικό με την πλοκή, όχι με το θέαμα, κι αυτό δεν νομίζω ότι υπήρχε στον βαθμό που χρειαζόταν. Το The Changing Land μπορεί να γινόταν μια πολύ όμορφη σουρεαλιστική ταινία· ίσως αυτό να ταίριαζε καλύτερα.

Όχι πως ήταν άσχημο. Σε σχέση με άλλα βιβλία, ήταν καλό. Αλλά δεν είναι αυτό που περιμένω από τον Roger Zelazny. Περιμένω κάτι πολύ καλύτερο.

Και όλα όσα διαβάζω από αυτόν, αναπόφευκτα, τα συγκρίνω με το Amber, αλλά κανένα δεν φτάνει εκεί. Και δεν έχω διαβάσει λίγα από τα βιβλία του πλέον. Κάποια από αυτά που θυμάμαι είναι τα εξής: Jack of Shadows, To Die in Italbar, Doorways in the Sand, A Night in the Lonesome October, Damnation Alley, Eye of Cat. Και δυο, τρία διηγήματα τουλάχιστον. (Ίσως κάτι να μου διαφεύγει.) Ορισμένα είναι καλύτερα, ορισμένα είναι χειρότερα. Κανένα δεν είναι σαν το Amber. Το είχα ξαναδιαβάσει πρόσφατα (και είχα γράψει και γι’αυτό) και πραγματικά δεν μπορεί να συγκριθεί με τίποτε άλλο που έχει γράψει ο Zelazny. Πρέπει να είχε τρομερή έμπνευση όταν έγραφε το Amber, παρότι δεν γράφτηκε αμέσως αλλά σε μια περίοδο αρκετών χρόνων. Είναι αληθινά αξιοσημείωτο. Δε νομίζω ότι θα συναντήσω ποτέ τίποτα παρόμοιο (όχι αντιγραφή· παρόμοιο), όσο κι αν ψάξω.

 

 

Επίσης . . .

Γιατί Δεν μας Αρέσει η Παράδοσή μας;


Οι συγγραφείς φανταστικής λογοτεχνίας, στην Ελλάδα, έχουν αρκετές φορές κατηγορηθεί από διάφορους ότι δεν τους αρέσει η ελληνική παράδοση, ότι δεν τη χρησιμοποιούν μέσα στις ιστορίες τους αλλά χρησιμοποιούν την «ξένη» παράδοση.

Ή, μάλλον, αυτό είναι αρκετά γενικό· δεν ισχύει για όλους τους συγγραφείς φαντασίας στην Ελλάδα. Υπάρχουν και ορισμένοι που, φανατικά μάλιστα, γράφουν ιστορίες με έντονη βάση στην ελληνική παράδοση. Αλλά το κάνουν μόνο ορισμένοι, και καλό είναι αφού τους αρέσει. Όμως δεν το κάνουν όλοι, και όσοι δεν το κάνουν έχουν συχνά μπει στο στόχαστρο. Έχουν ακουστεί διάφορα άσχημα λόγια, ότι δεν είναι «αρκετά ελληνικά» αυτά που γράφουν, ότι «δεν τους αρέσει η Ελλάδα», ότι «είναι ξενόφερτη η θεματολογία τους», και παρόμοια μαργαριτάρια.

Κάποιοι φαίνεται να νομίζουν ότι, αν είσαι Έλληνας, πρέπει συνέχεια να γράφεις για τον Δία και τον Ηρακλή, για την Ελληνική Επανάσταση, ή για την καταστροφή της Σμύρνης· για τη Χούντα, για τον Εμφύλιο, ή για την Αντίσταση. Οτιδήποτε άλλο απαγορεύεται! Αν είσαι Έλληνας. Αν είσαι ξένος, εντάξει, όλα καλά· γράψε ό,τι γουστάρεις, βρε αδελφέ. Αλλά, αν είσαι Έλληνας, πρέπει να έχεις περιορισμένη θεματολογία. Για κάποιο μυστηριώδη λόγο.

Αυτό, βέβαια, πάει κόντρα στη νοοτροπία της φανταστικής λογοτεχνίας που – όπως το βλέπω εγώ, τουλάχιστον – είναι να εξερευνάς συνεχώς καινούργια πράγματα και καινούργιες ιδέες.

Εννοείται πως είναι προκατειλημμένο και κακόηθες να κατηγορεί κανείς τους συγγραφείς φαντασίας ότι αυτά που γράφουν «δεν είναι αρκετά ελληνικά», όμως κανείς δεν φαίνεται να αναρωτιέται γιατί αυτοί οι συγγραφείς δεν χρησιμοποιούν την ελληνική παράδοση στη λογοτεχνία τους.

[Συνέχισε να διαβάζεις]

 

Επιλογές Ιουλίου (21/7)


αμφιλεγόμενα κινούμενα σχέδια, και The New Northland (του Louis Pope Gratacap – 1915), και Jasmine Becket-Griffith & David Van Gough (παραμυθένια, νεκροσουρεαλιστική τέχνη), και ελληνικοί μύθοι σε ταινίες, και The Cube (του Jim Henson – 1969), και η λεηλασία της επιστημονικής φαντασίας (από τους σύγχρονους τεχνολογικούς γίγαντες), και The Cosmic Dope (φιλμ ΕΦ μικρού μήκους), και Δαιμονικά, Χίμαιρες, & το Γκροτέσκο στη Γαλλική Γοτθική Γλυπτική, και το Ατελιέ Heinrichs & Bachmann (εξώφυλλα για βιβλία φαντασίας: ’60–’80), και Clifford D. Simak (μυθιστορήματα ηρωικής φαντασίας), και Bob Peak (τέχνη από την ταινία Excalibur), και Sweets to the Sweet (ο Robert Bloch στην οθόνη), και Richard Powers (ψυχεδελικοσουρεαλιστική τέχνη εξώφυλλων φαντασίας), και: ακόμα περισσότερα στο LinX...

 

Η Πολιτική της Φανταστικής Λογοτεχνίας


Η φανταστική λογοτεχνία είναι γεμάτη μονάρχες, ευγενείς, και αριστοκρατία. Το ίδιο (παραδόξως;) ισχύει και για την επιστημονική φαντασία (ή, μήπως, θα έπρεπε απλά να την πούμε φαντασία στο διάστημα;), όπως στο Dune του Herbert, ή, για ένα ακόμα πιο παλιό παράδειγμα, όπως στο Princess of Mars και τις συνέχειές του, του Burroughs. Σε όλα αυτά τα βιβλία έχουμε βασιλιάδες και βασίλισσες, πρίγκιπες και πριγκίπισσες, και κάθε είδους τρελό ή ηρωικό αριστοκράτη.

Πολλοί έχουν – εύλογα, ίσως – αναρωτηθεί γιατί. Γιατί, βρε παιδιά, τόση αριστοκρατία στη φανταστική λογοτεχνία; Γιατί ένα τέτοιο ξεπερασμένο πολιτικό σύστημα;

Για το Dune, συγκεκριμένα, είχα διαβάσει κάποιον να σχολιάζει ότι η κοινωνία του είναι «οπισθοδρομική». Και ίσως όντως να είναι... Δηλαδή, αναλογιστείτε: αυτοί οι άνθρωποι ταξιδεύουν στο διάστημα, αλλά ακόμα έχουν δούκες και βαρόνους; Δεν έχουν αντιληφτεί την έννοια της δημοκρατίας; Μαλάκες είναι;

Δε νομίζω, όμως, ότι όσοι σκέφτονται έτσι σκέφτονται σωστά ακριβώς. Η φανταστική λογοτεχνία (περιλαμβάνοντας και αυτή που είναι στο διάστημα, ή σε άλλους πλανήτες) δεν υποτίθεται ότι είναι για να σχολιάσει την κοινωνία, ή για να μεταδώσει κοινωνικές ή πολιτικές αξίες. Ανέκαθεν ο σκοπός της φανταστικής λογοτεχνίας ήταν να μας κάνει να βιώσουμε συναρπαστικές περιπέτειες σε μαγευτικούς κόσμους.

Και δεν μπορείς να το κάνεις αυτό με δημοκρατικό πολίτευμα, ρε άνθρωπε; Γιατί;

[Συνέχισε να διαβάζεις]