Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
13 / 9 / 2023

Έχω αρχίσει να διαβάζω το Blood Song του Anthony Ryan, το πρώτο βιβλίο της σειράς Raven’s Shadow. Η πρώτη εντύπωση που σου κάνει δεν είναι κακή. Το γράψιμο κυλά άνετα, και είναι συγχρόνως και αρκετά ατμοσφαιρικό (αν και έχω την αίσθηση ότι ο συγγραφέας δεν είναι και τόσο έμπειρος με την ίδια την τέχνη της γραφής, καθώς βλέπω πολλά κόμματα εκεί που καταφανώς θα έπρεπε να είναι κάποιο ισχυρότερο σημείο στίξης, όπως άνω τελεία τουλάχιστον). Δεν μοιάζει καθόλου κακό βιβλίο. Όμως, τι γραφεί;

Είναι, γι’ακόμα μια φορά, ένας σκοτεινός μεσαιωνικός κόσμος, βίαιος, χωρίς έλεος. Είναι, πάλι, ένας νεαρός που θα μεγαλώσει για να γίνει σπουδαίος πολεμιστής με πολλούς τίτλους. Η μαγεία είναι σκοτεινή και δεν φαίνεται σχεδόν καθόλου παρά μόνο σε μύθους. Ο νεαρός μας ήρωας, στον πρόλογο, παρουσιάζεται μεγάλος πια και καθώς κάποιος τρίτος γράφει γι’αυτόν σε πρώτο πρόσωπο· μετά, από το πρώτο κεφάλαιο, το βιβλίο είναι σε τρίτο πρόσωπο, κλειστή οπτική γωνία, επικεντρωμένη σε έναν χαρακτήρα, και μας παρουσιάζει τον νεαρό ήρωα που ξεκινά να εκπαιδεύεται μέσα σε ένα πολεμικό τάγμα του βασιλείου του. Το τάγμα είναι, φυσικά, πολύ βίαιο και σκληρό. Μόνο οι δυνατοί αντέχουν. Είναι κάτι σαν «σκοτεινοί ιππότες», αν και η λέξη ιππότης δεν χρησιμοποιείται. Ένας μυστηριώδης λύκος (ναι, λύκος σε βιβλίο επικής φαντασίας· για φαντάσου φαντασία) παρουσιάζεται μες στα δάση βοηθώντας τον ήρωα για κάποιο ανεξήγητο λόγο.

Σου θυμίζουν κάτι όλ’ αυτά;

Ε, ναι, γαμώτο. Ακόμα ένα τέτοιο βιβλίο φαντασίας που είναι της μόδας τώρα εξαιτίας του A Song of Ice and Fire και παρόμοιων που έχουν κυκλοφορήσει. Ο κόσμος που περιγράφει δεν έχω μέχρι στιγμής δει να έχει έστω κάποια ιδιαιτερότητα, κάποια ιδιομορφία, κάποια «παραξενιά», βρε αδελφέ. Είναι ο Τυπικός Σκοτεινός Μεσαιωνικός Κόσμος, με τη βούλα επάνω.

Εεε, όπως είπα ήδη, το βιβλίο δεν είναι κακό. Είναι αρκετά καλό, άνετο, και ατμοσφαιρικό στην ανάγνωση. Αλλά... τι πέρα από αυτό;

Ίσως να είναι, για κάποιους, ακριβώς εκείνο που θέλουν να διαβάσουν. Ένα ακόμα από αυτά. Αλλά προσωπικά πάντα ψάχνω για το ιδιαίτερο, το ιδιόμορφο, το διαφορετικό σ’ένα βιβλίο... κι όταν δεν το βρίσκω, κάτι με χαλάει.

Ως συνήθως, όμως, θα του δώσω μια ευκαιρία. Τις πρώτες 100 σελίδες σίγουρα θα τις διαβάσω. Και μετά, βλέπουμε...

Αλλά εκείνο που, εκτός των άλλων, με εκπλήσσει είναι πώς γράφονται συνέχεια τέτοια μυθιστορήματα. Πόσες φορές αυτό το ίδιο, ή παρόμοιο, πράγμα πια;

Υποθέτω, είναι κάτι όπως και με τα βιβλία αντιγραφές του Τόλκιν την προηγούμενη περίοδο της φανταστικής λογοτεχνίας, τα οποία τώρα έχουν ελαττωθεί δραματικά.

Το ερώτημα είναι, πώς δεν βαριούνται να διαβάζουν το ίδιο πράγμα και να γράφουν το ίδιο πράγμα.

 

 

Επίσης . . .

Περί Γραφής: Τελεία και ΟΧΙ Παύλα, Ξανά


Αυτό το άρθρο είναι συνέχεια του προηγούμενου: Τελεία και ΟΧΙ Παύλα. Εν μέρει, μου έδωσε έμπνευση να το γράψω κάποιος που ανέφερε κάτι σε ένα από τα σόσιαλ μύδια. Και λέω εν μέρει γιατί δεν χρειάζομαι ποτέ και πολλή έμπνευση για να γράψω για τη στίξη. Έχω μια σχέση αγάπης-μίσους μαζί της. Ξεκίνησα να γράφω ως τελείως άσχετος με τη στίξη, μην έχοντας ιδέα ποια θα μπορούσε ποτέ να ήταν η χρήση της άνω τελείας: ίσως ακόμα και του κόμματος. Έφτασα σε σημείο να νομίζω ότι έβαζα σωστά τη στίξη, αλλά απλά το νόμιζα μόνο. Και κατέληξα να συμπεράνω πόσο ανόητος είσαι όταν νομίζεις ότι «ξέρεις» τη χρήση της στίξης, και πόσο υποκειμενική μπορεί να είναι η στίξη. Αλλά όχι και στα πάντα. Υπάρχουν κι ορισμένα σταθερά πράγματα. Και υπάρχει και μια κάποια... αισθητική. Ναι, αισθητική.

Έτσι, γράφουμε τώρα συνέχεια του προηγούμενου άρθρου γιατί, πολύ απλά, το θεωρώ ενδιαφέρον να γράψω συνέχεια. Και έχει νόημα. Ακολουθήστε με...

Σχετικά με την παύλα μπορεί να υπάρξει ένα ερώτημα: Γιατί να μην κολλά επάνω στις λέξεις; Να, για παράδειγμα, δες τι γίνεται με όλα τα άλλα σημεία στίξης: κολλάνε επάνω στις λέξεις. Η παύλα γιατί να μην κολλά; Στο πηγάδι κατούρησε;

Το θέμα είναι το εξής: όλα τα άλλα σημεία στίξης (εκτός, ίσως, από το θαυμαστικό) είναι αρκετά παλιά. Η παύλα – εκτός αν κάνω τρομερό λάθος – είναι πιο πρόσφατη. Δεν υπήρχε παλιά. Και, παρότι ουσιαστικά συντακτικό σημείο στίξης (όχι σχολιαστικό, όπως το θαυμαστικό), είναι κάπως ιδιαίτερο, και έχει κατά καιρούς χρησιμοποιηθεί με διάφορους τρόπους. Ακόμα και σαν να ήταν σχολιαστικό!

Η παύλα, σε κάποια κείμενα, μπορεί να βρεθεί να αντικαθιστά μέχρι και την τελεία, ή μπορεί να μπαίνει και μαζί με την τελεία. Ή όπου αλλού μπορείς να διανοηθείς. Πολλοί πιστεύουν, δε, ότι χρησιμοποιείται απλώς για να τονίσει την επόμενη λέξη, ή φράση: ή τη λέξη, ή φράση, που κλείνεται ανάμεσα στις παύλες.

Επικρατεί μια σύγχυση.

Αλλά, στην πραγματικότητα, σύγχυση δεν υφίσταται. Είναι συντακτικό σημείο στίξης, ουσιαστικά, όχι σχολιαστικό.

Όλα τα άλλα σημεία στίξης κολλάνε επάνω στις λέξεις, ναι. Αλλά κολλάνε ανεξαιρέτως (πλην της παρένθεσης) στο τέλος της λέξης, ποτέ στην αρχή. Κόμμα, τελεία, άνω τελεία, ερωτηματικό, θαυμαστικό... τα έχετε δει ποτέ στην αρχή; Πάντα στο τέλος κολλάνε.

Και ρωτάω τώρα: Η παύλα πού κολλάει; Στην αρχή, ή στο τέλος;

[Συνέχισε να διαβάζεις]

 

Επιλογές Οκτωβρίου (21/10)


Sanjulián (τέχνη) & Rudolf Kalvach (παράξενες κάρτες – 1907) & Hannah Flowers (τέχνη) & Το σπίτι που εξαφανίστηκε & Michael Kaluta (τέχνη) & Οι εικονογράφοι του Poe & Η γηραιότερη χελώνα της γης (αθάνατη;) & 221 Camera Obscuras & Infinite Jungle (στον browser σας) & Robin F. Williams (τέχνη) & Rottweilin (τέχνη) & Στα ίχνη των Shonokin (του Manly Wade Wellman) & Κόμιξ με τον Elric (1970) & περισσότερα στο LinX

 

Περί Γραφής: Τελεία και ΟΧΙ παύλα


Σε ελληνικά κείμενα (λογοτεχνικά και μη) είναι αρκετά συχνό να συναντήσουμε το εξής συντακτικό φαινόμενο το οποίο θα δείξω με ένα απλό παράδειγμα γιατί έτσι είναι πολύ πιο εύκολο:

Οι καβαλάρηδες έρχονταν μέσα από το λιόγερμα, πάνω από τους λόφους –μια ντουζίνα φιγούρες σε ψηλά άλογα, γκρίζα και λευκά, με μανδύες να τινάζονται πίσω τους–, αλλά δεν είχαν προσέξει ότι στο κατόπι τους ήταν τέσσερις απειλητικές κατάμαυρες σκιές...

Αυτό το κείμενο μοιάζει καλό, γενικά· και είναι, ουσιαστικά. Αλλά προσέξτε πώς χρησιμοποιούνται οι παύλες. Σαν παρενθέσεις! Η πρώτη παύλα κολλάει επάνω στο μια και η δεύτερη (που κλείνει την παρένθεση) κολλάει επάνω στο τους· και μετά απ’αυτή τη δεύτερη παύλα έρχεται κι ένα κόμμα.

Εδώ το πρόβλημα είναι διπλό.

Πρόβλημα πρώτο: Γιατί οι παύλες να κολλάνε επάνω στις λέξεις σαν να είναι παρενθέσεις; Η παύλα δεν είναι παρένθεση· είναι τελείως διαφορετικό σημείο στίξης.

Πρόβλημα δεύτερο: Τι δουλειά έχει το κόμμα μετά την παύλα; Δεν έχει καμία δουλειά εκεί· η παύλα, κανονικά, το αντικαθιστά. Δεν είναι παρένθεση.

[Συνέχισε να διαβάζεις]