Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
19 / 7 / 2025

Διαβάζω το The Sword and the Sorcerer, το μυθιστόρημα που είναι βασισμένο στην παλιά ομώνυμη ταινία, και δεν είναι τόσο άσχημο όσο θα περίμενα από βιβλίο βασισμένο σε ταινία. Για την ακρίβεια, δεν είναι καθόλου άσχημο. Σίγουρα, δεν είναι και από τα καλύτερα μυθιστορήματα φαντασίας, αλλά ούτε και από τα χειρότερα. Είναι μια ιστορία ηρωικής φαντασίας με αρκετά από τα κλασικά – κλισέ, ίσως – στοιχεία, όμως τα χρησιμοποιεί με τέτοιο τρόπο που κάνει ανατροπές με ενδιαφέρον. Το ίδιο ίσχυε και για την ταινία, αν θυμάμαι καλά: η πλοκή της ήταν ενδιαφέρουσα, αλλά, ως ταινία, είχε και κάτι πράγματα φριχτά. Θέλω να την ξαναδώ (αφού τελειώσω το βιβλίο) για να τη θυμηθώ. Ένα, πάντως, από τα φριχτά που θυμάμαι είναι ότι 2-3 φορές έδειχνε ακριβώς τις ίδιες σκηνές όταν ο ήρωας κάλπαζε με το άλογό του μες στο δάσος. Ακριβώς τις ίδιες σκηνές: επανάληψη. Δεν ήθελαν να μπουν στον κόπο (και, μάλλον, δεν είχαν και λεφτά να πληρώσουν) ώστε να τραβήξουν άλλες σκηνές, οπότε έπαιζαν τις ίδιες κάθε φορά που ο ήρωας ταξίδευε στο δάσος.

Τέλος πάντων· το βιβλίο μοιάζει καλύτερο από την ταινία. Μοιάζει τόσο καλό που θα μπορούσε να ήταν εκεί και χωρίς την ταινία.

Αλλά εκείνο που θέλω να σχολιάσω εδώ δεν είναι το βιβλίο γενικά (ούτε την ταινία)· είναι κάτι που παρατήρησα μέσα στο βιβλίο το οποίο μου φάνηκε ενδιαφέρον.

Αναφέρει μια φανταστική πόλη, την Elysium (ναι, ακόμα ένα κλισέ όνομα), σ’ένα φανταστικό βασίλειο, το Eh-Dan (eh? ehhh... OK), και αναφέρει και κάποιες άλλες φανταστικές τοποθεσίες. Αλλά, επίσης, αναφέρει και πραγματικές τοποθεσίες – όπως τη Ρώμη, την Περσία, την Ελλάδα... Ανήκει, δηλαδή, σε εκείνο το είδος της φανταστικής αφήγησης που βάζει φανταστικές τοποθεσίες «κάπου στον κόσμο μας» χωρίς όμως να αλλάζει αισθητά τον κόσμο. Δεν είναι εναλλακτική ιστορία (ο κόσμος μας αλλαγμένος, η ιστορία εξελιγμένη διαφορετικά). Ούτε είναι (άλλος) ένας φανταστικός κόσμος copy/paste του δικού μας αλλά με μερικές αλλαγές. Είναι ο ίδιος ο δικός μας κόσμος, «σε κάποια παλιά εποχή», όπου αναφέρονται τοποθεσίες και βασιλεία τα οποία δεν υπήρξαν ποτέ, αλλά αυτά είναι τα κεντρικά μέρη της αφήγησης ενώ ο υπόλοιπος κόσμος, ο «πραγματικός», μοιάζει σχεδόν παραμυθένιος, ή είναι απλώς μέρος του background.

Αυτό θυμίζει τα κλασικά παραμύθια. Ξέρεις, ήταν μια φορά κι έναν καιρό ένας βασιληάς, σ’ένα μεγάλο βασίλειο στα όρια της διάλυσης, όπου έρχονταν έμποροι από τη Ρωσία φέρνοντας γούνες και έμποροι από τη μακρινή Ελλάδα φέρνοντας ελιές, κρασί, και βοτάνια μυρωδικά. Το βασίλειο είναι φανταστικό, παραμυθένιο, φυσικά· αλλά ο κόσμος είναι ο πραγματικός κόσμος. Όμως παρουσιάζεται μόνο ως φευγαλέες αναφορές, ως τίποτα περισσότερο από υπόβαθρο, ομιχλώδες σκηνικό.

Αυτό είναι κάτι που, σε μεγάλο μέρος, έχει εξαφανιστεί πλέον από τη φανταστική λογοτεχνία. Πολύ σπάνια το βλέπεις σε σύγχρονα βιβλία. Ίσως και να μην το βλέπεις καθόλου. Προσωπικά, δεν θυμάμαι πότε ήταν η τελευταία φορά που το είδα. Συνήθως, ή η πλοκή τρέχει σε έναν κόσμο copy/paste του αληθινού, ή σε έναν κόσμο τελείως διαφορετικό, ή σε έναν κόσμο εναλλακτικής ιστορίας.

Όμως αυτό το παραμυθοειδές είδος με τις φευγαλέες αναφορές στον «πραγματικό» κόσμο έχει μια ιδιαίτερη γοητεία που κινδυνεύει να ξεχαστεί. Σήμερα δεν γράφουν οι τρεις Μαύροι Μάγοι του Βλοργκ’θάαρ είχαν καταβροχθίσει βασίλεια και αυτοκρατορίες με τις μαγγανείες τους και εξόπλιζαν τους στρατούς τους με όπλα που τους έφερναν άπληστοι έμποροι από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Μοιάζει σχεδόν με παραδοξολογία. Αφού αυτοί οι μάγοι είχαν πατήσει τόσα βασίλεια και αυτοκρατορίες, πώς δεν είχαν συναντήσει και τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία; Παράλογο! Ψεύτικο... Σωστά;

Μπορεί. Ή, μάλλον, όχι. Γιατί έχει τη δική του ιδιαίτερη γοητεία ως αφήγηση.

 

 

Επίσης . . .

Γιατί Δεν μας Αρέσει η Παράδοσή μας;


Οι συγγραφείς φανταστικής λογοτεχνίας, στην Ελλάδα, έχουν αρκετές φορές κατηγορηθεί από διάφορους ότι δεν τους αρέσει η ελληνική παράδοση, ότι δεν τη χρησιμοποιούν μέσα στις ιστορίες τους αλλά χρησιμοποιούν την «ξένη» παράδοση.

Ή, μάλλον, αυτό είναι αρκετά γενικό· δεν ισχύει για όλους τους συγγραφείς φαντασίας στην Ελλάδα. Υπάρχουν και ορισμένοι που, φανατικά μάλιστα, γράφουν ιστορίες με έντονη βάση στην ελληνική παράδοση. Αλλά το κάνουν μόνο ορισμένοι, και καλό είναι αφού τους αρέσει. Όμως δεν το κάνουν όλοι, και όσοι δεν το κάνουν έχουν συχνά μπει στο στόχαστρο. Έχουν ακουστεί διάφορα άσχημα λόγια, ότι δεν είναι «αρκετά ελληνικά» αυτά που γράφουν, ότι «δεν τους αρέσει η Ελλάδα», ότι «είναι ξενόφερτη η θεματολογία τους», και παρόμοια μαργαριτάρια.

Κάποιοι φαίνεται να νομίζουν ότι, αν είσαι Έλληνας, πρέπει συνέχεια να γράφεις για τον Δία και τον Ηρακλή, για την Ελληνική Επανάσταση, ή για την καταστροφή της Σμύρνης· για τη Χούντα, για τον Εμφύλιο, ή για την Αντίσταση. Οτιδήποτε άλλο απαγορεύεται! Αν είσαι Έλληνας. Αν είσαι ξένος, εντάξει, όλα καλά· γράψε ό,τι γουστάρεις, βρε αδελφέ. Αλλά, αν είσαι Έλληνας, πρέπει να έχεις περιορισμένη θεματολογία. Για κάποιο μυστηριώδη λόγο.

Αυτό, βέβαια, πάει κόντρα στη νοοτροπία της φανταστικής λογοτεχνίας που – όπως το βλέπω εγώ, τουλάχιστον – είναι να εξερευνάς συνεχώς καινούργια πράγματα και καινούργιες ιδέες.

Εννοείται πως είναι προκατειλημμένο και κακόηθες να κατηγορεί κανείς τους συγγραφείς φαντασίας ότι αυτά που γράφουν «δεν είναι αρκετά ελληνικά», όμως κανείς δεν φαίνεται να αναρωτιέται γιατί αυτοί οι συγγραφείς δεν χρησιμοποιούν την ελληνική παράδοση στη λογοτεχνία τους.

[Συνέχισε να διαβάζεις]

 

Επιλογές Ιουλίου (21/7)


αμφιλεγόμενα κινούμενα σχέδια, και The New Northland (του Louis Pope Gratacap – 1915), και Jasmine Becket-Griffith & David Van Gough (παραμυθένια, νεκροσουρεαλιστική τέχνη), και ελληνικοί μύθοι σε ταινίες, και The Cube (του Jim Henson – 1969), και η λεηλασία της επιστημονικής φαντασίας (από τους σύγχρονους τεχνολογικούς γίγαντες), και The Cosmic Dope (φιλμ ΕΦ μικρού μήκους), και Δαιμονικά, Χίμαιρες, & το Γκροτέσκο στη Γαλλική Γοτθική Γλυπτική, και το Ατελιέ Heinrichs & Bachmann (εξώφυλλα για βιβλία φαντασίας: ’60–’80), και Clifford D. Simak (μυθιστορήματα ηρωικής φαντασίας), και Bob Peak (τέχνη από την ταινία Excalibur), και Sweets to the Sweet (ο Robert Bloch στην οθόνη), και Richard Powers (ψυχεδελικοσουρεαλιστική τέχνη εξώφυλλων φαντασίας), και: ακόμα περισσότερα στο LinX...

 

Η Πολιτική της Φανταστικής Λογοτεχνίας


Η φανταστική λογοτεχνία είναι γεμάτη μονάρχες, ευγενείς, και αριστοκρατία. Το ίδιο (παραδόξως;) ισχύει και για την επιστημονική φαντασία (ή, μήπως, θα έπρεπε απλά να την πούμε φαντασία στο διάστημα;), όπως στο Dune του Herbert, ή, για ένα ακόμα πιο παλιό παράδειγμα, όπως στο Princess of Mars και τις συνέχειές του, του Burroughs. Σε όλα αυτά τα βιβλία έχουμε βασιλιάδες και βασίλισσες, πρίγκιπες και πριγκίπισσες, και κάθε είδους τρελό ή ηρωικό αριστοκράτη.

Πολλοί έχουν – εύλογα, ίσως – αναρωτηθεί γιατί. Γιατί, βρε παιδιά, τόση αριστοκρατία στη φανταστική λογοτεχνία; Γιατί ένα τέτοιο ξεπερασμένο πολιτικό σύστημα;

Για το Dune, συγκεκριμένα, είχα διαβάσει κάποιον να σχολιάζει ότι η κοινωνία του είναι «οπισθοδρομική». Και ίσως όντως να είναι... Δηλαδή, αναλογιστείτε: αυτοί οι άνθρωποι ταξιδεύουν στο διάστημα, αλλά ακόμα έχουν δούκες και βαρόνους; Δεν έχουν αντιληφτεί την έννοια της δημοκρατίας; Μαλάκες είναι;

Δε νομίζω, όμως, ότι όσοι σκέφτονται έτσι σκέφτονται σωστά ακριβώς. Η φανταστική λογοτεχνία (περιλαμβάνοντας και αυτή που είναι στο διάστημα, ή σε άλλους πλανήτες) δεν υποτίθεται ότι είναι για να σχολιάσει την κοινωνία, ή για να μεταδώσει κοινωνικές ή πολιτικές αξίες. Ανέκαθεν ο σκοπός της φανταστικής λογοτεχνίας ήταν να μας κάνει να βιώσουμε συναρπαστικές περιπέτειες σε μαγευτικούς κόσμους.

Και δεν μπορείς να το κάνεις αυτό με δημοκρατικό πολίτευμα, ρε άνθρωπε; Γιατί;

[Συνέχισε να διαβάζεις]