Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
5 / 2 / 2021

Τελευταία παρατήρησα ότι στο Twitter κάποιοι με έκαναν unfollow (ανφόλο, στην καθομιλουμένη). Αυτό, βέβαια, δεν είναι παράξενο: πάντα κάποιοι σε κάνουν ανφόλο και κάποιοι follow (φόλο, στην καθομιλουμένη). Αλλά νομίζω πως ορισμένα, τουλάχιστον, από αυτά τα τελευταία ανφόλο έγιναν επειδή έγραφα πράγματα εναντίον των μέτρων για τον κορονοϊό και εναντίον του εμβολίου. Αν και δεν με εκπλήσσει τέτοια αντίδραση, δεν είναι κάτι που καταλαβαίνω ή συμμερίζομαι – δηλαδή, το να κάνεις ανφόλο κάποιον επειδή διαφωνείς με τις απόψεις ή τις πεποιθήσεις του.

Προσωπικά, ποτέ δεν έχω κάνει ανφόλο κανέναν επειδή διαφωνώ με τις απόψεις ή τις πεποιθήσεις του, ούτε σκοπεύω να ξεκινήσω στο εγγύς μέλλον. Ο μόνος λόγος που, κατά κανόνα, μπορεί να κάνω ανφόλο είναι επειδή ο άλλος έχει πάψει να με κάνει φόλο. Σπανίως (και λέω σπανίως χωρίς να θυμάμαι καμιά συγκεκριμένη περίπτωση αυτή τη στιγμή) θα κάνω ανφόλο για οποιονδήποτε άλλο λόγο. Ακόμα κι αν κάποιος έρθει και ενεργά με βρίσει με τρόπο χυδαίο, πάλι δεν θα τον κάνω ανφόλο. Διότι... ποιο το νόημα, σε τελική ανάλυση; Ακολουθούμε (κάνουμε φόλο) στα κοινωνικά δίκτυα εκατοντάδες άτομα, αν όχι χιλιάδες. Προφανώς δεν δίνουμε σημασία σε όλους αυτούς· δίνουμε, έτσι κι αλλιώς, σημασία σε όσους θέλουμε να δώσουμε σημασία, ανεξαρτήτως αν τους κάνουμε φόλο ή μη. Οπότε, και πάλι, αναρωτιέσαι: ποιο το νόημα του φόλο, ή του ανφόλο;

Για να φτάσεις στο νόημα πρέπει να κοιτάξεις, όχι την κοινή λογική, αλλά τη λογική του κοινωνικού ελέγχου που ορισμένοι προσπαθούν να μας βάλουν να ασκούμε οι ίδιοι στον εαυτό μας μέσω των social media.

Ο πραγματικός λόγος που κάποιος κάνει ανφόλο σε τέτοιες περιπτώσεις, όπως όταν διαφωνεί με τις απόψεις σου, είναι τιμωρητικός. Είναι η λογική: Α, αυτά πιστεύεις; Τώρα, θα σε τιμωρήσω – θα σε κάνω ανφόλο!

Το οποίο, αν το σκεφτείς με καθαρό μυαλό ανεπηρέαστος από τη λογική κοινωνικού ελέγχου των social media, είναι αρκετά αστείο, αν όχι παιδαριώδες. Αφού διαφωνείς μαζί μου, δε σου δίνω κουλουράκι!

Τα social media, βέβαια, είναι ένα εργαλείο απλώς· δεν σε υποχρεώνουν να σκέφτεσαι, ή να συμπεριφέρεσαι, έτσι (αν και μπορεί να ειπωθεί ότι, σε αρκετές περιπτώσεις, σε ωθούν προς τα εκεί, αφού περιλαμβάνουν τέτοιες μετρήσεις σε κοινή θέα, όπως followers, likes, κτλ). Εμείς φταίμε, ουσιαστικά, που συμπεριφερόμαστε και σκεφτόμαστε έτσι.

Το όλο κακό ξεκίνησε, νομίζω, από το Facebook πριν από κάμποσα χρόνια – γύρω στο 2008, μάλλον. Άρχισε αυτή η λογική ψυχολογικής επιβράβευσης μέσω διαφόρων δήθεν κοινωνικών, δήθεν σημαντικών μετρήσεων όπως followers, likes, κτλ. Άρχισε, επίσης, η λογική ψυχολογικής τιμωρίας βάσει των ίδιων μετρήσεων. Και, άρα, κοινωνικός έλεγχος.

Προσπάθησαν – και τα έχουν καταφέρει σε μεγάλο βαθμό – να βάλουν τους ανθρώπους (κυρίως τους νέους) να αισθάνονται καλά, να αισθάνονται «ανεβασμένοι», όταν τους κάνουν λάικ ή φόλο. Είναι ένα είδος πρέζας. Σου δημιουργεί μια ψυχολογική ανάγκη που είναι πλασματική. Και θα μπορούσε να ειπωθεί πως δεν υπάρχει πρόβλημα με τέτοιου είδους ανάγκες αν σε ευχαριστούν μέσω της ικανοποίησής τους. Τι γίνεται, όμως, όταν δεν ελέγχεις εσύ αυτή την απόδοση ικανοποίησης αλλά κάποιος άλλος; Τι γίνεται όταν δεν μπορείς να πάρεις μόνος σου την πρέζα σου, την ικανοποίησή σου; Τότε, είσαι ουσιαστικά ελεγχόμενος. Τότε είναι που αρχίζει ο κοινωνικός έλεγχος.

Αντιστρόφως, και ακόμα πιο επικίνδυνη, είναι η «τιμωρία» μέσω των social media, όπως το ανφόλο. Υποτίθεται πως πρέπει να σε κάνει να αισθανθείς άσχημα ώστε, για παράδειγμα, να μην εκφράσεις ξανά μια γνώμη που είχες εκφράσει πριν.

Μπαίνει σε λειτουργία, δηλαδή, ένα σύστημα ψυχολογικού εξαναγκασμού – και, σε ακραίες περιπτώσεις, ψυχολογικής βίας – όπου ο καθένας που βρίσκεται μέσα σε ένα τέτοιο δίκτυο ελέγχεται από δύο πράγματα: (α) την ικανοποίηση που λαμβάνει από τις πλασματικής ανταμοιβές (λάικ, φόλο, κτλ) και (β) την τιμωρία που δέχεται από τις πλασματικές ποινές (ανφόλο, έλλειψη από λάικ, αποδοκιμαστικά ή υβριστικά σχόλια, υβριστικά σάτιρα, κτλ). Οπότε, έτσι πολύ εύκολα δημιουργείται μια κατάσταση όπου η δημοκρατία και η ελευθερία του λόγου καταλύονται, ενώ το διαδίκτυο, κατά κανόνα, υποτίθεται πως είναι εκεί για να κάνει το ακριβώς αντίθετο – να αποτελεί μέσο για τη δημοκρατία και την ελευθερία του λόγου, όχι για την παρεμπόδισή τους.

Όταν κάποιος εκφράζει μια άποψη που «εγκρίνεται», το social media τού δίνει την πρέζα του, την ικανοποίησή του (φόλο, λάικ, κτλ) σε ανάλογο βαθμό. Όταν εκφράζει μια άποψη που «δεν εγκρίνεται», τότε το social media τον «τιμωρεί» με τρόπους όπως ανφόλο, προκειμένου να μην ξανακάνει το κακό το πράγμα, όπως στο σχολείο παλιά ο δάσκαλος χτυπούσε τα δάχτυλα του μαθητή με μια βέργα αν τον έπιανε να τρώει μες στο μάθημα.

Κανένας, βέβαια, δεν σε εξαναγκάζει να μπεις σε αυτή τη λογική ανταμοιβής/τιμωρίας των social media, όχι έκδηλα τουλάχιστον. Δεν υπογράφεις κανένα χαρτί. Μπαίνεις σ’αυτή τη λογική πλαγίως, συνήθως χωρίς να το καταλαβαίνεις αμέσως ότι έχεις μπει. Όταν αρχίζεις να το καταλαβαίνεις (αν και, ίσως, όχι πάντα να το συνειδητοποιείς) ο ψυχολογικός έλεγχος βρίσκεται ήδη σε λειτουργία: αισθάνεσαι την ψυχική ικανοποίηση/πρέζα από τις πλασματικές μετρήσεις, καθώς και την ψυχική τιμωρία. Όταν αρχίζεις να νιώθεις κάτι γι’αυτά τα πράγματα αντί να τα βλέπεις ως απλούς αριθμούς πάνω σε μια οθόνη είναι που έχει ήδη ξεκινήσει το κακό.

Το λέω εκ πείρας. Κάποτε, σε μια φάση, είχα αρχίσει να πέφτω σ’αυτή την παγίδα. Είναι αρκετά... γλυκιά παγίδα. Μετά, όμως, αν παρατηρείς λίγο τις αντιδράσεις του εαυτού σου και των άλλων, συνειδητοποιείς ότι κάτι δεν πάει καλά εδώ πέρα. Τότε πρέπει να αποφασίσεις αν θα δεχτείς επάνω σου αυτό τον έλεγχο ή θα του δείξεις το μεσαίο δάχτυλο. Συνήθως το δεύτερο είναι, ψυχικά, πιο δύσκολο από το πρώτο, γιατί ήδη είσαι, εν μέρει τουλάχιστον, μες στην παγίδα. Θα αισθανθείς κάποιο πόνο, αλλά θα αξίζει, γιατί όταν βγεις από την άλλη μεριά θα δεις το πράγμα για αυτό που αληθινά είναι. Δεν μπορείς να το δεις καλά όταν είσαι μέσα και επηρεασμένος ψυχολογικά από αυτό.

Και το βασικό πρόβλημα με όλη αυτή την ιστορία που έχουν δημιουργήσει τα social media είναι εκείνο που ανέφερα ήδη: παρακωλύουν τη δημοκρατία και την ελευθερία του λόγου στο διαδίκτυο αντί να τα απελευθερώνουν, όπως και είναι η αληθινή φύση του διαδικτύου. Στις πιο χειρότερες μορφές, δημιουργούν μια οχλοκρατική, φασίζουσα κατάσταση όπου ο ένας ελέγχεται από τον άλλο, ίσως και χωρίς να το συνειδητοποιεί.

Για παράδειγμα, μπορεί κάποιος να κάνει ανφόλο – όπως έλεγα αρχικά – για να τιμωρήσει. Όχι επειδή κρίνει συνειδητά ότι συμφωνεί με τη λογική κοινωνικού ελέγχου που δημιουργείται μέσω των social media, αλλά επειδή έτσι έχει μάθει να κάνει εξαιτίας της λογικής κοινωνικού ελέγχου που δημιουργείται μέσω των social media. Είναι, μες στο μυαλό του, το αντίστοιχο τού να σου πει «Άι γαμήσου, μαλάκα» επειδή δεν σε γουστάρει, και ίσως και να νομίζει ότι θα σε ενοχλήσει που θα σε κάνει ανφόλο. Ή, μάλλον, θα έπρεπε να σε ενοχλήσει αν είσαι όντως υπό την ψυχοκοινωνική επιρροή αυτής της λογικής των social media.

Αλλά τη λογική των social media εμείς, ουσιαστικά, τη φτιάχνουμε. Τα social media είναι απλά ένα εργαλείο. Μην υποστηρίζεις λογικές επιβράβευσης/τιμωρίας, λογικές κοινωνικού και ψυχικού ελέγχου.

Γιατί;

Επειδή είναι κακό, και θα σε χτυπήσω με το μπαστούνι μου αν το κάνεις.

Αλλά υπάρχει κι ένας ακόμα πιο καλός λόγος από αυτόν:

Επειδή πρέπει να αναρωτηθείς τι θέλεις, σε τελική ανάλυση: ένα διαδίκτυο όπου ο καθένας αισθάνεται καλά να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του, να δημιουργεί ελεύθερα, και να ενημερώνεται και να ψυχαγωγείται ελεύθερα; ή θέλεις ένα διαδίκτυο όπου οι άνθρωποι καταπιέζονται μέσω ψυχολογικής βίας να φέρονται με συγκεκριμένους τρόπους ώστε ή να λάβουν σαν πρεζόνια την ικανοποίηση που δεν μπορούν οι ίδιοι να δώσουν στον εαυτό τους ή να αποφύγουν την τιμωρία που αισθάνονται ότι είναι αναπόφευκτο να δεχτούν αν φερθούν με τρόπο «ανάρμοστο»;

Ποιο από αυτά τα δύο διαδίκτυα θέλεις να έχεις; Πού θέλεις να ζεις;

 

 

Επίσης . . .

Γιατί Δεν μας Αρέσει η Παράδοσή μας;


Οι συγγραφείς φανταστικής λογοτεχνίας, στην Ελλάδα, έχουν αρκετές φορές κατηγορηθεί από διάφορους ότι δεν τους αρέσει η ελληνική παράδοση, ότι δεν τη χρησιμοποιούν μέσα στις ιστορίες τους αλλά χρησιμοποιούν την «ξένη» παράδοση.

Ή, μάλλον, αυτό είναι αρκετά γενικό· δεν ισχύει για όλους τους συγγραφείς φαντασίας στην Ελλάδα. Υπάρχουν και ορισμένοι που, φανατικά μάλιστα, γράφουν ιστορίες με έντονη βάση στην ελληνική παράδοση. Αλλά το κάνουν μόνο ορισμένοι, και καλό είναι αφού τους αρέσει. Όμως δεν το κάνουν όλοι, και όσοι δεν το κάνουν έχουν συχνά μπει στο στόχαστρο. Έχουν ακουστεί διάφορα άσχημα λόγια, ότι δεν είναι «αρκετά ελληνικά» αυτά που γράφουν, ότι «δεν τους αρέσει η Ελλάδα», ότι «είναι ξενόφερτη η θεματολογία τους», και παρόμοια μαργαριτάρια.

Κάποιοι φαίνεται να νομίζουν ότι, αν είσαι Έλληνας, πρέπει συνέχεια να γράφεις για τον Δία και τον Ηρακλή, για την Ελληνική Επανάσταση, ή για την καταστροφή της Σμύρνης· για τη Χούντα, για τον Εμφύλιο, ή για την Αντίσταση. Οτιδήποτε άλλο απαγορεύεται! Αν είσαι Έλληνας. Αν είσαι ξένος, εντάξει, όλα καλά· γράψε ό,τι γουστάρεις, βρε αδελφέ. Αλλά, αν είσαι Έλληνας, πρέπει να έχεις περιορισμένη θεματολογία. Για κάποιο μυστηριώδη λόγο.

Αυτό, βέβαια, πάει κόντρα στη νοοτροπία της φανταστικής λογοτεχνίας που – όπως το βλέπω εγώ, τουλάχιστον – είναι να εξερευνάς συνεχώς καινούργια πράγματα και καινούργιες ιδέες.

Εννοείται πως είναι προκατειλημμένο και κακόηθες να κατηγορεί κανείς τους συγγραφείς φαντασίας ότι αυτά που γράφουν «δεν είναι αρκετά ελληνικά», όμως κανείς δεν φαίνεται να αναρωτιέται γιατί αυτοί οι συγγραφείς δεν χρησιμοποιούν την ελληνική παράδοση στη λογοτεχνία τους.

[Συνέχισε να διαβάζεις]

 

Επιλογές Ιουλίου (21/7)


αμφιλεγόμενα κινούμενα σχέδια, και The New Northland (του Louis Pope Gratacap – 1915), και Jasmine Becket-Griffith & David Van Gough (παραμυθένια, νεκροσουρεαλιστική τέχνη), και ελληνικοί μύθοι σε ταινίες, και The Cube (του Jim Henson – 1969), και η λεηλασία της επιστημονικής φαντασίας (από τους σύγχρονους τεχνολογικούς γίγαντες), και The Cosmic Dope (φιλμ ΕΦ μικρού μήκους), και Δαιμονικά, Χίμαιρες, & το Γκροτέσκο στη Γαλλική Γοτθική Γλυπτική, και το Ατελιέ Heinrichs & Bachmann (εξώφυλλα για βιβλία φαντασίας: ’60–’80), και Clifford D. Simak (μυθιστορήματα ηρωικής φαντασίας), και Bob Peak (τέχνη από την ταινία Excalibur), και Sweets to the Sweet (ο Robert Bloch στην οθόνη), και Richard Powers (ψυχεδελικοσουρεαλιστική τέχνη εξώφυλλων φαντασίας), και: ακόμα περισσότερα στο LinX...

 

Η Πολιτική της Φανταστικής Λογοτεχνίας


Η φανταστική λογοτεχνία είναι γεμάτη μονάρχες, ευγενείς, και αριστοκρατία. Το ίδιο (παραδόξως;) ισχύει και για την επιστημονική φαντασία (ή, μήπως, θα έπρεπε απλά να την πούμε φαντασία στο διάστημα;), όπως στο Dune του Herbert, ή, για ένα ακόμα πιο παλιό παράδειγμα, όπως στο Princess of Mars και τις συνέχειές του, του Burroughs. Σε όλα αυτά τα βιβλία έχουμε βασιλιάδες και βασίλισσες, πρίγκιπες και πριγκίπισσες, και κάθε είδους τρελό ή ηρωικό αριστοκράτη.

Πολλοί έχουν – εύλογα, ίσως – αναρωτηθεί γιατί. Γιατί, βρε παιδιά, τόση αριστοκρατία στη φανταστική λογοτεχνία; Γιατί ένα τέτοιο ξεπερασμένο πολιτικό σύστημα;

Για το Dune, συγκεκριμένα, είχα διαβάσει κάποιον να σχολιάζει ότι η κοινωνία του είναι «οπισθοδρομική». Και ίσως όντως να είναι... Δηλαδή, αναλογιστείτε: αυτοί οι άνθρωποι ταξιδεύουν στο διάστημα, αλλά ακόμα έχουν δούκες και βαρόνους; Δεν έχουν αντιληφτεί την έννοια της δημοκρατίας; Μαλάκες είναι;

Δε νομίζω, όμως, ότι όσοι σκέφτονται έτσι σκέφτονται σωστά ακριβώς. Η φανταστική λογοτεχνία (περιλαμβάνοντας και αυτή που είναι στο διάστημα, ή σε άλλους πλανήτες) δεν υποτίθεται ότι είναι για να σχολιάσει την κοινωνία, ή για να μεταδώσει κοινωνικές ή πολιτικές αξίες. Ανέκαθεν ο σκοπός της φανταστικής λογοτεχνίας ήταν να μας κάνει να βιώσουμε συναρπαστικές περιπέτειες σε μαγευτικούς κόσμους.

Και δεν μπορείς να το κάνεις αυτό με δημοκρατικό πολίτευμα, ρε άνθρωπε; Γιατί;

[Συνέχισε να διαβάζεις]