Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
13 / 7 / 2020

Πρόσφατα άκουσα το τελευταίο τραγελαφικό που ξεστόμισε ο ηγέτης μας: Το ελληνικό καλοκαίρι είναι «state of mind», κατάσταση του μυαλού. Δεν χρειάζεται να έρχεστε στα ελληνικά νησιά, όχι, αρκεί να κάθεστε και να τα οραματίζεστε και να φέρνετε τον εαυτό σας σε μια κατάσταση σαν να ήσασταν εκεί.

Και γαμώ! Κι εγώ γουστάρω τέτοιες ψυχεδελικές φάσεις. Αλλά, μετά, πώς αυτοί οι άνθρωποι που ζουν από τον τουρισμό – και είναι πολλοί οι άνθρωποι που ζουν από τον τουρισμό στην Ελλάδα – θα συνεχίσουν να... ζουν; Θα οραματίζονται κι αυτοί τα ευρώ και όταν ξυπνάνε θα τα βρίσκουν επάνω στο κομοδίνο τους;

Μπορεί και να πιάσει!

Ο Robert Anton Wilson είχε κάνει ένα πείραμα. Βόλταρε ενώ είχε στο μυαλό του ένα δολάριο – ενώ είχε φανατικά στο μυαλό του ένα δολάριο. Και όντως βρήκε ένα δολάριο πεταμένο κάπου στον δρόμο.

Το δοκίμασα κι εγώ μια μέρα. Αλλά όχι με λεφτά. Οραματιζόμουν χελώνες ενώ βάδιζα σε μια περιοχή όπου θα μπορούσα να συναντήσω καμιά χελώνα αν και δεν ήταν βέβαιο. Και πράγματι, συνάντησα χελώνες· παραπάνω από μία.

Επομένως, πιάνει.

Αρχίστε να οραματίζεστε τάλιρα, πολλά τάλιρα, και θ’αρχίσουν να πέφτουν από τον ουρανό!

*

Αφήνοντας αυτές τις γκουρού, μαγικές καταστάσεις, επιστρέφω σε κάτι που είχα πει τις προάλλες: ότι αποφάσισα να βάλω μια επιδημία στο βιβλίο που γράφω τώρα, επειδή φαίνεται ότι πραγματικά ταιριάζει. Δεν είναι παρωδία του κορονοϊού – δεν γράφω παρωδίες, ποτέ – αλλά έχει κάποιες ομοιότητες, επιδημία γαρ. Δεν πρόκειται, βέβαια, για κάτι που θα δημοσιεύσω σύντομα. Αν είμαι ακόμα ζωντανός, θα το δημοσιεύσω μετά από κάποια χρόνια. Τώρα, άλλωστε, είμαι απασχολημένος με το να δημοσιεύω τα τελευταία βιβλία των Κρυφών Όπλων της Πόλης. Επίσης, δεν είναι μόνο ένα βιβλίο· είναι σειρά. Βρίσκομαι τώρα στον έβδομο τόμο και νομίζω ότι τελειώνω. Η ιστορία περιλαμβάνει, ανάμεσα σε άλλα, έναν υπεράνθρωπο, οφιολατρεία, πειρατές, ιδεολογικούς δολοφόνους – και αυτοί είναι οι καλοί.

Όπως και νάχει, δεν θα πω τίποτ’ άλλο· ποτέ δεν μιλάω για τα βιβλία που γράφω προτού τα δημοσιεύσω – είμαι περίεργος. Αλλά παρακάτω ακολουθεί ένα απόσπασμα (λιγάκι αλλοιωμένο) από την κατάσταση με την επιδημία που γράφω τώρα.

Αν σε κάποιους κατεβούν ιδέες για εύκολο κέρδος από αυτό, έχετε υπόψη σας ότι θέλω κι εγώ ποσοστά.

Στράφηκαν κι αυτοί προς τον τηλεοπτικό δέκτη, όπως έκαναν κι άλλοι από τους μεσημεριανούς πελάτες της ταβέρνας – οι περισσότεροι.

«Ναι,» έλεγε ο Πέτρος Νιλκόδιος μέσα από την οθόνη, «πρόκειται για τελείως άγνωστη περίπτωση, και, ναι, μάλλον είναι επιδημία. Αλλά δεν φοβόμαστε. Η Ανθρώπινη Προστασία είναι πλήρως εξοπλισμένη, χρησιμοποιεί τους καλύτερους εξοπλισμούς και τις καλύτερες μεθόδους στο Γνωστό Σύμπαν – κι αυτό δεν είναι υπερβολή. Αν κάποια κλινική μέσα στην Κυκλόπολη μπορεί να αντιμετωπίσει τη νέα απειλή για την υγεία της πόλης μας, τότε αυτή η κλινική είναι η Ανθρώπινη Προστασία, μην το αμφιβάλλετε.»

«Έχετε θεραπεύσει κάποιον από τους ασθενείς, κύριε Νιλκόδιε;»

«Όχι ακόμα – είναι πολύ νωρίς – αλλά ερευνούμε ακατάπαυστα, και δεν θα σταματήσουμε μέχρι να έχουμε βρει το φάρμακο.»

[...]

Ο δημοσιογράφος ρωτούσε: «Θεωρείτε πως το φάρμακο είναι εφικτό να βρεθεί σύντομα;»

«Ασφαλώς και είναι εφικτό,» αποκρίθηκε ο Πέτρος Νιλκόδιος.

«Ορισμένοι, κύριε Νιλκόδιε, λένε πως πιθανώς αυτή η μόλυνση να είναι εξωδιαστασιακή – δηλαδή, να την έφερε κάποιος εξωδιαστασιακός στην πόλη. Ποια είναι η δική σας γνώμη;»

«Υπάρχει μια τέτοια πιθανότητα, σίγουρα, αλλά το θεωρώ παρατραβηγμένο.»

«Πώς νόμιζετε, τότε, ότι μπορεί να εμφανίστηκε;»

«Είναι ακόμα πολύ νωρίς για να κάνουμε τέτοιες υποθέσεις.»

«Θεωρείτε πως η Μεγάλη Κλινική μπορεί να αντιμετωπίσει αυτή την επιδημία αποτελεσματικά;»

«Το θεωρώ μάλλον απίθανο.»

«Σοβαρολογείτε;»

«Φυσικά. Χρησιμοποιούν απαρχαιωμένες μεθόδους και παλιούς εξοπλισμούς. Δεν δοκιμάζουν τίποτα καινούργιο, δεν πειραματίζονται. Είναι γνωστά αυτά. Πώς περιμένετε έτσι να αντιμετωπίσουν κάτι άγνωστο;»

«Τι θα προτείνατε να κάνει ο κόσμος για να προστατευτεί, κύριε Νιλκόδιε;»

«Να φοράνε μάσκες. Σαν αυτή εδώ.» Ύψωσε μια μάσκα μπροστά του, τη φόρεσε καλύπτοντας το μισό του πρόσωπο, από τη μύτη και κάτω. «Η συγκεκριμένη μάσκα είναι φτιαγμένη από ελαστική ύλη με επαυξημένες ιδιότητες αντίστασης στα μικρόβια. Πουλάμε τέτοιες μάσκες στην Ανθρώπινη Προστασία μόνο για είκοσι οκτάποδες τη μία. Δε θα βρει κανένας τόσο αποτελεσματικές μάσκες πουθενά αλλού στην Κυκλόπολη, σας διαβεβαιώνω.»

[Σημείωση: 20 οκτάποδες, σε αυτό το σκηνικό, είναι κάμποσα λεφτά. Αναλογικά, παραπάνω από 20 ευρώ.]

Ο Πέτρος έβγαλε τη μάσκα. «Δείτε επίσης πόσο ανθεκτική είναι.» Την τέντωσε ανάμεσα στα χέρια του, την τράβηξε με δύναμη. «Τίποτα δεν παθαίνει. Και δείτε κι αυτό, τώρα.» Έβγαλε ένα κλειστό στιλέτο μέσα απ’το σακάκι του, πάτησε ένα κουμπί, και η λεπίδα τινάχτηκε σαν γλώσσα φιδιού και κάρφωσε τη μάσκα. Ο Πέτρος τη φόρεσε ξανά, και δεν φαινόταν πού την είχε καρφώσει. «Βλέπετε; Ακόμα και μια μικρή τρύπα η μάσκα μπορεί να την κλείσει από μόνη της, λόγω της ελαστικότητας του υλικού της. Αν και, βέβαια» – έβγαλε τη μάσκα – «δεν θα πρότεινα σε κανέναν να τρυπήσει τη μάσκα του. Είναι ριψοκίνδυνο.»

«Μας εκπλήσσετε, κύριε Νιλκόδιε. Πραγματικά. Τι υλικό είναι αυτό;»

«Δεν μπορώ να σας το αποκαλύψω, δυστυχώς. Η Μεγάλη Κλινική προσπαθεί να μονοπωλήσει την υγεία στην Κυκλόπολη εδώ και χρόνια· ορισμένα μυστικά δεν πρέπει να τα έχει.»

«Ούτε για το καλό της πόλης, κύριε Νιλκόδιε;»

«Έχουμε αρκετές μάσκες για όποιον θέλει να αγοράσει, και φτιάχνουμε κι άλλες. Αν και η ποσότητα του υλικού είναι περιορισμένη αυτή τη στιγμή. Δεν είναι κοινό υλικό.»

Ο Πέτρος Νίλκοδιος είναι γιατρός και ανάμεσα στους ανθρώπους που δημιούργησαν την επιδημία. Η πώληση εξειδικευμένων μασκών είναι το πιο αθώο από τα σχέδιά τους.

 

 

Επίσης . . .

Γιατί Δεν μας Αρέσει η Παράδοσή μας;


Οι συγγραφείς φανταστικής λογοτεχνίας, στην Ελλάδα, έχουν αρκετές φορές κατηγορηθεί από διάφορους ότι δεν τους αρέσει η ελληνική παράδοση, ότι δεν τη χρησιμοποιούν μέσα στις ιστορίες τους αλλά χρησιμοποιούν την «ξένη» παράδοση.

Ή, μάλλον, αυτό είναι αρκετά γενικό· δεν ισχύει για όλους τους συγγραφείς φαντασίας στην Ελλάδα. Υπάρχουν και ορισμένοι που, φανατικά μάλιστα, γράφουν ιστορίες με έντονη βάση στην ελληνική παράδοση. Αλλά το κάνουν μόνο ορισμένοι, και καλό είναι αφού τους αρέσει. Όμως δεν το κάνουν όλοι, και όσοι δεν το κάνουν έχουν συχνά μπει στο στόχαστρο. Έχουν ακουστεί διάφορα άσχημα λόγια, ότι δεν είναι «αρκετά ελληνικά» αυτά που γράφουν, ότι «δεν τους αρέσει η Ελλάδα», ότι «είναι ξενόφερτη η θεματολογία τους», και παρόμοια μαργαριτάρια.

Κάποιοι φαίνεται να νομίζουν ότι, αν είσαι Έλληνας, πρέπει συνέχεια να γράφεις για τον Δία και τον Ηρακλή, για την Ελληνική Επανάσταση, ή για την καταστροφή της Σμύρνης· για τη Χούντα, για τον Εμφύλιο, ή για την Αντίσταση. Οτιδήποτε άλλο απαγορεύεται! Αν είσαι Έλληνας. Αν είσαι ξένος, εντάξει, όλα καλά· γράψε ό,τι γουστάρεις, βρε αδελφέ. Αλλά, αν είσαι Έλληνας, πρέπει να έχεις περιορισμένη θεματολογία. Για κάποιο μυστηριώδη λόγο.

Αυτό, βέβαια, πάει κόντρα στη νοοτροπία της φανταστικής λογοτεχνίας που – όπως το βλέπω εγώ, τουλάχιστον – είναι να εξερευνάς συνεχώς καινούργια πράγματα και καινούργιες ιδέες.

Εννοείται πως είναι προκατειλημμένο και κακόηθες να κατηγορεί κανείς τους συγγραφείς φαντασίας ότι αυτά που γράφουν «δεν είναι αρκετά ελληνικά», όμως κανείς δεν φαίνεται να αναρωτιέται γιατί αυτοί οι συγγραφείς δεν χρησιμοποιούν την ελληνική παράδοση στη λογοτεχνία τους.

[Συνέχισε να διαβάζεις]

 

Επιλογές Ιουλίου (21/7)


αμφιλεγόμενα κινούμενα σχέδια, και The New Northland (του Louis Pope Gratacap – 1915), και Jasmine Becket-Griffith & David Van Gough (παραμυθένια, νεκροσουρεαλιστική τέχνη), και ελληνικοί μύθοι σε ταινίες, και The Cube (του Jim Henson – 1969), και η λεηλασία της επιστημονικής φαντασίας (από τους σύγχρονους τεχνολογικούς γίγαντες), και The Cosmic Dope (φιλμ ΕΦ μικρού μήκους), και Δαιμονικά, Χίμαιρες, & το Γκροτέσκο στη Γαλλική Γοτθική Γλυπτική, και το Ατελιέ Heinrichs & Bachmann (εξώφυλλα για βιβλία φαντασίας: ’60–’80), και Clifford D. Simak (μυθιστορήματα ηρωικής φαντασίας), και Bob Peak (τέχνη από την ταινία Excalibur), και Sweets to the Sweet (ο Robert Bloch στην οθόνη), και Richard Powers (ψυχεδελικοσουρεαλιστική τέχνη εξώφυλλων φαντασίας), και: ακόμα περισσότερα στο LinX...

 

Η Πολιτική της Φανταστικής Λογοτεχνίας


Η φανταστική λογοτεχνία είναι γεμάτη μονάρχες, ευγενείς, και αριστοκρατία. Το ίδιο (παραδόξως;) ισχύει και για την επιστημονική φαντασία (ή, μήπως, θα έπρεπε απλά να την πούμε φαντασία στο διάστημα;), όπως στο Dune του Herbert, ή, για ένα ακόμα πιο παλιό παράδειγμα, όπως στο Princess of Mars και τις συνέχειές του, του Burroughs. Σε όλα αυτά τα βιβλία έχουμε βασιλιάδες και βασίλισσες, πρίγκιπες και πριγκίπισσες, και κάθε είδους τρελό ή ηρωικό αριστοκράτη.

Πολλοί έχουν – εύλογα, ίσως – αναρωτηθεί γιατί. Γιατί, βρε παιδιά, τόση αριστοκρατία στη φανταστική λογοτεχνία; Γιατί ένα τέτοιο ξεπερασμένο πολιτικό σύστημα;

Για το Dune, συγκεκριμένα, είχα διαβάσει κάποιον να σχολιάζει ότι η κοινωνία του είναι «οπισθοδρομική». Και ίσως όντως να είναι... Δηλαδή, αναλογιστείτε: αυτοί οι άνθρωποι ταξιδεύουν στο διάστημα, αλλά ακόμα έχουν δούκες και βαρόνους; Δεν έχουν αντιληφτεί την έννοια της δημοκρατίας; Μαλάκες είναι;

Δε νομίζω, όμως, ότι όσοι σκέφτονται έτσι σκέφτονται σωστά ακριβώς. Η φανταστική λογοτεχνία (περιλαμβάνοντας και αυτή που είναι στο διάστημα, ή σε άλλους πλανήτες) δεν υποτίθεται ότι είναι για να σχολιάσει την κοινωνία, ή για να μεταδώσει κοινωνικές ή πολιτικές αξίες. Ανέκαθεν ο σκοπός της φανταστικής λογοτεχνίας ήταν να μας κάνει να βιώσουμε συναρπαστικές περιπέτειες σε μαγευτικούς κόσμους.

Και δεν μπορείς να το κάνεις αυτό με δημοκρατικό πολίτευμα, ρε άνθρωπε; Γιατί;

[Συνέχισε να διαβάζεις]