Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
28 / 12 / 2019

(Το κείμενο που ακολουθεί, μια ευγενική χορηγία από τα Σκιώδη Παραλειπόμενα, δεν περιλαμβάνει spoilers.)

Αναμενόμενα δεν μπορούσα να κρατηθώ μακριά από τον κινηματογράφο τώρα που έπαιζε το Star Wars: The Rise of Skywalker. Αν και η αλήθεια ήταν ότι δεν περίμενα να δω κάτι πολύ καλό. Η προηγούμενη ταινία, το δεύτερο μέρος της τριλογίας, είχε κάποια πράγματα που μου είχαν φανεί τελείως χάλια, και σκεφτόταν ότι, αν αυτό συνεχιστεί και στην τρίτη ταινία, μάλλον η κατάσταση θα πάει προς το χειρότερο. Έχω γράψει για τη δεύτερη ταινία στο παλιό blog, αλλά τώρα βαριέμαι να ψάξω να βρω το link. Αυτό, όμως, είναι το κείμενο copy/paste.

Παραδόξως ίσως, το Star Wars: The Rise of Skywalker ήταν μακράν καλύτερο. Αλλά μετά πρόσεξα ότι το είχε σκηνοθετήσει ο J.J. Abrams, όπως και το πρώτο της τριλογίας, οπότε δεν θα έπρεπε να εκπλήσσομαι. Το Rise of Skywalker ήταν κι αυτό πολύ Star Wars, σαν την πρώτη ταινία, The Force Awakens. Όχι τόσο πολύ όσο το Force Awakens, αλλά και πάλι, πολύ.

Δεν έχω κανένα ιδιαίτερο παράπονο από το Rise of Skywalker. Ήταν ένα καλό φινάλε για μια τριλογία Star Wars, αν και η αλήθεια είναι ότι δεν με ενθουσίασε. Μου άρεσε χωρίς να με συναρπάσει. Δεν ξέρω γιατί. Σίγουρα δεν μπορώ να πω ότι ήταν βαρετή ταινία. Αν μη τι άλλο, δεν κατάλαβα για πότε πέρασαν οι δύο-και-κάτι ώρες θεάματος. Μπορώ να πω, μάλιστα, ότι μου φάνηκε μικρή ταινία για όλα όσα παρουσίαζε, ότι δεν χωρούσαν όλα αυτά εκεί μέσα, ότι έπρεπε κάπου να χαλαρώσει η αφήγηση και τα πράγματα να πάνε πιο ήπια. Είχα την εντύπωση ότι συνεχώς τρέχαμε χωρίς να παίρνουμε ανάσα. Μεγάλη πλοκή που χρειαζόταν, νομίζω, λίγο περισσότερο χρόνο.

Εκτός αυτού, βλέπουμε εδώ τους Τζεντάι να κάνουν κάτι εξωφρενικά πράγματα με τη Δύναμη που δεν τα είχαμε ξαναδεί σε κανένα άλλο Star Wars. Μάχονται εξ αποστάσεως. Και εννοώ (για όσους δεν έχουν δει ακόμα την ταινία) ότι ο ένας βρίσκεται στον έναν πλανήτη κι ο άλλος σ’έναν άλλο πλανήτη (!), και μονομαχούν σε μια οραματική κατάσταση σαν να είναι μεταξύ ύπνου και ξύπνιου· αλλά ορισμένα αντικείμενα, καθώς τινάζονται μέσα στη σύγκρουσή τους, μπορεί να βρεθούν από την τοποθεσία του ενός Τζεντάι στην τοποθεσία του άλλου. Τελείως ψυχεδελικό concept, τελείως γαμάτο. Μόνο ο Abrams θα μπορούσε να το βάλει εκεί, και του βγάζω το καπέλο, παρότι έμοιαζε λιγάκι περίεργο για τα δεδομένα του Star Wars.

Κατά τα άλλα, εξακολουθούν να αγνοούν τρελά τους νόμους της Φυσικής, και βλέπεις, πχ, άτομα να πηδάνε πάνω σε αεροσκάφος και να στέκονται όρθια, ή γονατιστά, εκεί ενώ αυτό πετάει με μεγάλη ταχύτητα. Αδύνατον να συμβεί, ασφαλώς. Αλλά κι αυτό είναι ένα από τα κλασικά του Star Wars, και η ταινία δεν περιλάμβανε μεγάλες ανοησίες όπως όσα είχαμε δει στο Revenge of the Sith – να πηδάνε απ’το ένα διαστημόπλοιο στο άλλο σαν να είναι κουρσάροι που πηδάνε απ’το ένα πλοίο στο άλλο, αγνοώντας βέβαια ότι μέσα στο Διάστημα δεν μπορείς να κάνεις ρεσάλτο.

Το Rise of Skywalker είναι καλή ταινία, και αρκετά προσεγμένη από διάφορες απόψεις.

Κάποια πράγματα που είχαν πλάκα ή μου φάνηκαν αξιοπερίεργα (αλλά κανένα με την κακή έννοια):

• Ο Παλπατίν επιστρέφει και είναι ο κερατάς σαν τον Μαμ-Ρα, και κάθεται σ’έναν θρόνο τόσο μαύρο και με τόσα πολλά κέρατα που φωνάζει I’m the fucking Lord of Evil. Ωστόσο, έχει πλάκα να βλέπεις κάπου-κάπου κι έναν κακό σαν τον Σκέλετορ αλλά παρουσιασμένο με τρόπο σοβαρό. Και ο τύπος φαινόταν να έχει γίνει πια εξωφρενικά πανίσχυρος: με τη Δύναμη μπορούσε να προκαλέσει παρεμβολές σ’ένα ολόκληρο σμήνος.

• Η φάτσα του Kylon Ren για κάποιο λόγο δεν μου αρέσει και τόσο για τον ρόλο του. Συνεχώς μου θύμιζε τσαντισμένο ροκά τραγουδιστή.

• Οι χαρακτήρες είχαν την τάση να πεθαίνουν αλλά – “Επ! Σας την έσκασα, παλιοκουφάλες, είμαι ακόμα ζωντανός!” Σε ορισμένες περιπτώσεις μού φάνηκε λάθος, γιατί έμοιαζε να είναι πραγματικά ψόφιοι· πώς διάολο σηκώθηκαν επάνω; Εντάξει, η Δύναμη είναι μεγάλη, τέκνον μου, εννοείται... αλλά και πάλι.

• Ο Παλπατίν έχει μαζέψει έναν τρομερά μεγάλο και δυνατό στόλο κάπου στα άκρα του Γαλαξία. Έναν στόλο ικανό να καταστρέψει τα πάντα, να πατήσει τους πάντες. Πώς ακριβώς το κατάφερε αυτό χωρίς κανείς πουθενά να μην έχει πάρει πρέφα τίποτα ώς τώρα; Εντάξει, ο Γαλαξίας είναι μεγάλος, τέκνον μου, και πολύ, πολύ μακριά...

• Κάποια κλισέ ποτέ δεν αλλάζουν. Οι καλοί πάντα πρέπει να αντιμετωπίζουν στο τέλος έναν πανίσχυρο αρχικακό μάγο που κάθεται σε θρόνο... Τσκ, τσκ, τσκ...

Όπως είπα, μου άρεσε αυτή η ταινία. Ήταν καλή. Ήταν πολύ Star Wars. Ήταν μια σωστή κατάληξη για την τριλογία. Αυτή τη στιγμή δεν μπορώ να φανταστώ πώς θα μπορούσαν να είχαν κάνει κάτι καλύτερο, αν και ποτέ τίποτα δεν αποκλείεται.

(Σημειωτέον: Εδώ δεν είχαμε ηλίθιο slapstick humor.)

 

 

Επίσης . . .

Βιβλιοκριτική: Imaginary Worlds του Lin Carter


Έχοντας διαβάσει (και σχολιάσει) το Wizardry and Wild Romance του Michael Moorcock, είχα κάνει όρεξη να προχωρήσω σε κάτι παρόμοιο· κι αφού κι ο ίδιος ο Moorcock προτείνει το Imaginary Worlds, προχώρησα προς τα εκεί.

Είναι κι αυτό, φυσικά, μια πραγματεία για τη φανταστική λογοτεχνία, αλλά, παρότι έχει ομοιότητες με το Wizardry and Wild Romance, δεν είναι το ίδιο πράγμα. Ο Moorcock κρίνει, κυρίως, την εποχή του· ο Lin Carter μιλά πιο διαχρονικά και πιο ιστορικά (αν και την κρίνει, εν μέρει, και την εποχή του σ’ένα σημείο). Ξεκινά, μάλιστα, διευκρινίζοντας τι εννοεί λέγοντας «φανταστική λογοτεχνία» – fantasy – ώστε να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις:

But what I mean by the word "fantasy" is a narrative of marvels that belong to neither the scientific nor the supernatural. The essence of this sort of story can be summed up in. one word: magic. A fantasy is a book or story, then, in which magic really works-not a fairy­ tale, not a story written for children, like Peter Pan or The Wizard of Oz, but a work of fiction written for adults-a story which challenges the mind, which sets it working.

Και, για να είμαι ειλικρινής, συμφωνώ απόλυτα με αυτό τον ορισμό. Το ίδιο εννοώ κι εγώ, συνήθως, όταν λέω «φανταστική λογοτεχνία».

[Συνέχισε να διαβάζεις]

 

Επιλογές Απριλίου (8/4)


~Γκράφιτι από τη νιότη μας & Πώς να σταματάς το κινητό σου απ’το να σε παρακολουθεί & KillerTools & Οι αγορές που ποντάρουν στις καταστροφές & Τα «παράνομα» τραπεζικά δίκτυα & Ένας μαγευτικός κήπος στην Τοσκάνη φτιαγμένος στην Αναγέννηση & Tadami Yamada (παράξενα εξώφυλλα) & Rubáiyát του RS Sherriffs (παραμυθένιες εικονογραφήσεις) & Histoires Prodigieuses (1559 – Pierre Boaistuau) & Olaf Hajek (μαγικορεαλιστικοί πίνακες) & Ψυχεδελικές οντότητες χωρίς επιστημονική εξήγηση & Θαλάσσια τέρατα & A Pictorial History of Horror Stories – 200 Years of Spine Chilling Illustrations from the Pulp Magazines (1985) & Το θαλάσσιο ερπετό του Gloucester & Ken Barr (τέχνη) & Οι εικονογραφήσεις Ðông Hồ & Το πρώτο περιοδικό φαντασίας και τρόμου & άλλα πολλά στο LinX~

 

Φανταστική Λεξιπλασία


Κάτι περισσότερο από ένας σχολιασμός για το Imaginary Worlds του Lin Carter

Αυτές τις μέρες διάβαζα το Imaginary Worlds του Lin Carter, το οποίο είναι ένας σχολιασμός για τη φανταστική λογοτεχνία. Ο Lin Carter ήταν ένας αρκετά γνωστός συγγραφέας φαντασίας – καλτ συγγραφέα, θα τον έλεγα – και δεν θα πω τίποτ’ άλλο γι’αυτόν (μη θέλοντας να μιμηθώ τον ίδιο στις παρουσιάσεις του μέσα στο Imaginary Worlds)· για περισσότερα, μπορείτε να τον τσεκάρετε στη Wikipedia. Το 2022 είχα διαβάσει το πρώτο βιβλίο του από τη σειρά με τον Thongor, και ήταν τόσο χάλια που δεν διάβασα τίποτα παραπέρα σε αυτή τη σειρά. Το 2023, όμως, διάβασα μια άλλη σειρά που έχει γράψει, το Gondwane Epic, η οποία ήταν πολύ καλή, και έχει γίνει από τις αγαπημένες μου, και θέλω κάποτε να την ξαναδιαβάσω. (Ναι, ήταν τόσο καλή.)

Τώρα διάβαζα το Imaginary Worlds επειδή πήρα φόρα μετά από το Wizardry and Wild Romance: A Study of Epic Fantasy, του Moorcock, το οποίο διάβασα πρόσφατα (και σχολίασα). Δε θα πω κάτι περισσότερο για το Imaginary Worlds εδώ· απλώς θέλω να σχολιάσω μερικά πράγματα που γράφει ο Lin Carter σε αυτό το βιβλίο σχετικά με τη δημιουργία φανταστικών ονομάτων. Γιατί πιστεύω ότι έχει ενδιαφέρον.

Ορισμένα από αυτά που λέει τα βρίσκω σωστά· ορισμένα τα βρίσκω τελείως βλακείες. Εκείνο που δεν μου αρέσει είναι ότι μοιάζει να είναι λιγάκι απόλυτος στο τι είναι καλό και τι κακό, ενώ, στην πραγματικότητα, η τελική κρίση σε αυτά τα θέματα είναι το προσωπικό γούστο, και δεν είναι λογικό να λες ότι κάποιοι έχουν «μουσικό αφτί» ενώ κάποιοι άλλοι είναι «κουφοί».

Αλλά ας τα πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά.

Αναφέρομαι στο Κεφάλαιο 10, A Local Habitation and a Name.

[Συνέχισε να διαβάζεις]