Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
10 / 9 / 2024

Αυτό είναι το εξώφυλλο του τέταρτου βιβλίου της Αναζήτησης του Οφιομαχητή που θα ξεκινήσω να δημοσιεύω από τα τέλη του 2024 – δηλαδή, αυτούς τους μήνες. Έχω παρουσιάσει και κάποια προηγούμενα εξώφυλλα αν ψάξετε λίγο πιο πίσω στα Σκιώδη Παραλειπόμενα. Ίσως τελικά να έχουν κάποιες μικρές αλλαγές αλλά, σε γενικές γραμμές, αυτά θα είναι.

Επίσης, σας προτρέπω να μου κάνετε δωρεές μέσω Paypal, και να προτρέψετε και άλλους να μου κάνουν δωρεές.

Γιατί; Επειδή θέλω να πλουτίσω ή επειδή προσπαθώ να σας εκμεταλλευτώ;

Όχι. Επειδή αυτό είναι το σωστό.

Στη ρημάδα τη χώρα που ζούμε, συγγραφέας φαντασίας (και ίσως συγγραφέας γενικά) δεν μπορεί να βγάλει φράγκο. Είμαστε σε μια κατάσταση που πλέον θα τη χαρακτήριζες πέραν του θλιβερού.

Για να τα λέμε τα πράγματα στεγνά και όπως είναι, αν κάποιος δεν μπορεί να ζει με κάποιον άλλο τρόπο, αποκλείεται ποτέ να μπορεί να γράφει λογοτεχνία. Ή, αν γράφει, θα γράφει σποραδικά. Δεν θα είναι αφοσιωμένος. Γι'αυτό κιόλας πολλοί τα παρατάνε, ή δεν δίνουν σημασία. Και γι'αυτό γενικά η ποιότητα πέφτει και η κουλτούρα του φανταστικού που έχουμε είναι σε μαύρα χάλια. Δεν φταίει μόνο το χρηματικό θέμα, αλλά είναι κι αυτό ένας πολύ βασικός παράγοντας.

Προσωπικά, αν δεν μπορούσα να ζω αλλιώς προκειμένου να γράφω, κατά πάσα πιθανότητα θα είχα αυτοκτονήσει. Γιατί η συγγραφή είναι τρόπος ζωής για εμένα. Δεν είναι ούτε τρόπος να επιδειχτώ ούτε τρόπος για να βγάλω λεφτά. Αυτό δεν σημαίνει, όμως, ότι δεν θα έπρεπε και να αμείβομαι.

Στην Ελλάδα, αν γράφεις λογοτεχνία, οι πάντες κατευθείαν θεωρούν ότι είσαι «ψώνιο». Γιατί; Επειδή δεν θεωρείται επάγγελμα. Θεωρείται χόμπι, θεωρείται προσωπική ενασχόληση. Έχουμε γραμμένους στα αρχίδια μας τους συγγραφείς φαντασίας (και μη), καθώς και πολλούς άλλους καλλιτέχνες. Σου λέει κάποιος: «Και τι κάνεις εσύ; Γράφεις λογοτεχνία φαντασίας; Πφφφφ... Μαλακίζεσαι! Δεν είναι πραγματικό επάγγελμα. Το κάνεις για πλάκα!»

Και θα σου πω εγώ το εξής: Βγαίνει ο άλλος στο ραδιόφωνο και λέει ποδοσφαιρικά θέματα, ή περί ανέμων και υδάτων, και ό,τι άλλο του κατεβαίνει. Ή βάζει απλώς μουσική.

Τι κάνει; Προσφέρει κανένα τόσο σοβαρό έργο; Μαλακίζεται. (Όπως το ίδιο μπορείς να πεις και για πολλά άλλα επαγγέλματα που δεν έχουν άμεση σχέση με την παραγωγή τροφής και άλλες βασικές ανάγκες.)

Πληρώνεται, όμως.

Ο συγγραφέας γιατί στον πούτσο να μην πληρώνεται;

Επειδή δεν προσφέρει κανένα έργο, έτσι; Το κάνει «για πλάκα»...

Οπότε είναι «ψώνιο», και τα ψώνια όλοι τα εκμεταλλεύονται. Έτσι, μετά, όταν πάει κάποιος σ’έναν εκδότη, ο εκδότης τού ζητάει να πληρώσει για να... του κάνει τη χάρη να εκδώσει το βιβλίο του (εκτός αν έχει κονέ και πάει μέσω του κονέ – που κι αυτό παρακμή είναι). Δηλαδή, ο συγγραφέας πρέπει να δώσει ένα σωρό λεφτά για να... βγάλει το «ψώνιο» του παραέξω. Λεφτά ο ίδιος μάλλον δεν θα πάρει για να αποσβέσει το κόστος. Σε διαφορετική περίπτωση, μπορεί να εκδώσει βιβλία και μόνος του, αλλά πάλι τα έξοδα είναι τόσα πολλά (ειδικά με αυτά τα αίσχη που έχει κάνει τελευταία η ΑΑΔΕ του Μητσοτάκη) που δεν τον συμφέρει. Πάλι χαμένος θα βγει. Λεφτά δεν πρόκειται να βγάλει.

Τα ξέρω από πρώτο χέρι, δεν τα λέω στον αέρα.

Είμαστε σε τόσο γαμημένη κωλοκατάσταση σε τούτη τη μπουρδελοχώρα που έχουμε κατευθείαν βγάλει όλους τους συγγραφείς ότι είναι, κατά βάση, ψώνια και άνευ λόγου.

Ο συγγραφέας, όμως, ασχέτως αν ο ίδιος γουστάρει αυτό που κάνει, προσφέρει κουλτούρα. Προσφέρει κάτι που μένει. Εγώ γράφω τριάντα χρόνια. Προσφέρω τριάντα χρόνια κουλτούρα του φανταστικού σε μια χώρα που την έχει, κατά βάση, γραμμένη στα αρχίδια της. Δεν το κάνω για τη χώρα, πιστέψτε με. Το κάνω επειδή τη βρίσκω με την όλη διαδικασία· είμαι, πες, μαγεμένος από αυτήν, ή δαιμονισμένος. Θα το κάνω μέχρι να με πάρει ο Χάρος. Αλλά, θέλοντας και μη, αφήνω ένα έργο που είναι αντικειμενικό.

Γιατί να μην πληρώνομαι γι'αυτό το γαμημένο έργο; Κάποιος καραγκιόζης δημοσιογράφος του ραδιοφώνου προσφέρει πιο πολλά απ'ό,τι προσφέρω εγώ; Ή οποιοσδήποτε άλλος κάνει ένα από αυτά τα «όχι και τόσο απαραίτητα» επαγγέλματα;

Δηλαδή, πού θέλουμε να φτάσουμε; Σε μια κοινωνία που κάνουμε μόνο τα «απαραίτητα»; Φαΐ, χτίσιμο, υδραυλικά, και βασικές υπηρεσίες; Αυτό είναι όλο στη ζωή;

Ε, η ζωή δεν είναι αυτό. Ο Carl Jung είχε πει ότι ο άνθρωπος δεν αντέχει μια ζωή χωρίς νόημα. Και είναι αλήθεια.

Εγώ προσφέρω κουλτούρα του φανταστικού – στον εαυτό μου κατά πρώτο, και αυτό είναι που μ’ενδιαφέρει βασικά, αλλά, ως συνέπεια, και στους άλλους – προσφέρω νόημα.

Γιατί στον πούτσο να μην πληρώνομαι, ρε πούστηδες κουμανταδόροι;

Ύστερα από τόσα βιβλία που έχω προσφέρει, και συνεχίζω να προσφέρω, θα έπρεπε να βγάζω δύο, τρία χιλιάρικα το μήνα.

Αλλά το κακό σ’αυτή τη χώρα δεν είναι μόνο με τους συγγραφείς και τους καλλιτέχνες, όταν το παρατηρήσεις λιγάκι. Είναι με όλους όσους φτιάχνουν πράγματα. Η Ελλάδα αποθαρρύνει τους δημιουργούς. Δεν φτιάχνουμε τίποτα, δεν παράγουμε τίποτα. Μόνο υπηρεσίες προσφέρουμε, και, κυρίως, τουριστικές υπηρεσίες.

Ήμουν σ’ένα θέρετρο τις προάλλες – αρκετά δημοφιλές θέρετρο – έχω σπίτι εκεί, αλλιώς δεν θα μπορούσα να ήμουν. Και ξέρετε πόσους Έλληνες τουρίστες έβλεπες; Χμμμ... Ο ένας στους δέκα ίσως να ήταν Έλληνας. Περπατούσα στον δρόμο και άκουγα αγγλικά, όχι ελληνικά. Το βράδυ έπεφτα για ύπνο και από κάτω άκουγα τους μεθυσμένους και τους μισομεθυσμένους να λένε «You know...», «I was like, you know...», «Oh yeah, yes...», «And I say fuck off...» Ενώ παλιά άκουγα «Ρε μαλάκα!», «Σκάσε ρε!», «Άι γαμήσου ρε μαλάκα!» – γαλλικά, δηλαδή.

Οι 9 στους 10 τουρίστες φέτος ήταν ξένοι. Ο Έλληνας δεν πήγαινε, γιατί δεν είχε λεφτά.

Στο καράβι, πηγαίνοντας προς ένα μέρος, ήταν όλο Κινεζοκορεάτες εκεί όπου καθόμουν· άντε να ήμασταν, συνολικά, μαζί μ’εμένα, 3-4 Έλληνες. Αναρωτήθηκα: Από την Κορέα ερχόμαστε; Μπα, όχι, απ’τον Πειραιά· δεν μπορεί να έκανα λάθος...

Και δεν λέω να μη φέρνουμε και τουρισμό από έξω. Να φέρνουμε. Κι εγώ βγάζω κάποια παράπλευρα λεφτά από τον τουρισμό, και πολλοί άλλοι. Αλλά γιατί να εξευτελίζουμε έτσι και τη δική μας χώρα;

Έχουμε γίνει το θέρετρο της Ευρώπης. Οι πλούσιοι Ευρωπαίοι έρχονται εδώ για να γλεντήσουν – και οι πλούσιο Ασιάτες και οι πλούσιοι Κορεάτες. Είμαστε ένα απέραντο Greek Fucking Bar. Μπουρδέλο, κοινώς.

Έχουμε καταντήσει ένα απέραντο μπουρδέλο που προσφέρει τις υπηρεσίες του στους έξω.

Δεν παράγουμε τίποτα, δεν κάνουμε τίποτα – συμπεριλαμβανομένης και της κουλτούρας. Παράγουμε μόνο τα βασικά, τα πολύ βασικά, γιατί χωρίς αυτά θα είχαμε ψοφήσει σαν σκυλιά.

Εκεί μάς έχουν καταντήσει, και αυτή η κωλοκυβέρνηση της Νέας Δικτατορίας που παραπλανητικά διοικεί τόσα χρόνια, και όλες οι προηγούμενες, δυστυχώς.

Και μέσα σ’όλ’ αυτά τρώνε το παπάρι και οι συγγραφείς φαντασίας· γιατί, φυσικά, ποιος χρειάζεται τέτοια άχρηστα πράγματα όπως κουλτούρα του φανταστικού στο Greek Fucking Bar; Μην ασχολείστε με οτιδήποτε σας βγάζει από τη γκρίζα πραγματικότητα· είναι κακό, τέκνα μου.

Νομίζεις ότι βρισκόμαστε στον Μεσαίωνα υπό δίωξη Ιεράς Εξέτασης.

Οι άνθρωποι είναι τελείως μαλάκες, τουτέστιν. Εκεί έχουμε καταντήσει.

Αν γράφεις βιβλία φαντασίας, από το Κράτος μην περιμένεις καμία υποστήριξη. Είσαι «άχρηστος».

Από την αγορά του βιβλίου, που είναι της πλάκας, επίσης το ίδιο.

Δεν υπάρχει τρόπος να βγάλεις λεφτά. Να χάσεις λεφτά μπορεί. Μπορεί να σε εκμεταλλεύονται και να σου ρουφάνε τα λεφτά σου πουλώντας σου αέρα για «ψώνια». Να δεις το βιβλίο σου «στο ράφι» και τέτοιες πίπες. Να σου γράψει κάποιος (για κάποιο λόγο – ίσως και μισθωμένος) μια «καλή κριτική» και να φουσκώσει ο εγωισμός σου για να νομίσεις ότι είσαι «κάποιος» (έστω για μερικές ώρες ονείρου), και άλλες ανουσιότητες.

Τίποτα το ουσιαστικό.

Γιατί το ουσιαστικά σε αυτές τις περιπτώσεις είναι ένα: το χρήμα.

Και υπάρχει και κάτι άλλο που είναι ακόμα πιο ουσιαστικό από το χρήμα: που η κάθε του στιγμή είναι ένας θησαυρός βασιλιά, ή όλα τα λάφυρα που έχει ένα κουρσάρος στο αμπάρι του ύστερα από τη λεηλασία της Καρχηδόνας. Αυτό δεν μετριέται με λεφτά· τα υπερβαίνει. Είναι η αίσθηση που σου δημιουργεί εκείνο που κάνεις. Αλλά αυτό δεν έχει σχέση με την κοινωνία· έχει μόνο σχέση μ'εσένα, αν ξέρεις τι σου γίνεται και δεν το έχεις ξεχάσει κάπου στο δρόμο.

Αυτό που έχει σχέση με την κοινωνία είναι ότι όντως προσφέρεται ένα αντικειμενικό έργο που δεν πληρώνεται από κανέναν.

Εγώ, αυτή τη στιγμή, δεν θυμάμαι πόσα βιβλία φαντασίας έχω γράψει, αλλά είναι πολλά. Και τουλάχιστον αυτά του Θρυμματισμένου Σύμπαντος – καθώς και το Παιχνίδι των Ράζλερ – δεν είναι κάτι λιγότερο από επαγγελματικά γραμμένα. Και ίσως να είναι και πιο καλογραμμένα από διάφορα βιβλία που κυκλοφορούν από «επίσημες» εκδόσεις. Κι αν κάποιος δεν με πιστεύει, μπορεί απλώς να τα διαβάσει· κι αν θεωρήσει ότι δεν είναι αρκετά επαγγελματικά για να πληρώνεσαι, τότε ή βλάκας είναι, ή ανίδεος, ή απλώς κακόβουλος και για κάποιο λόγο δεν με γουστάρει.

Δεν έχει, όμως, σημασία ποιος «εγκρίνει» ή μη κάτι που γράφεις. Ή αν τους αρέσει ή όχι. Σημασία έχει το έργο αντικειμενικά, το οποίο είναι κάτι που υφίσταται.

Και εγώ τριάντα χρόνια δεν έχω βγάλει φράγκο από αυτό.

Πήγα τις προάλλες να πληρώσω για το hosting του site μου και διαπίστωσα ότι δεν είχαν μείνει και πολλά λεφτά στο Paypal από τις δωρεές· έπρεπε να βάλω κι εγώ λεφτά από την τράπεζα.

Ε, σκατά.

Ώς εκεί είναι το χάλι μας.

Αλλά μπορούμε και να το αλλάξουμε εμείς οι ίδιοι.

Κάντε μου δωρεές. Όχι επειδή εγώ βγαίνω και το λέω. Αλλά επειδή εσύ θέλεις να υποστηρίξεις έναν συγγραφέα που γράφει τριάντα χρόνια φανταστική λογοτεχνία. Επειδή έτσι πρέπει να γίνεται. Αυτό είναι το σωστό.

Δείξε ένα κωλοδάχτυλο σε όσους δεν θέλουν να έχουμε πραγματική κουλτούρα του φανταστικού, και κάνε εκείνο που ξέρεις ότι είναι σωστό.

Αλλιώς, τα πράγματα ποτέ δεν θα αλλάξουν. Σου αρέσει η κατάσταση έτσι όπως είναι;

 

 

Επίσης . . .

Βιβλιοκριτική: Imaginary Worlds του Lin Carter


Έχοντας διαβάσει (και σχολιάσει) το Wizardry and Wild Romance του Michael Moorcock, είχα κάνει όρεξη να προχωρήσω σε κάτι παρόμοιο· κι αφού κι ο ίδιος ο Moorcock προτείνει το Imaginary Worlds, προχώρησα προς τα εκεί.

Είναι κι αυτό, φυσικά, μια πραγματεία για τη φανταστική λογοτεχνία, αλλά, παρότι έχει ομοιότητες με το Wizardry and Wild Romance, δεν είναι το ίδιο πράγμα. Ο Moorcock κρίνει, κυρίως, την εποχή του· ο Lin Carter μιλά πιο διαχρονικά και πιο ιστορικά (αν και την κρίνει, εν μέρει, και την εποχή του σ’ένα σημείο). Ξεκινά, μάλιστα, διευκρινίζοντας τι εννοεί λέγοντας «φανταστική λογοτεχνία» – fantasy – ώστε να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις:

But what I mean by the word "fantasy" is a narrative of marvels that belong to neither the scientific nor the supernatural. The essence of this sort of story can be summed up in. one word: magic. A fantasy is a book or story, then, in which magic really works-not a fairy­ tale, not a story written for children, like Peter Pan or The Wizard of Oz, but a work of fiction written for adults-a story which challenges the mind, which sets it working.

Και, για να είμαι ειλικρινής, συμφωνώ απόλυτα με αυτό τον ορισμό. Το ίδιο εννοώ κι εγώ, συνήθως, όταν λέω «φανταστική λογοτεχνία».

[Συνέχισε να διαβάζεις]

 

Επιλογές Απριλίου (8/4)


~Γκράφιτι από τη νιότη μας & Πώς να σταματάς το κινητό σου απ’το να σε παρακολουθεί & KillerTools & Οι αγορές που ποντάρουν στις καταστροφές & Τα «παράνομα» τραπεζικά δίκτυα & Ένας μαγευτικός κήπος στην Τοσκάνη φτιαγμένος στην Αναγέννηση & Tadami Yamada (παράξενα εξώφυλλα) & Rubáiyát του RS Sherriffs (παραμυθένιες εικονογραφήσεις) & Histoires Prodigieuses (1559 – Pierre Boaistuau) & Olaf Hajek (μαγικορεαλιστικοί πίνακες) & Ψυχεδελικές οντότητες χωρίς επιστημονική εξήγηση & Θαλάσσια τέρατα & A Pictorial History of Horror Stories – 200 Years of Spine Chilling Illustrations from the Pulp Magazines (1985) & Το θαλάσσιο ερπετό του Gloucester & Ken Barr (τέχνη) & Οι εικονογραφήσεις Ðông Hồ & Το πρώτο περιοδικό φαντασίας και τρόμου & άλλα πολλά στο LinX~

 

Φανταστική Λεξιπλασία


Κάτι περισσότερο από ένας σχολιασμός για το Imaginary Worlds του Lin Carter

Αυτές τις μέρες διάβαζα το Imaginary Worlds του Lin Carter, το οποίο είναι ένας σχολιασμός για τη φανταστική λογοτεχνία. Ο Lin Carter ήταν ένας αρκετά γνωστός συγγραφέας φαντασίας – καλτ συγγραφέα, θα τον έλεγα – και δεν θα πω τίποτ’ άλλο γι’αυτόν (μη θέλοντας να μιμηθώ τον ίδιο στις παρουσιάσεις του μέσα στο Imaginary Worlds)· για περισσότερα, μπορείτε να τον τσεκάρετε στη Wikipedia. Το 2022 είχα διαβάσει το πρώτο βιβλίο του από τη σειρά με τον Thongor, και ήταν τόσο χάλια που δεν διάβασα τίποτα παραπέρα σε αυτή τη σειρά. Το 2023, όμως, διάβασα μια άλλη σειρά που έχει γράψει, το Gondwane Epic, η οποία ήταν πολύ καλή, και έχει γίνει από τις αγαπημένες μου, και θέλω κάποτε να την ξαναδιαβάσω. (Ναι, ήταν τόσο καλή.)

Τώρα διάβαζα το Imaginary Worlds επειδή πήρα φόρα μετά από το Wizardry and Wild Romance: A Study of Epic Fantasy, του Moorcock, το οποίο διάβασα πρόσφατα (και σχολίασα). Δε θα πω κάτι περισσότερο για το Imaginary Worlds εδώ· απλώς θέλω να σχολιάσω μερικά πράγματα που γράφει ο Lin Carter σε αυτό το βιβλίο σχετικά με τη δημιουργία φανταστικών ονομάτων. Γιατί πιστεύω ότι έχει ενδιαφέρον.

Ορισμένα από αυτά που λέει τα βρίσκω σωστά· ορισμένα τα βρίσκω τελείως βλακείες. Εκείνο που δεν μου αρέσει είναι ότι μοιάζει να είναι λιγάκι απόλυτος στο τι είναι καλό και τι κακό, ενώ, στην πραγματικότητα, η τελική κρίση σε αυτά τα θέματα είναι το προσωπικό γούστο, και δεν είναι λογικό να λες ότι κάποιοι έχουν «μουσικό αφτί» ενώ κάποιοι άλλοι είναι «κουφοί».

Αλλά ας τα πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά.

Αναφέρομαι στο Κεφάλαιο 10, A Local Habitation and a Name.

[Συνέχισε να διαβάζεις]