Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
12 / 12 / 2021

...Κι αυτό που λένε δεν είναι καθόλου ωραίο.

Κάνοντας αστική περιπλάνηση στην Αθήνα χτες, 11/12/2021, Σάββατο λίγο πριν από τα Χριστούγεννα, έβλεπα κατά κύριο λόγο νέκρα στα καταστήματα. Δεν μπορώ να πω ακριβώς ότι τους λυπάμαι αφού δεν επέλεξαν να αντισταθούν και να πουν ένα ηχηρό ΟΧΙ, ΔΕΝ ΣΥΝΕΡΓΑΖΟΜΑΣΤΕ, αλλά αυτή δεν είναι κατάσταση... Είναι εικόνα διάλυσης.

Μόνο στην Ερμού είχε κάποιο κόσμο, ομολογουμένως, αλλά ούτε κατά διάνοια τον κόσμο που θα έπρεπε λογικά να έχει αυτές τις μέρες. Και, ενώ αυτοί πήγαιναν να δείξουν ταυτότητα και πιστοποιητικό στις εισόδους, σε μια γωνία ήταν ένας ζητιάνος, κουκουλωμένος, ξεπαγιασμένος.

Κατά τα άλλα, ενδιαφέρει κάποιους να μη χαθεί καμιά ανθρώπινη ζωή και γι’αυτό κλέβουν τις ελευθερίες του κόσμου...

Εν τω μεταξύ, σε όλους τους άλλους δρόμους, σου σφυρίζαμε από τα καταστήματα, κυριολεκτικά, για να μπεις να ψωνίσεις. Ανεμβολίαστος δεν υφίσταται, σας το λέω, παρά μόνο στα μεγάλα καταστήματα που έχουν φρουρό στην πόρτα. Πολλοί από τους άλλους αφήνουν τον οποιονδήποτε να μπει. Τι έχουν να χάσουν; Θα φοβηθούν το πρόστιμο όταν είναι στα όρια της οικονομικής κατάρρευσης; Και, από υγειονομικής άποψης, ποιο το νόημα; Θα «μολύνει» ο ανεμβολίαστος τον κανένα που είναι μες στο κατάστημα;

Αυτούς να τους υποστηρίζετε. Τα μικρά μαγαζιά δεν μπορούν εύκολα να τα ελέγξουν (γι’αυτό και προσπαθούν να τα καταστρέψουν)· ο έλεγχος γίνεται στα πιο μεγάλα καταστήματα. Εκεί να μην πατάτε ούτε με χαρτί.

Όσοι έμποροι μπορούν, δε, βγάζουν τα εμπορεύματα έξω από την πόρτα και διαλέγεις ό,τι θέλεις εκεί. Σ’ένα κατάστημα μπήκα και παραμέσα γιατί ήθελα να δω κάτι (και, όπως ξέρετε, είμαι οκταπλά εμβολιασμένος: χταπόδι έχω γίνει από τα εμβόλια, πλοκάμια έχω βγάλει)· κανείς δεν μου είπε τίποτα. Όσο ήμουν μέσα, πλησίασαν δυο κυράδες από έξω και ένας υπάλληλος (δεν ξέρω τι τον έπιασε) τις ρώτησε: «Εμβόλια έχουμε κάνει;» και του απάντησαν: «Ναι, βέβαια» (αμφιβάλλω αν δεν μπλόφαραν) και μπήκαν. Έτσι, στεγνά.

Πολύ μ’αρέσει να βλέπω τα φασιστικά σχέδια της κορονοκρατίας να γίνονται σμπαράλια από την απλή, καθημερινή δράση του κόσμου που απλά προσπαθεί να ζήσει, και καταλαβαίνει ότι δεν μπορείς να ζήσεις με διαχωρισμούς και απαρτχάιντ, γιατί δεν είναι ούτε ανθρώπινο, ούτε συμφέρον, ούτε λογικό.

Σήμερα, 12/12, έγινε μια διαδήλωση στο Σύνταγμα εναντίον των καταναγκαστικών εμβολιασμών ενώ πλήθη περαστικών περιδιάβαιναν γύρω από το Δέντρο. Η διαδήλωση δεν είχε και πολύ κόσμο. Αίσχος... Δεν τους ενδιαφέρει να διαμαρτυρηθούν ενώ τους κλέβουν την ελευθερία τους, καταλύουν το Σύνταγμα, και τους καθιστούν πειραματόζωα; Δηλαδή, τι άλλο περιμένουν να γίνει;

Φεύγοντας, διέσχισα την Ερμού όπου φαίνονταν πλήθη – πλήθη. (Για του λόγου το αληθές, τσεκάρετε βίντεο.) Ούτε κορονοϊό φοβόταν κανένας, ούτε Χάρο, ούτε τίποτα. Αλλά στα καταστήματα τριγύρω, που ήταν όλα ανοιχτά, βαρούσαν μύγες. Ένα ολόκληρο ποτάμι μες στην Ερμού, ο ένας πάνω στον άλλο – με είχαν τρομάξει – αλλά στα καταστήματα βαρούσαν μύγες.

Ίσως, τελικά, ο κόσμος να μην είναι και τόσο ανόητος και να μη γουστάρει να δείχνει υγειονομικά χαρτιά και ταυτότητα για να μπει να κοιτάξει κάτι μπλούζες και παπούτσια.

Η επανάσταση θα αρχίσει από εσάς. Με την απλή, καθημερινή δράση σας και άρνησή σας.

 

 

Επίσης . . .

Γιατί Δεν μας Αρέσει η Παράδοσή μας;


Οι συγγραφείς φανταστικής λογοτεχνίας, στην Ελλάδα, έχουν αρκετές φορές κατηγορηθεί από διάφορους ότι δεν τους αρέσει η ελληνική παράδοση, ότι δεν τη χρησιμοποιούν μέσα στις ιστορίες τους αλλά χρησιμοποιούν την «ξένη» παράδοση.

Ή, μάλλον, αυτό είναι αρκετά γενικό· δεν ισχύει για όλους τους συγγραφείς φαντασίας στην Ελλάδα. Υπάρχουν και ορισμένοι που, φανατικά μάλιστα, γράφουν ιστορίες με έντονη βάση στην ελληνική παράδοση. Αλλά το κάνουν μόνο ορισμένοι, και καλό είναι αφού τους αρέσει. Όμως δεν το κάνουν όλοι, και όσοι δεν το κάνουν έχουν συχνά μπει στο στόχαστρο. Έχουν ακουστεί διάφορα άσχημα λόγια, ότι δεν είναι «αρκετά ελληνικά» αυτά που γράφουν, ότι «δεν τους αρέσει η Ελλάδα», ότι «είναι ξενόφερτη η θεματολογία τους», και παρόμοια μαργαριτάρια.

Κάποιοι φαίνεται να νομίζουν ότι, αν είσαι Έλληνας, πρέπει συνέχεια να γράφεις για τον Δία και τον Ηρακλή, για την Ελληνική Επανάσταση, ή για την καταστροφή της Σμύρνης· για τη Χούντα, για τον Εμφύλιο, ή για την Αντίσταση. Οτιδήποτε άλλο απαγορεύεται! Αν είσαι Έλληνας. Αν είσαι ξένος, εντάξει, όλα καλά· γράψε ό,τι γουστάρεις, βρε αδελφέ. Αλλά, αν είσαι Έλληνας, πρέπει να έχεις περιορισμένη θεματολογία. Για κάποιο μυστηριώδη λόγο.

Αυτό, βέβαια, πάει κόντρα στη νοοτροπία της φανταστικής λογοτεχνίας που – όπως το βλέπω εγώ, τουλάχιστον – είναι να εξερευνάς συνεχώς καινούργια πράγματα και καινούργιες ιδέες.

Εννοείται πως είναι προκατειλημμένο και κακόηθες να κατηγορεί κανείς τους συγγραφείς φαντασίας ότι αυτά που γράφουν «δεν είναι αρκετά ελληνικά», όμως κανείς δεν φαίνεται να αναρωτιέται γιατί αυτοί οι συγγραφείς δεν χρησιμοποιούν την ελληνική παράδοση στη λογοτεχνία τους.

[Συνέχισε να διαβάζεις]

 

Επιλογές Ιουλίου (21/7)


αμφιλεγόμενα κινούμενα σχέδια, και The New Northland (του Louis Pope Gratacap – 1915), και Jasmine Becket-Griffith & David Van Gough (παραμυθένια, νεκροσουρεαλιστική τέχνη), και ελληνικοί μύθοι σε ταινίες, και The Cube (του Jim Henson – 1969), και η λεηλασία της επιστημονικής φαντασίας (από τους σύγχρονους τεχνολογικούς γίγαντες), και The Cosmic Dope (φιλμ ΕΦ μικρού μήκους), και Δαιμονικά, Χίμαιρες, & το Γκροτέσκο στη Γαλλική Γοτθική Γλυπτική, και το Ατελιέ Heinrichs & Bachmann (εξώφυλλα για βιβλία φαντασίας: ’60–’80), και Clifford D. Simak (μυθιστορήματα ηρωικής φαντασίας), και Bob Peak (τέχνη από την ταινία Excalibur), και Sweets to the Sweet (ο Robert Bloch στην οθόνη), και Richard Powers (ψυχεδελικοσουρεαλιστική τέχνη εξώφυλλων φαντασίας), και: ακόμα περισσότερα στο LinX...

 

Η Πολιτική της Φανταστικής Λογοτεχνίας


Η φανταστική λογοτεχνία είναι γεμάτη μονάρχες, ευγενείς, και αριστοκρατία. Το ίδιο (παραδόξως;) ισχύει και για την επιστημονική φαντασία (ή, μήπως, θα έπρεπε απλά να την πούμε φαντασία στο διάστημα;), όπως στο Dune του Herbert, ή, για ένα ακόμα πιο παλιό παράδειγμα, όπως στο Princess of Mars και τις συνέχειές του, του Burroughs. Σε όλα αυτά τα βιβλία έχουμε βασιλιάδες και βασίλισσες, πρίγκιπες και πριγκίπισσες, και κάθε είδους τρελό ή ηρωικό αριστοκράτη.

Πολλοί έχουν – εύλογα, ίσως – αναρωτηθεί γιατί. Γιατί, βρε παιδιά, τόση αριστοκρατία στη φανταστική λογοτεχνία; Γιατί ένα τέτοιο ξεπερασμένο πολιτικό σύστημα;

Για το Dune, συγκεκριμένα, είχα διαβάσει κάποιον να σχολιάζει ότι η κοινωνία του είναι «οπισθοδρομική». Και ίσως όντως να είναι... Δηλαδή, αναλογιστείτε: αυτοί οι άνθρωποι ταξιδεύουν στο διάστημα, αλλά ακόμα έχουν δούκες και βαρόνους; Δεν έχουν αντιληφτεί την έννοια της δημοκρατίας; Μαλάκες είναι;

Δε νομίζω, όμως, ότι όσοι σκέφτονται έτσι σκέφτονται σωστά ακριβώς. Η φανταστική λογοτεχνία (περιλαμβάνοντας και αυτή που είναι στο διάστημα, ή σε άλλους πλανήτες) δεν υποτίθεται ότι είναι για να σχολιάσει την κοινωνία, ή για να μεταδώσει κοινωνικές ή πολιτικές αξίες. Ανέκαθεν ο σκοπός της φανταστικής λογοτεχνίας ήταν να μας κάνει να βιώσουμε συναρπαστικές περιπέτειες σε μαγευτικούς κόσμους.

Και δεν μπορείς να το κάνεις αυτό με δημοκρατικό πολίτευμα, ρε άνθρωπε; Γιατί;

[Συνέχισε να διαβάζεις]