Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
23 / 12 / 2019

Η οικονομία, όπως είναι φανερό σε όλους, είναι χάλια τα τελευταία χρόνια, και δεν φαίνεται να καλυτερεύει κιόλας. Γνωστά πράγματα πλέον, δεν μας εντυπωσιάζουν. Μερικοί, όμως, κατηγορούν το Διαδίκτυο γι’αυτή την κατάσταση. Ισχυρίζονται ότι το Διαδίκτυο φταίει για την κατάρρευση της οικονομίας, κι αν όχι τελείως, τότε σε μεγάλο βαθμό. “Στο Διαδίκτυο πάνε και τα βρίσκουν όλα δωρεάν, πάνε και τα κλέβουν”· “Τα πουλάνε στο Διαδίκτυο και η ‘κανονική’ οικονομία υποφέρει”· και τα λοιπά και τα λοιπά...

Αλλά, για σκέψου λίγο, μπορεί αυτό να αληθεύει; Ναι, εντάξει, ίσως το Διαδίκτυο να έχει χτυπήσει κάποιες αγορές, δεν αντιλέγω, όπως αυτήν της μουσικής – παλιά έβλεπες πολύ περισσότερα δισκοπωλείο απ’ό,τι σήμερα, πολύ περισσότερα, αλλά τώρα όλοι έχουν περισσότερη μουσική απ’ό,τι είχαν ποτέ, και μάντεψε πού πάνε και τη βρίσκουν.

Μπορεί, όμως, αυτή να θεωρηθεί η βασική αιτία για την κατάρρευση της οικονομίας; Δεν το νομίζω. Διότι εξαρχής η οικονομία, τουλάχιστον εδώ, στην Ελλάδα, δεν ήταν και τόσο καλή. Επομένως, όσοι ήταν μπλεγμένοι με την αγορά των καταστημάτων μετακόμισαν στο Διαδίκτυο, γιατί αλλιώς δεν τους συνέφερε. Το λέω από προσωπική πείρα. Προ δεκαετίας, είχα κυκλοφορήσει μερικά βιβλία με δικά μου έξοδα, δικές μου εκδόσεις. Είχα, επιπλέον, δώσει ένα σωρό λεφτά στη διαφήμιση (τα οποία ακόμα κλαίω) πιστεύοντας ότι έτσι θα γινόταν κάτι. Και εκείνο που μπορώ, με βεβαιότητα, να πω είναι ότι, από τότε, προ δεκαετίας, η αγορά του βιβλίου στην Ελλάδα δεν ήταν καλή για κάποιον καινούργιο που βγαίνει να πουλήσει. Έπρεπε ή να έχεις κάποιον υπουργό μπάρμπα, ή να έχεις ένα κάρο τσιράκια δημοσιογράφους σε τουλάχιστον μία εφημερίδα και πεντέξι περιοδικά, αν ήθελες να πουλήσεις κάτι αξιοσημείωτο. Και λέω “να πουλήσεις κάτι αξιοσημείωτο”· δεν μιλάω καν για να βγάλεις πραγματικά λεφτά, φυσικά. Τουτέστιν, αν δεν ήσουν πολύ καλά δικτυωμένος, αν δεν ήσουν “εμπλεκόμενος”, δεν είχες πιθανότητες να κάνεις τίποτα. Ναι, τόσο δίκαιο ήταν το σύστημα – και ακόμα είναι τόσο δίκαιο, αναμφίβολα: ή, πιθανώς, πιο “δίκαιο” λόγω οικονομικής υποβάθμισης.

Εκτός των άλλων, υπήρχε και η μηδενική υποστήριξη που υπάρχει συνήθως από τους δήθεν “επίσημους” φορείς στην Ελλάδα για αυτά τα πράγματα. Δεν λέω για ανθρώπους που πληρώνονται για να βάλουν ένα διαφημιστικό κουτάκι σ’ένα περιοδικό· μιλάω για τους υποτιθέμενους που ενδιαφέρονται “για το είδος”, “για τη λογοτεχνία”, και άλλες φανφάρες. Όχι υποστήριξη δεν μπορείς να δεις από εκεί, αλλά πιθανώς να δεις και τίποτα τρικλοποδιές, γιατί ή δεν γουστάρουν τη φάτσα σου για κάποιο δικό τους λόγο, ή νομίζουν ότι δεν ζήτησες την “άδειά” τους προτού κουνηθείς, ή επειδή φοβούνται ότι θα τους κλέψεις την (ανύπαρκτη βέβαια σε τούτη τη χώρα) δόξα ή τα (ακόμα πιο ανύπαρκτα σ’ετούτη τη χώρα) οικονομικά έσοδα.

Η κατάσταση είναι λιγάκι – ψέματα: πολύ – τραγική, από τότε ώς τώρα, δεν έχω καμιά αμφιβολία γι’αυτό. Η υποστήριξη που μπορεί να λάβεις είναι συνήθως από ανέλπιστες μεριές που δεν υπολόγιζες καν, όχι πάντως από υποτιθέμενα “ενδιαφερόμενους”. Και η αγορά – απ’το κακό στο χειρότερο. Αποτέλεσμα ίσως αυτής της “φιλικής” διάθεσης που έχουμε όλοι αναμεταξύ μας.

Επομένως, αναμενόμενα, λες Γιατί να μη δημοσιεύσω πράγματα στο Διαδίκτυο; Ειδικά, εμένα προσωπικά μού ταιριάζει απόλυτα. Ανέκαθεν ήθελα να γράφω λογοτεχνία καθημερινά· είναι το πιο γαμάτο πράγμα που έχω συναντήσει σ’αυτό τον κόσμο. Αν περίμενα να προσαρμοστώ στην ανύπαρκτη αγορά, δεν θα έγραφα ποτέ. (Και ίσως γι’αυτό και αρκετοί “φυσιολογικοί” άνθρωποι να τα έχουν παρατήσει. Ευτυχώς, δεν ήμουν ποτέ “φυσιολογικός”.) Το Διαδίκτυο σού δίνει τη δυνατότητα, τουλάχιστον, να δημοσιεύεις εκείνο που ούτως ή άλλως θα έκανες επειδή είναι το πάθος σου, κι άμα είσαι τυχερός μπορεί να λάβεις και καμιά δωρεά. Δεν είναι κακό. Δεν είναι καθόλου κακό. Ειδικά σε σύγκριση με την εναλλακτική λύση.

Και νομίζω ότι πολύς κόσμος το κάνει γι’αυτό το λόγο, είτε πουλάει μέσα από το Διαδίκτυο (μια λογική που εγώ δεν ενθαρρύνω εκτός αν ξέρεις ότι όντως θα βγάλεις αξιοσημείωτα λεφτά) είτε τα δίνει δωρεάν μέσα από το Διαδίκτυο (μια λογική που ενθαρρύνω ενθουσιωδώς). Τι απορούν, λοιπόν, κάποιοι; Αφού μας διώξατε από τον “πραγματικό” κόσμο με τις κακές νοοτροπίες και την κακή συμπεριφορά σας, γιατί παραξενεύεστε που ήρθαμε στον ηλεκτρονικό;

Θα ήταν πιο εύκολο να δημοσιεύω βιβλία αν δεν ήταν το Διαδίκτυο; Πραγματικά, ΔΕΝ το νομίζω.

Και πιστεύω ότι το ίδιο ισχύει γενικά σήμερα, οπότε ο κόσμος μετακομίζει στο Διαδίκτυο. Το οποίο έχει, βέβαια, και πολλές αρνητικές πλευρές, αλλά τώρα δεν θα ασχοληθώ μ’αυτές. Ίσως σε κάποιο άλλο post στο μέλλον, όταν έχω όρεξη.

Αλλά μην κατηγορείτε το Διαδίκτυο για το χάλι στον “πραγματικό” κόσμο. Ψάξτε πρώτα να βρείτε τα προβλήματα του “πραγματικού” κόσμου. Μην εθελοτυφλείτε μπροστά σε θλιβερές καταστάσεις και άθλιες νοοτροπίες.

 

 

Επίσης . . .

Περί Γραφής: Τελεία και ΟΧΙ Παύλα, Ξανά


Αυτό το άρθρο είναι συνέχεια του προηγούμενου: Τελεία και ΟΧΙ Παύλα. Εν μέρει, μου έδωσε έμπνευση να το γράψω κάποιος που ανέφερε κάτι σε ένα από τα σόσιαλ μύδια. Και λέω εν μέρει γιατί δεν χρειάζομαι ποτέ και πολλή έμπνευση για να γράψω για τη στίξη. Έχω μια σχέση αγάπης-μίσους μαζί της. Ξεκίνησα να γράφω ως τελείως άσχετος με τη στίξη, μην έχοντας ιδέα ποια θα μπορούσε ποτέ να ήταν η χρήση της άνω τελείας: ίσως ακόμα και του κόμματος. Έφτασα σε σημείο να νομίζω ότι έβαζα σωστά τη στίξη, αλλά απλά το νόμιζα μόνο. Και κατέληξα να συμπεράνω πόσο ανόητος είσαι όταν νομίζεις ότι «ξέρεις» τη χρήση της στίξης, και πόσο υποκειμενική μπορεί να είναι η στίξη. Αλλά όχι και στα πάντα. Υπάρχουν κι ορισμένα σταθερά πράγματα. Και υπάρχει και μια κάποια... αισθητική. Ναι, αισθητική.

Έτσι, γράφουμε τώρα συνέχεια του προηγούμενου άρθρου γιατί, πολύ απλά, το θεωρώ ενδιαφέρον να γράψω συνέχεια. Και έχει νόημα. Ακολουθήστε με...

Σχετικά με την παύλα μπορεί να υπάρξει ένα ερώτημα: Γιατί να μην κολλά επάνω στις λέξεις; Να, για παράδειγμα, δες τι γίνεται με όλα τα άλλα σημεία στίξης: κολλάνε επάνω στις λέξεις. Η παύλα γιατί να μην κολλά; Στο πηγάδι κατούρησε;

Το θέμα είναι το εξής: όλα τα άλλα σημεία στίξης (εκτός, ίσως, από το θαυμαστικό) είναι αρκετά παλιά. Η παύλα – εκτός αν κάνω τρομερό λάθος – είναι πιο πρόσφατη. Δεν υπήρχε παλιά. Και, παρότι ουσιαστικά συντακτικό σημείο στίξης (όχι σχολιαστικό, όπως το θαυμαστικό), είναι κάπως ιδιαίτερο, και έχει κατά καιρούς χρησιμοποιηθεί με διάφορους τρόπους. Ακόμα και σαν να ήταν σχολιαστικό!

Η παύλα, σε κάποια κείμενα, μπορεί να βρεθεί να αντικαθιστά μέχρι και την τελεία, ή μπορεί να μπαίνει και μαζί με την τελεία. Ή όπου αλλού μπορείς να διανοηθείς. Πολλοί πιστεύουν, δε, ότι χρησιμοποιείται απλώς για να τονίσει την επόμενη λέξη, ή φράση: ή τη λέξη, ή φράση, που κλείνεται ανάμεσα στις παύλες.

Επικρατεί μια σύγχυση.

Αλλά, στην πραγματικότητα, σύγχυση δεν υφίσταται. Είναι συντακτικό σημείο στίξης, ουσιαστικά, όχι σχολιαστικό.

Όλα τα άλλα σημεία στίξης κολλάνε επάνω στις λέξεις, ναι. Αλλά κολλάνε ανεξαιρέτως (πλην της παρένθεσης) στο τέλος της λέξης, ποτέ στην αρχή. Κόμμα, τελεία, άνω τελεία, ερωτηματικό, θαυμαστικό... τα έχετε δει ποτέ στην αρχή; Πάντα στο τέλος κολλάνε.

Και ρωτάω τώρα: Η παύλα πού κολλάει; Στην αρχή, ή στο τέλος;

[Συνέχισε να διαβάζεις]

 

Επιλογές Οκτωβρίου (21/10)


Sanjulián (τέχνη) & Rudolf Kalvach (παράξενες κάρτες – 1907) & Hannah Flowers (τέχνη) & Το σπίτι που εξαφανίστηκε & Michael Kaluta (τέχνη) & Οι εικονογράφοι του Poe & Η γηραιότερη χελώνα της γης (αθάνατη;) & 221 Camera Obscuras & Infinite Jungle (στον browser σας) & Robin F. Williams (τέχνη) & Rottweilin (τέχνη) & Στα ίχνη των Shonokin (του Manly Wade Wellman) & Κόμιξ με τον Elric (1970) & περισσότερα στο LinX

 

Περί Γραφής: Τελεία και ΟΧΙ παύλα


Σε ελληνικά κείμενα (λογοτεχνικά και μη) είναι αρκετά συχνό να συναντήσουμε το εξής συντακτικό φαινόμενο το οποίο θα δείξω με ένα απλό παράδειγμα γιατί έτσι είναι πολύ πιο εύκολο:

Οι καβαλάρηδες έρχονταν μέσα από το λιόγερμα, πάνω από τους λόφους –μια ντουζίνα φιγούρες σε ψηλά άλογα, γκρίζα και λευκά, με μανδύες να τινάζονται πίσω τους–, αλλά δεν είχαν προσέξει ότι στο κατόπι τους ήταν τέσσερις απειλητικές κατάμαυρες σκιές...

Αυτό το κείμενο μοιάζει καλό, γενικά· και είναι, ουσιαστικά. Αλλά προσέξτε πώς χρησιμοποιούνται οι παύλες. Σαν παρενθέσεις! Η πρώτη παύλα κολλάει επάνω στο μια και η δεύτερη (που κλείνει την παρένθεση) κολλάει επάνω στο τους· και μετά απ’αυτή τη δεύτερη παύλα έρχεται κι ένα κόμμα.

Εδώ το πρόβλημα είναι διπλό.

Πρόβλημα πρώτο: Γιατί οι παύλες να κολλάνε επάνω στις λέξεις σαν να είναι παρενθέσεις; Η παύλα δεν είναι παρένθεση· είναι τελείως διαφορετικό σημείο στίξης.

Πρόβλημα δεύτερο: Τι δουλειά έχει το κόμμα μετά την παύλα; Δεν έχει καμία δουλειά εκεί· η παύλα, κανονικά, το αντικαθιστά. Δεν είναι παρένθεση.

[Συνέχισε να διαβάζεις]