Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
29 / 12 / 2024

Ένα από τα πιο τρομερά πράγματα που έχω διαπιστώσει γράφοντας φανταστική λογοτεχνία τόσο χρόνια είναι ότι σε βάζει να σκέφτεσαι για πράγματα που δεν υπάρχουν σαν να υπάρχουν.

Όπως λένε στο Ζεν: Τα πράγματα που δεν υπάρχουν, κι αυτά υπάρχουν.

Και δεν εννοώ απλά ότι γράφεις για έναν τόπο που είναι φανταστικός, ή για ανθρώπους που στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν, ή ακόμα και για όντα που στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν. Εννοώ ότι αρκετές φορές γράφεις για φυσικά/παραφυσικά, ή λογικά, ή φιλοσοφικά συστήματα, πράγματα, ή δυνάμεις που στον κόσμο μας δεν υφίστανται. Γράφεις γι’αυτά ακολουθώντας μια συγκεκριμένη εσωτερική συνέπεια, κάποιους κανόνες, που μπορεί μεν εσύ να τους έχεις σκαρφιστεί αλλά, καθώς τους ακολουθείς μέσα στην αφήγηση, αρχίζουν να μοιάζουν ολοένα και πιο αληθινοί και να βγάζουν ολοένα και περισσότερο νόημα.

Ίσως μπορείς να πεις ότι τότε έχεις παραμυθιάσει τον εαυτό σου. Αλλά αυτό δεν είναι κάτι το υπέροχο από μόνο του;

Και μετά, γράφεις κάτι για ένα από αυτά τα (παρα)φυσικά/λογικά/φιλοσοφικά συστήματα/πράγματα/δυνάμεις που σε παραξενεύει. Σου μοιάζει λάθος. Και σταματάς, και λες Όχι, αυτό δεν θα μπορούσε ποτέ να γίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Είναι σαν να έχεις γράψει ότι κάποιος πηδά από μια πολυκατοικία αλλά δεν πέφτει κάτω και τσακίζεται: κάτι άλλο συμβαίνει. Όμως, κανονικά, δεν θα μπορούσε να συμβεί βάσει της λογικής που έχεις ακολουθήσει ώς τότε. Και αυτό είναι πάλι κάτι το υπέροχο, γιατί δείχνει ότι το πράγμα έχει ζωντανέψει από μόνο του, έχει πάρει δική του υπόσταση. Δεν γράφεις απλώς γι’αυτό. Καταγράφεις τι συμβαίνει, σαν να ήταν κάτι το αληθινό όπως ο Νόμος της Βαρύτητας. Κι όταν βλέπεις ότι έχεις – κατά λάθος; – γράψει μια παρεκτροπή, μια ιδιομορφία, κάτι που δεν θα μπορούσε να συμβαίνει, τι κάνεις;

Ή το σβήνεις και γράφεις κάτι άλλο που όντως βγάζει νόημα. Ή προσπαθείς να το εξηγήσεις με κάποιον δημιουργικό τρόπο που πάλι όντως βγάζει νόημα. Είναι σαν να έχεις βρεθεί ξαφνικά μάρτυρας ενός συμβάντος που θα περιέγραφε ο Charles Fort στο Book of the Damned. Κάτι που δεν θα έπρεπε να συμβαίνει, αλλά συμβαίνει.

Είναι, όμως, κάτι που δεν θα έπρεπε να συμβαίνει βάσει ενός πράγματος/συστήματος που στην πραγματικότητα δεν υπάρχει αλλά το έχεις κάνει ζωντανό μέσα από την αφήγησή σου – μια νοητική οντότητα.

Και παθαίνεις την πλάκα σου.

Γαμώτο.

*

Και, παρεμπιπτόντως, Καλή Χρονιά, αν δεν ξανακαταφέρω να γράψω στα Σκιώδη Παραλειπόμενα ώς την Πρωτοχρονιά (που, μάλλον, θα τα καταφέρω).

 

 

Επίσης . . .

Περί Γραφής: Τελεία και ΟΧΙ Παύλα, Ξανά


Αυτό το άρθρο είναι συνέχεια του προηγούμενου: Τελεία και ΟΧΙ Παύλα. Εν μέρει, μου έδωσε έμπνευση να το γράψω κάποιος που ανέφερε κάτι σε ένα από τα σόσιαλ μύδια. Και λέω εν μέρει γιατί δεν χρειάζομαι ποτέ και πολλή έμπνευση για να γράψω για τη στίξη. Έχω μια σχέση αγάπης-μίσους μαζί της. Ξεκίνησα να γράφω ως τελείως άσχετος με τη στίξη, μην έχοντας ιδέα ποια θα μπορούσε ποτέ να ήταν η χρήση της άνω τελείας: ίσως ακόμα και του κόμματος. Έφτασα σε σημείο να νομίζω ότι έβαζα σωστά τη στίξη, αλλά απλά το νόμιζα μόνο. Και κατέληξα να συμπεράνω πόσο ανόητος είσαι όταν νομίζεις ότι «ξέρεις» τη χρήση της στίξης, και πόσο υποκειμενική μπορεί να είναι η στίξη. Αλλά όχι και στα πάντα. Υπάρχουν κι ορισμένα σταθερά πράγματα. Και υπάρχει και μια κάποια... αισθητική. Ναι, αισθητική.

Έτσι, γράφουμε τώρα συνέχεια του προηγούμενου άρθρου γιατί, πολύ απλά, το θεωρώ ενδιαφέρον να γράψω συνέχεια. Και έχει νόημα. Ακολουθήστε με...

Σχετικά με την παύλα μπορεί να υπάρξει ένα ερώτημα: Γιατί να μην κολλά επάνω στις λέξεις; Να, για παράδειγμα, δες τι γίνεται με όλα τα άλλα σημεία στίξης: κολλάνε επάνω στις λέξεις. Η παύλα γιατί να μην κολλά; Στο πηγάδι κατούρησε;

Το θέμα είναι το εξής: όλα τα άλλα σημεία στίξης (εκτός, ίσως, από το θαυμαστικό) είναι αρκετά παλιά. Η παύλα – εκτός αν κάνω τρομερό λάθος – είναι πιο πρόσφατη. Δεν υπήρχε παλιά. Και, παρότι ουσιαστικά συντακτικό σημείο στίξης (όχι σχολιαστικό, όπως το θαυμαστικό), είναι κάπως ιδιαίτερο, και έχει κατά καιρούς χρησιμοποιηθεί με διάφορους τρόπους. Ακόμα και σαν να ήταν σχολιαστικό!

Η παύλα, σε κάποια κείμενα, μπορεί να βρεθεί να αντικαθιστά μέχρι και την τελεία, ή μπορεί να μπαίνει και μαζί με την τελεία. Ή όπου αλλού μπορείς να διανοηθείς. Πολλοί πιστεύουν, δε, ότι χρησιμοποιείται απλώς για να τονίσει την επόμενη λέξη, ή φράση: ή τη λέξη, ή φράση, που κλείνεται ανάμεσα στις παύλες.

Επικρατεί μια σύγχυση.

Αλλά, στην πραγματικότητα, σύγχυση δεν υφίσταται. Είναι συντακτικό σημείο στίξης, ουσιαστικά, όχι σχολιαστικό.

Όλα τα άλλα σημεία στίξης κολλάνε επάνω στις λέξεις, ναι. Αλλά κολλάνε ανεξαιρέτως (πλην της παρένθεσης) στο τέλος της λέξης, ποτέ στην αρχή. Κόμμα, τελεία, άνω τελεία, ερωτηματικό, θαυμαστικό... τα έχετε δει ποτέ στην αρχή; Πάντα στο τέλος κολλάνε.

Και ρωτάω τώρα: Η παύλα πού κολλάει; Στην αρχή, ή στο τέλος;

[Συνέχισε να διαβάζεις]

 

Επιλογές Οκτωβρίου (21/10)


Sanjulián (τέχνη) & Rudolf Kalvach (παράξενες κάρτες – 1907) & Hannah Flowers (τέχνη) & Το σπίτι που εξαφανίστηκε & Michael Kaluta (τέχνη) & Οι εικονογράφοι του Poe & Η γηραιότερη χελώνα της γης (αθάνατη;) & 221 Camera Obscuras & Infinite Jungle (στον browser σας) & Robin F. Williams (τέχνη) & Rottweilin (τέχνη) & Στα ίχνη των Shonokin (του Manly Wade Wellman) & Κόμιξ με τον Elric (1970) & περισσότερα στο LinX

 

Περί Γραφής: Τελεία και ΟΧΙ παύλα


Σε ελληνικά κείμενα (λογοτεχνικά και μη) είναι αρκετά συχνό να συναντήσουμε το εξής συντακτικό φαινόμενο το οποίο θα δείξω με ένα απλό παράδειγμα γιατί έτσι είναι πολύ πιο εύκολο:

Οι καβαλάρηδες έρχονταν μέσα από το λιόγερμα, πάνω από τους λόφους –μια ντουζίνα φιγούρες σε ψηλά άλογα, γκρίζα και λευκά, με μανδύες να τινάζονται πίσω τους–, αλλά δεν είχαν προσέξει ότι στο κατόπι τους ήταν τέσσερις απειλητικές κατάμαυρες σκιές...

Αυτό το κείμενο μοιάζει καλό, γενικά· και είναι, ουσιαστικά. Αλλά προσέξτε πώς χρησιμοποιούνται οι παύλες. Σαν παρενθέσεις! Η πρώτη παύλα κολλάει επάνω στο μια και η δεύτερη (που κλείνει την παρένθεση) κολλάει επάνω στο τους· και μετά απ’αυτή τη δεύτερη παύλα έρχεται κι ένα κόμμα.

Εδώ το πρόβλημα είναι διπλό.

Πρόβλημα πρώτο: Γιατί οι παύλες να κολλάνε επάνω στις λέξεις σαν να είναι παρενθέσεις; Η παύλα δεν είναι παρένθεση· είναι τελείως διαφορετικό σημείο στίξης.

Πρόβλημα δεύτερο: Τι δουλειά έχει το κόμμα μετά την παύλα; Δεν έχει καμία δουλειά εκεί· η παύλα, κανονικά, το αντικαθιστά. Δεν είναι παρένθεση.

[Συνέχισε να διαβάζεις]