Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
21 / 8 / 2023

Όπως θα έχετε καταλάβει από τις Επιλογές μου, τριγυρίζω στο διαδίκτυο και μαζεύω διάφορα links που θεωρώ πως έχουν κάποιο ενδιαφέρον. Αρκετά από αυτά δεν καταλήγουν στις Επιλογές, γιατί δεν νομίζω ότι ταιριάζουν ακριβώς· αλλά δεν τα έχω και «για πέταμα» που λένε. Πιστεύω ότι εξακολουθούν να έχουν κάποιο ενδιαφέρον.

Όλα αυτά τα links – όσα μπαίνουν στις Επιλογές και όσα δεν μπαίνουν στις Επιλογές – τα έστελνα στο Twitter μέσω του Tweetdeck, που, για όσους δεν ξέρουν, είναι μια υπηρεσία του ίδιου του Twitter με την οποία μπορείς, εκτός των άλλων, να ορίσεις μια σειρά από tweets που θέλεις να εμφανίζονται αυτοματοποιημένα σε συγκεκριμένους χρόνους. Αλλά πρέπει να καθίσεις να τα βάλεις εσύ ένα-ένα. Οπότε, σου τρώει κάποια ώρα.

Το έκανα, όμως, γιατί μου άρεσε να βλέπω μια μεγάλη λίστα από links να παρουσιάζονται σταδιακά· και ίσως αυτά τα links να φαίνονταν χρήσιμα και σε κάποιον άλλο.

Αποφάσισα να σταματήσω να το κάνω αυτό από τότε που ο Muskαράς αγόρασε το Twitter και άρχισε να το αλλάζει. Όπως έχω πει και σε προηγούμενα κείμενα στα Σκιώδη Παραλειπόμενα, δεν μου αρέσουν καθόλου αυτά που έχει κάνει με το Twitter, και οι λόγοι που πήρα την απόφαση να σταματήσω να βάζω links είναι, βασικά, οι εξής δύο:

Πρώτον, δε μ’αρέσει να βλέπουν το Twitter μου μόνο όσοι είναι logged in. Το Twitter ξεκίνησε ως μια υπηρεσία micro blogging, και το βασικό του blog είναι να το βλέπουν όλοι, όχι μόνο όσοι είναι κλεισμένοι μες στον «κήπο». Τα links μου δεν είναι μόνο για αυτούς· είναι για τους πάντες. Δεν θέλω να τα βλέπεις μόνο όταν είσαι logged in.

Δεύτερον, δεν μου αρέσει τίποτα σ’αυτό τον Μασκαρά, και αν καθόμουν τώρα να βάζω ένα-ένα τα tweets στο Tweetdeck θα αισθανόμουν σαν υπάλληλός του. Και δεν είμαι υπάλληλός του.

Α, ναι, υπάρχει κι ένας τρίτος λόγος: Δεν θέλω να ανεβάζω τη διαφημιστική αξία μιας πλατφόρμας την οποία αυτός ο καραγκιόζης έχει τελείως αλλοιώσει, ίσως και διαλύσει ουσιαστικά. Όσο περισσότερα tweets κάνεις εκεί, τόσο μεγαλύτερη δύναμη τού δίνεις. Και αυτός σίγουρα δεν είναι ο σκοπός μου. (Ίσως, μάλιστα, να είχα εγκαταλείψει το Twitter αν δεν το είχα συνηθίσει τόσα χρόνια. Και πάω στοίχημα πως ο Μασκαράς σ’αυτό ποντάρει για πολλούς χρήστες εκεί μέσα. Ειδικά για τους ακόμα πιο εθισμένους από εμένα.)

Εξακολουθώ, όμως, να μαζεύω links, πολλά links. Και τι να τα κάνω όλα αυτά; Δεν πάνε όλα στις Επιλογές. Επιπλέον, μου άρεσε αυτή η λίστα που έφτιαχνα στο Twitter: να τα βλέπω να βγαίνουν σιγά-σιγά σε τακτά χρονικά διαστήματα.

Τι να κάνω; είπα.

Ε, θα το κάνω μόνος μου!

Ιδού, λοιπόν, το LinX!

Εκτός των άλλων, ξεσκόνισα και την PHP πάλι, που, δυστυχώς, δεν έχω την ευκαιρία να χρησιμοποιώ και πολύ συχνά. (Μια φορά το φτιάχνεις το site σου, δεν μπορείς να το αλλάζεις συνέχεια· θα το γαμ—μπιιιιπ!)

Το LinX είναι μια σελίδα που αυτοματοποιημένα εμφανίζει links το ένα μετά το άλλο. Και, μάλιστα, με πολύ λιγότερο κόπο για εμένα. Απλώς ταΐζω στην PHP το αρχείο txt όπου μαζεύω τα links μου και η PHP το περνά κατευθείαν σε έναν πίνακα μιας βάσης δεδομένων. Και, αποκεί και πέρα, το LinX βγάζει links σε τακτά χρονικά διαστήματα.

Ελπίζω να έρχεστε και να βρίσκετε πράγματα παράξενα και αξιοσημείωτα εκεί τα οποία κεντρίζουν το μυαλό σας.

Έχετε υπόψη, όμως, ότι το LinX – εσκεμμένα – δεν κρατά αρχείο. Αυτό σημαίνει πως, ύστερα από κάποιο καιρό, μπορεί η σελίδα να αδειάσει και να αρχίσουν να εμφανίζονται καινούργια links. Οπότε, αν κάτι σας ενδιαφέρει και θέλετε να το κρατήσετε, να το κρατάτε στον υπολογιστή ή στο κινητό σας, γιατί μετά μπορεί να εξαφανιστεί από το LinX.

Το γεγονός ότι τα links που βγαίνουν στο LinX δεν συνοδεύονται (ακόμα) από εικόνες οφείλεται καθαρά στη δική μου βαρεμάρα, όχι σε αδυναμία του LinX. Γιατί, για να βάζω εικόνες, θα πρέπει να τις βάζω μία-μία, κατά περίσταση (όπως έκανα παλιά στο Tweetdeck), και, όπως είπα, βαριέμαι. Με το LinX έχω την ευκολία απλά να στέλνω ένα αρχείο txt στον σέρβερ και να γίνεται η δουλειά αυτομάτως.

Δεν αποκλείεται, όμως, στο μέλλον να αρχίσουν να εμφανίζονται και συνοδευτικές εικόνες.

(Μην ψάχνετε πού είναι το κουμπί για να κάνετε like. Δεν έχουμε τέτοια κακά πράγματα στο LinX.)

 

 

Επίσης . . .

Γιατί Δεν μας Αρέσει η Παράδοσή μας;


Οι συγγραφείς φανταστικής λογοτεχνίας, στην Ελλάδα, έχουν αρκετές φορές κατηγορηθεί από διάφορους ότι δεν τους αρέσει η ελληνική παράδοση, ότι δεν τη χρησιμοποιούν μέσα στις ιστορίες τους αλλά χρησιμοποιούν την «ξένη» παράδοση.

Ή, μάλλον, αυτό είναι αρκετά γενικό· δεν ισχύει για όλους τους συγγραφείς φαντασίας στην Ελλάδα. Υπάρχουν και ορισμένοι που, φανατικά μάλιστα, γράφουν ιστορίες με έντονη βάση στην ελληνική παράδοση. Αλλά το κάνουν μόνο ορισμένοι, και καλό είναι αφού τους αρέσει. Όμως δεν το κάνουν όλοι, και όσοι δεν το κάνουν έχουν συχνά μπει στο στόχαστρο. Έχουν ακουστεί διάφορα άσχημα λόγια, ότι δεν είναι «αρκετά ελληνικά» αυτά που γράφουν, ότι «δεν τους αρέσει η Ελλάδα», ότι «είναι ξενόφερτη η θεματολογία τους», και παρόμοια μαργαριτάρια.

Κάποιοι φαίνεται να νομίζουν ότι, αν είσαι Έλληνας, πρέπει συνέχεια να γράφεις για τον Δία και τον Ηρακλή, για την Ελληνική Επανάσταση, ή για την καταστροφή της Σμύρνης· για τη Χούντα, για τον Εμφύλιο, ή για την Αντίσταση. Οτιδήποτε άλλο απαγορεύεται! Αν είσαι Έλληνας. Αν είσαι ξένος, εντάξει, όλα καλά· γράψε ό,τι γουστάρεις, βρε αδελφέ. Αλλά, αν είσαι Έλληνας, πρέπει να έχεις περιορισμένη θεματολογία. Για κάποιο μυστηριώδη λόγο.

Αυτό, βέβαια, πάει κόντρα στη νοοτροπία της φανταστικής λογοτεχνίας που – όπως το βλέπω εγώ, τουλάχιστον – είναι να εξερευνάς συνεχώς καινούργια πράγματα και καινούργιες ιδέες.

Εννοείται πως είναι προκατειλημμένο και κακόηθες να κατηγορεί κανείς τους συγγραφείς φαντασίας ότι αυτά που γράφουν «δεν είναι αρκετά ελληνικά», όμως κανείς δεν φαίνεται να αναρωτιέται γιατί αυτοί οι συγγραφείς δεν χρησιμοποιούν την ελληνική παράδοση στη λογοτεχνία τους.

[Συνέχισε να διαβάζεις]

 

Επιλογές Ιουλίου (21/7)


αμφιλεγόμενα κινούμενα σχέδια, και The New Northland (του Louis Pope Gratacap – 1915), και Jasmine Becket-Griffith & David Van Gough (παραμυθένια, νεκροσουρεαλιστική τέχνη), και ελληνικοί μύθοι σε ταινίες, και The Cube (του Jim Henson – 1969), και η λεηλασία της επιστημονικής φαντασίας (από τους σύγχρονους τεχνολογικούς γίγαντες), και The Cosmic Dope (φιλμ ΕΦ μικρού μήκους), και Δαιμονικά, Χίμαιρες, & το Γκροτέσκο στη Γαλλική Γοτθική Γλυπτική, και το Ατελιέ Heinrichs & Bachmann (εξώφυλλα για βιβλία φαντασίας: ’60–’80), και Clifford D. Simak (μυθιστορήματα ηρωικής φαντασίας), και Bob Peak (τέχνη από την ταινία Excalibur), και Sweets to the Sweet (ο Robert Bloch στην οθόνη), και Richard Powers (ψυχεδελικοσουρεαλιστική τέχνη εξώφυλλων φαντασίας), και: ακόμα περισσότερα στο LinX...

 

Η Πολιτική της Φανταστικής Λογοτεχνίας


Η φανταστική λογοτεχνία είναι γεμάτη μονάρχες, ευγενείς, και αριστοκρατία. Το ίδιο (παραδόξως;) ισχύει και για την επιστημονική φαντασία (ή, μήπως, θα έπρεπε απλά να την πούμε φαντασία στο διάστημα;), όπως στο Dune του Herbert, ή, για ένα ακόμα πιο παλιό παράδειγμα, όπως στο Princess of Mars και τις συνέχειές του, του Burroughs. Σε όλα αυτά τα βιβλία έχουμε βασιλιάδες και βασίλισσες, πρίγκιπες και πριγκίπισσες, και κάθε είδους τρελό ή ηρωικό αριστοκράτη.

Πολλοί έχουν – εύλογα, ίσως – αναρωτηθεί γιατί. Γιατί, βρε παιδιά, τόση αριστοκρατία στη φανταστική λογοτεχνία; Γιατί ένα τέτοιο ξεπερασμένο πολιτικό σύστημα;

Για το Dune, συγκεκριμένα, είχα διαβάσει κάποιον να σχολιάζει ότι η κοινωνία του είναι «οπισθοδρομική». Και ίσως όντως να είναι... Δηλαδή, αναλογιστείτε: αυτοί οι άνθρωποι ταξιδεύουν στο διάστημα, αλλά ακόμα έχουν δούκες και βαρόνους; Δεν έχουν αντιληφτεί την έννοια της δημοκρατίας; Μαλάκες είναι;

Δε νομίζω, όμως, ότι όσοι σκέφτονται έτσι σκέφτονται σωστά ακριβώς. Η φανταστική λογοτεχνία (περιλαμβάνοντας και αυτή που είναι στο διάστημα, ή σε άλλους πλανήτες) δεν υποτίθεται ότι είναι για να σχολιάσει την κοινωνία, ή για να μεταδώσει κοινωνικές ή πολιτικές αξίες. Ανέκαθεν ο σκοπός της φανταστικής λογοτεχνίας ήταν να μας κάνει να βιώσουμε συναρπαστικές περιπέτειες σε μαγευτικούς κόσμους.

Και δεν μπορείς να το κάνεις αυτό με δημοκρατικό πολίτευμα, ρε άνθρωπε; Γιατί;

[Συνέχισε να διαβάζεις]