Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
6 / 12 / 2019

Οι φανταστικοί χάρτες ποτέ δεν θα πάψουν με μαγεύουν. Ακόμα και τώρα, ύστερα από τόσα χρόνια που κάνω συνεχώς χάρτες φανταστικών κόσμων, με μαγεύουν όπως παλιά. Με μαγεύουν, ίσως, περισσότερο απ’ό,τι παλιά. Γιατί, εκτός των άλλων, παρατηρείς και μια καταπληκτική ιδιότητα των χαρτών: δεν τελειώνουν. Κανένας χάρτης δεν μπορεί να είναι πλήρης. Όταν νομίζεις ότι έχεις χαρτογραφήσει τα πάντα για έναν φανταστικό κόσμο, παρουσιάζεται ακόμα κάτι που πρέπει να χαρτογραφηθεί. Και λέγοντας “πρέπει” εννοώ ότι η ιστορία που γράφεις το ζητά, σε ωθεί να κάνεις χάρτη για να έχεις μια οπτική της περιοχής, για να ξέρεις πού είναι τι σε σχέση με οτιδήποτε άλλο. Μπορεί να χρειάζεται να φτιάξεις τον χάρτη μιας πόλης, μπορεί να χρειάζεται να φτιάξεις τον χάρτη μιας μικρής περιοχής, ή την κάτοψη ενός οικοδομήματος, ή ενός σκάφους, ή οτιδήποτε άλλο.

Ή μπορεί να χρειάζεται να συμπληρώσεις επάνω σε χάρτες που έχεις ήδη κάνει. Όπως έλεγα, κανένας χάρτης δεν είναι ολοκληρωμένος. Πάντα κάτι λείπει: κάποιο χωριό που πριν δεν ήταν αρκετά σημαντικό για να το σημειώσεις, ή μια χώρα πίσω από τα βουνά, σε μια ακριανή περιοχή που ώς τώρα είχες αφήσει αχαρτογράφητη υπό την (νοητική) ένδειξη Here There Be Fucking Weird Shit. Ή, κάτι συμβαίνει μέσα στην ιστορία που γράφεις κι ο χάρτης πρέπει ν’αλλάξει για διάφορους λόγους: μια νέα πόλη ιδρύεται, ένας σεισμός γκρεμίζει μια άλλη πόλη, ή κάνει ένα νησί να βουλιάξει, ή κάτι ακόμα πιο τρομερό διαλύει μια ολόκληρη οροσειρά ή μετατρέπει σε στάχτες ένα δάσος. Τα πάντα είναι πιθανά.

Οι χάρτες δεν είναι στατικοί. Οι χάρτες είναι ζωντανές οντότητες.

Λατρεύω τους χάρτες. Δεν είμαι ζωγράφος, δεν κάνω φοβερούς καλλιτεχνικούς χάρτες, αλλά είναι οι χάρτες που θα έκανα αν εξερευνούσα ένα σύμπαν: είναι οι χάρτες που σου δείχνουν πού είναι τι, οι χάρτες που σε βοηθάνε να καταλάβεις τι γίνεται, και που θέλεις να μπορείς να τους αλλάξεις ανά πάσα στιγμή γιατί είναι ζωντανοί. Δεν είναι οι χάρτες που κάνεις κορνίζα. Εντάξει, εκτός αν έχεις ιδιαίτερα γούστα.

 

 

Επίσης . . .

Περί Γραφής: Τελεία και ΟΧΙ Παύλα, Ξανά


Αυτό το άρθρο είναι συνέχεια του προηγούμενου: Τελεία και ΟΧΙ Παύλα. Εν μέρει, μου έδωσε έμπνευση να το γράψω κάποιος που ανέφερε κάτι σε ένα από τα σόσιαλ μύδια. Και λέω εν μέρει γιατί δεν χρειάζομαι ποτέ και πολλή έμπνευση για να γράψω για τη στίξη. Έχω μια σχέση αγάπης-μίσους μαζί της. Ξεκίνησα να γράφω ως τελείως άσχετος με τη στίξη, μην έχοντας ιδέα ποια θα μπορούσε ποτέ να ήταν η χρήση της άνω τελείας: ίσως ακόμα και του κόμματος. Έφτασα σε σημείο να νομίζω ότι έβαζα σωστά τη στίξη, αλλά απλά το νόμιζα μόνο. Και κατέληξα να συμπεράνω πόσο ανόητος είσαι όταν νομίζεις ότι «ξέρεις» τη χρήση της στίξης, και πόσο υποκειμενική μπορεί να είναι η στίξη. Αλλά όχι και στα πάντα. Υπάρχουν κι ορισμένα σταθερά πράγματα. Και υπάρχει και μια κάποια... αισθητική. Ναι, αισθητική.

Έτσι, γράφουμε τώρα συνέχεια του προηγούμενου άρθρου γιατί, πολύ απλά, το θεωρώ ενδιαφέρον να γράψω συνέχεια. Και έχει νόημα. Ακολουθήστε με...

Σχετικά με την παύλα μπορεί να υπάρξει ένα ερώτημα: Γιατί να μην κολλά επάνω στις λέξεις; Να, για παράδειγμα, δες τι γίνεται με όλα τα άλλα σημεία στίξης: κολλάνε επάνω στις λέξεις. Η παύλα γιατί να μην κολλά; Στο πηγάδι κατούρησε;

Το θέμα είναι το εξής: όλα τα άλλα σημεία στίξης (εκτός, ίσως, από το θαυμαστικό) είναι αρκετά παλιά. Η παύλα – εκτός αν κάνω τρομερό λάθος – είναι πιο πρόσφατη. Δεν υπήρχε παλιά. Και, παρότι ουσιαστικά συντακτικό σημείο στίξης (όχι σχολιαστικό, όπως το θαυμαστικό), είναι κάπως ιδιαίτερο, και έχει κατά καιρούς χρησιμοποιηθεί με διάφορους τρόπους. Ακόμα και σαν να ήταν σχολιαστικό!

Η παύλα, σε κάποια κείμενα, μπορεί να βρεθεί να αντικαθιστά μέχρι και την τελεία, ή μπορεί να μπαίνει και μαζί με την τελεία. Ή όπου αλλού μπορείς να διανοηθείς. Πολλοί πιστεύουν, δε, ότι χρησιμοποιείται απλώς για να τονίσει την επόμενη λέξη, ή φράση: ή τη λέξη, ή φράση, που κλείνεται ανάμεσα στις παύλες.

Επικρατεί μια σύγχυση.

Αλλά, στην πραγματικότητα, σύγχυση δεν υφίσταται. Είναι συντακτικό σημείο στίξης, ουσιαστικά, όχι σχολιαστικό.

Όλα τα άλλα σημεία στίξης κολλάνε επάνω στις λέξεις, ναι. Αλλά κολλάνε ανεξαιρέτως (πλην της παρένθεσης) στο τέλος της λέξης, ποτέ στην αρχή. Κόμμα, τελεία, άνω τελεία, ερωτηματικό, θαυμαστικό... τα έχετε δει ποτέ στην αρχή; Πάντα στο τέλος κολλάνε.

Και ρωτάω τώρα: Η παύλα πού κολλάει; Στην αρχή, ή στο τέλος;

[Συνέχισε να διαβάζεις]

 

Επιλογές Οκτωβρίου (21/10)


Sanjulián (τέχνη) & Rudolf Kalvach (παράξενες κάρτες – 1907) & Hannah Flowers (τέχνη) & Το σπίτι που εξαφανίστηκε & Michael Kaluta (τέχνη) & Οι εικονογράφοι του Poe & Η γηραιότερη χελώνα της γης (αθάνατη;) & 221 Camera Obscuras & Infinite Jungle (στον browser σας) & Robin F. Williams (τέχνη) & Rottweilin (τέχνη) & Στα ίχνη των Shonokin (του Manly Wade Wellman) & Κόμιξ με τον Elric (1970) & περισσότερα στο LinX

 

Περί Γραφής: Τελεία και ΟΧΙ παύλα


Σε ελληνικά κείμενα (λογοτεχνικά και μη) είναι αρκετά συχνό να συναντήσουμε το εξής συντακτικό φαινόμενο το οποίο θα δείξω με ένα απλό παράδειγμα γιατί έτσι είναι πολύ πιο εύκολο:

Οι καβαλάρηδες έρχονταν μέσα από το λιόγερμα, πάνω από τους λόφους –μια ντουζίνα φιγούρες σε ψηλά άλογα, γκρίζα και λευκά, με μανδύες να τινάζονται πίσω τους–, αλλά δεν είχαν προσέξει ότι στο κατόπι τους ήταν τέσσερις απειλητικές κατάμαυρες σκιές...

Αυτό το κείμενο μοιάζει καλό, γενικά· και είναι, ουσιαστικά. Αλλά προσέξτε πώς χρησιμοποιούνται οι παύλες. Σαν παρενθέσεις! Η πρώτη παύλα κολλάει επάνω στο μια και η δεύτερη (που κλείνει την παρένθεση) κολλάει επάνω στο τους· και μετά απ’αυτή τη δεύτερη παύλα έρχεται κι ένα κόμμα.

Εδώ το πρόβλημα είναι διπλό.

Πρόβλημα πρώτο: Γιατί οι παύλες να κολλάνε επάνω στις λέξεις σαν να είναι παρενθέσεις; Η παύλα δεν είναι παρένθεση· είναι τελείως διαφορετικό σημείο στίξης.

Πρόβλημα δεύτερο: Τι δουλειά έχει το κόμμα μετά την παύλα; Δεν έχει καμία δουλειά εκεί· η παύλα, κανονικά, το αντικαθιστά. Δεν είναι παρένθεση.

[Συνέχισε να διαβάζεις]