Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
22 / 1 / 2020

(Τι; Νομίζεις ότι δεν υπάρχει λέξη βιβλιακός; Κι εγώ έτσι νόμιζα μέχρι στιγμής.)

 

Διαβάζω δύο βιβλία, τελευταία – το The Ring of Five Dragons του Eric Van Lustbader, και το The West Is Dying του David C. Smith – και έχω τελειώσει το μισό περίπου από το καθένα, οπότε νομίζω ότι μπορώ να πω κάποιες εντυπώσεις μου ώς εδώ.

Και τα δύο μού φαίνονται αρκετά καλά, αν και για τελείως διαφορετικούς λόγους. Δεν μοιάζουν καθόλου μεταξύ τους.

Το The Ring of Five Dragons εκτυλίσσεται σ’ένα σκηνικό που, παρότι δεν είναι σαν το Dune του Frank Herbert (έρημος πλανήτης και τα λοιπά), θυμίζει αρκετά το Dune στην όλη του αίσθηση – και νομίζω ότι αυτό είναι εσκεμμένο, αλλά δεν το θεωρώ αρνητικό: δεν φαίνεται για «κόπια». Αντιθέτως, ο κόσμος είναι πολύ δημιουργικά φτιαγμένος – εξωφρενικά δημιουργικά φτιαγμένος, ίσως, από ορισμένες απόψεις – και αποτελεί ένα καλό μείγμα επιστημονικής και μη φαντασίας (αν υποθέσεις ότι επιστημονική φαντασία είναι απλά η υπερεξελιγμένη τεχνολογία και τα διαστημικά ταξίδια σε άλλους κόσμους). Το φριχτό του θέματος είναι ο διάλογος. Στην αρχή, στον πρόλογο, ήταν τόσο άσχημος και τόσο κλισέ που έφτασα στα όρια να το παρατήσω το βιβλίο. Ευτυχώς δεν το παράτησα. Και μετά ο διάλογος βελτιώνεται, αλλά δεν γίνεται και πολύ καλός. Δεν μοιάζει πραγματικά με ανθρώπους που μιλάνε· όμως όσο διαφορετικοί κι αν είναι οι άνθρωποι σ’αυτό τον πολύ παράξενο κόσμο δεν μπορώ να πιστέψω ότι θα μιλούσαν έτσι. Βέβαια, είμαι απαιτητικός με τον διάλογο συνήθως. Κι αυτός εδώ, ΟΚ, διαβάζεται, δεν είναι κι ότι δεν διαβάζεται. Απλά, όπως είπα, δεν είναι και πολύ καλός ως διάλογος. Του λείπει μια κάποια φυσικότητα. Είναι σαν να γράφεις, όχι σαν να μιλάς.

Ωστόσο, το βιβλίο μ’αρέσει, και έχει και δύο συνέχειες που, αν κάτι δεν στραβώσει, μάλλον θα διαβάσω. Bonus: Δεν είναι γραμμένο στην κολληματιακή περιορισμένη οπτική γωνία τρίτου προσώπου όπως το 90% των βιβλίων φαντασίας σήμερα.

Το The West Is Dying είναι τελείως άλλο πράγμα. Το σκηνικό, αν και είναι άλλος κόσμος, όχι η γη, θυμίζει πάρα πολύ βυζαντινορωμαϊκό κόσμο. Πάρα πολύ. Υπάρχει ακόμα κι ένα μαντείο που μοιάζει με το Μαντείο των Δελφών: ατμοί βγαίνουν από μια σχισμάδα στη γη κάνοντας τη μάντισσα να μαστουρώνει. Κι αυτό είναι και το μόνο φανταστικό/μαγικό στοιχείο που βλέπουμε στην αρχή του βιβλίου. Τώρα μόνο, που έχω φτάσει στη μέση, είδα κι άλλα παράξενα/μαγικά στοιχεία, και είναι αρκετά παράξενα. Κατά τα άλλα, η πλοκή είναι γεμάτη πολιτικές ίντριγκες – πολύ αιματηρές – και πολιτικές καταστάσεις γενικώς· παρουσιάζει μια ταραγμένη περίοδο ανακατατάξεων. Νομίζω ότι θα αρέσει σε φανατικούς του A Song of Ice and Fire. Ο διάλογος, σε αντίθεση με το The Ring of Five Dragons, είναι πολύ φυσικός στις περισσότερες περιπτώσεις. Είναι από τους διαλόγους που μου αρέσουν. Τα γεγονότα, δε, κινούνται με καταιγιστικό ρυθμό· δεν σ’αφήνει να χασμουρηθείς ούτε στιγμή.

Bonus: Ούτε αυτό είναι γραμμένο στην κολληματιακή περιορισμένη οπτική γωνία τρίτου προσώπου όπως το 90% των βιβλίων φαντασίας σήμερα. Είναι γραμμένο σε μια πολύ ανοιχτή οπτική γωνία. Και έχει κι αυτό δύο συνέχειες. Μάλλον θα τις διαβάσω, αν κάτι δεν στραβώσει τελείως.

 

 

Επίσης . . .

Γιατί Δεν μας Αρέσει η Παράδοσή μας;


Οι συγγραφείς φανταστικής λογοτεχνίας, στην Ελλάδα, έχουν αρκετές φορές κατηγορηθεί από διάφορους ότι δεν τους αρέσει η ελληνική παράδοση, ότι δεν τη χρησιμοποιούν μέσα στις ιστορίες τους αλλά χρησιμοποιούν την «ξένη» παράδοση.

Ή, μάλλον, αυτό είναι αρκετά γενικό· δεν ισχύει για όλους τους συγγραφείς φαντασίας στην Ελλάδα. Υπάρχουν και ορισμένοι που, φανατικά μάλιστα, γράφουν ιστορίες με έντονη βάση στην ελληνική παράδοση. Αλλά το κάνουν μόνο ορισμένοι, και καλό είναι αφού τους αρέσει. Όμως δεν το κάνουν όλοι, και όσοι δεν το κάνουν έχουν συχνά μπει στο στόχαστρο. Έχουν ακουστεί διάφορα άσχημα λόγια, ότι δεν είναι «αρκετά ελληνικά» αυτά που γράφουν, ότι «δεν τους αρέσει η Ελλάδα», ότι «είναι ξενόφερτη η θεματολογία τους», και παρόμοια μαργαριτάρια.

Κάποιοι φαίνεται να νομίζουν ότι, αν είσαι Έλληνας, πρέπει συνέχεια να γράφεις για τον Δία και τον Ηρακλή, για την Ελληνική Επανάσταση, ή για την καταστροφή της Σμύρνης· για τη Χούντα, για τον Εμφύλιο, ή για την Αντίσταση. Οτιδήποτε άλλο απαγορεύεται! Αν είσαι Έλληνας. Αν είσαι ξένος, εντάξει, όλα καλά· γράψε ό,τι γουστάρεις, βρε αδελφέ. Αλλά, αν είσαι Έλληνας, πρέπει να έχεις περιορισμένη θεματολογία. Για κάποιο μυστηριώδη λόγο.

Αυτό, βέβαια, πάει κόντρα στη νοοτροπία της φανταστικής λογοτεχνίας που – όπως το βλέπω εγώ, τουλάχιστον – είναι να εξερευνάς συνεχώς καινούργια πράγματα και καινούργιες ιδέες.

Εννοείται πως είναι προκατειλημμένο και κακόηθες να κατηγορεί κανείς τους συγγραφείς φαντασίας ότι αυτά που γράφουν «δεν είναι αρκετά ελληνικά», όμως κανείς δεν φαίνεται να αναρωτιέται γιατί αυτοί οι συγγραφείς δεν χρησιμοποιούν την ελληνική παράδοση στη λογοτεχνία τους.

[Συνέχισε να διαβάζεις]

 

Επιλογές Ιουλίου (21/7)


αμφιλεγόμενα κινούμενα σχέδια, και The New Northland (του Louis Pope Gratacap – 1915), και Jasmine Becket-Griffith & David Van Gough (παραμυθένια, νεκροσουρεαλιστική τέχνη), και ελληνικοί μύθοι σε ταινίες, και The Cube (του Jim Henson – 1969), και η λεηλασία της επιστημονικής φαντασίας (από τους σύγχρονους τεχνολογικούς γίγαντες), και The Cosmic Dope (φιλμ ΕΦ μικρού μήκους), και Δαιμονικά, Χίμαιρες, & το Γκροτέσκο στη Γαλλική Γοτθική Γλυπτική, και το Ατελιέ Heinrichs & Bachmann (εξώφυλλα για βιβλία φαντασίας: ’60–’80), και Clifford D. Simak (μυθιστορήματα ηρωικής φαντασίας), και Bob Peak (τέχνη από την ταινία Excalibur), και Sweets to the Sweet (ο Robert Bloch στην οθόνη), και Richard Powers (ψυχεδελικοσουρεαλιστική τέχνη εξώφυλλων φαντασίας), και: ακόμα περισσότερα στο LinX...

 

Η Πολιτική της Φανταστικής Λογοτεχνίας


Η φανταστική λογοτεχνία είναι γεμάτη μονάρχες, ευγενείς, και αριστοκρατία. Το ίδιο (παραδόξως;) ισχύει και για την επιστημονική φαντασία (ή, μήπως, θα έπρεπε απλά να την πούμε φαντασία στο διάστημα;), όπως στο Dune του Herbert, ή, για ένα ακόμα πιο παλιό παράδειγμα, όπως στο Princess of Mars και τις συνέχειές του, του Burroughs. Σε όλα αυτά τα βιβλία έχουμε βασιλιάδες και βασίλισσες, πρίγκιπες και πριγκίπισσες, και κάθε είδους τρελό ή ηρωικό αριστοκράτη.

Πολλοί έχουν – εύλογα, ίσως – αναρωτηθεί γιατί. Γιατί, βρε παιδιά, τόση αριστοκρατία στη φανταστική λογοτεχνία; Γιατί ένα τέτοιο ξεπερασμένο πολιτικό σύστημα;

Για το Dune, συγκεκριμένα, είχα διαβάσει κάποιον να σχολιάζει ότι η κοινωνία του είναι «οπισθοδρομική». Και ίσως όντως να είναι... Δηλαδή, αναλογιστείτε: αυτοί οι άνθρωποι ταξιδεύουν στο διάστημα, αλλά ακόμα έχουν δούκες και βαρόνους; Δεν έχουν αντιληφτεί την έννοια της δημοκρατίας; Μαλάκες είναι;

Δε νομίζω, όμως, ότι όσοι σκέφτονται έτσι σκέφτονται σωστά ακριβώς. Η φανταστική λογοτεχνία (περιλαμβάνοντας και αυτή που είναι στο διάστημα, ή σε άλλους πλανήτες) δεν υποτίθεται ότι είναι για να σχολιάσει την κοινωνία, ή για να μεταδώσει κοινωνικές ή πολιτικές αξίες. Ανέκαθεν ο σκοπός της φανταστικής λογοτεχνίας ήταν να μας κάνει να βιώσουμε συναρπαστικές περιπέτειες σε μαγευτικούς κόσμους.

Και δεν μπορείς να το κάνεις αυτό με δημοκρατικό πολίτευμα, ρε άνθρωπε; Γιατί;

[Συνέχισε να διαβάζεις]