Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
19 / 5 / 2021

Τις προάλλες τριγύριζα στις ηλεκτρονικές λεωφόρους και στα κυβερνοσοκάκια του Διαδικτύου. Το κάνω συχνά γιατί αναζητώ υλικό για τις Επιλογές μου αλλά και για προσωπικούς λόγους: ψάχνω πάντα κάτι το ενδιαφέρον. Και, γι’ακόμα μια φορά, παρατήρησα εκείνο που παρατηρώ συνήθως τα τελευταία χρόνια, και ίσως, μάλιστα, τώρα να είναι λίγο χειρότερο:

Επικρατεί μια νωθρότητα στο Διαδίκτυο, μια γενική βαρεμάρα. Ειδικά σε μέρη που παλιά έβρισκα διάφορα ενδιαφέροντα πράγματα – όπως σε οτιδήποτε έχει σχέση με φανταστική λογοτεχνία και επιστημονική φαντασία – τώρα δεν βρίσκω σχεδόν τίποτα. Θυμάμαι, παλιά, κόσμο να μιλά με πάθος για διάφορα θέματα, είτε υπέρ είτε εναντίον – να θάβει ή να εξυμνεί γνωστούς συγγραφείς εκείνης της εποχής. Τώρα δεν συμβαίνει το ίδιο. Τα πάντα είναι χλιαρά. Βλέπεις κάτι ουδέτερες διαφημίσεις διάφορων βιβλίων που κυκλοφορούν, αλλά δεν είναι ικανές να σου τραβήξουν πραγματικά το ενδιαφέρον, γιατί δεν έχουν ενδιαφέρον. Κανείς δεν κάνει αληθινό σχολιασμό πλέον, κανείς δεν μοιάζει να ενδιαφέρεται. Ή, αν το κάνουν, το κάνουν ελάχιστοι, μετρημένοι στα δάχτυλα, και δύσκολα τούς βρίσκεις.

Το ρετρό μοιάζει να έχει πιο ενδιαφέρον από το σύγχρονο. Κακό σημάδι. Πολλά websites – όχι μόνο σχετικά με φανταστική λογοτεχνία, αλλά γενικά – είναι, κατά κύριο λόγο, στραμμένα στο ρετρό. Σαν σήμερα τίποτα το σημαντικό να μη συμβαίνει ή να μη μπορεί να συμβεί. Σαν να υφίσταται μια γενικευμένη κατάσταση στασιμότητας.

Α, ναι, εκτός από αυτή την παλιοϊστορία με τον κορονοϊό, η οποία φαντάζει να είναι το μοναδικό θέμα που πραγματικά ενδιαφέρει κανέναν τούτες τις μέρες. Μια ιατροφασιστική απάτη που έχει μαστουρώσει το 80% της ανθρωπότητας.

Όταν έχουμε φτάσει σε σημείο που ένα τέτοιο πράγμα έχει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον στο Διαδίκτυο, τότε μιλάμε για κατάντια.

*

Αν έπρεπε να κάνω μια υπόθεση για το πότε άρχισε το κακό, θα έλεγα ότι ήταν από τότε που το Διαδίκτυο εμπορευματοποιήθηκε, από τότε που έγινε εκείνο που έλεγαν internet of things. Χάθηκε το ενδιαφέρον και η δημιουργικότητα· τα ρούφηξαν η διαφήμιση και το χρήμα.

Τώρα πλέον, αν και ακόμα υφίσταται αγορά μέσω του Διαδικτύου, δεν νομίζω πως είναι τόσο δυνατή όσο τότε. Παρά την κρίση του κορονοϊού, που εξανάγκαζε τους ανθρώπους να μένουν μέσα και να κάνουν αγορές μέσω Διαδικτύου, η αγορά του Διαδικτύου δεν έχει πάρει τα πάνω της. Έχει, αν δε λαθεύω, καθοδική πορεία. Και κάποιες από τις παλιότερες, πιο αυθόρμητες και δημιουργικές τάσεις έχουν αρχίσει να επανεμφανίζονται. Αλλά δειλά, πολύ δειλά.

Ψάχνεις να βρεις το επόμενο πράγμα που θα σε κεντρίσει, και δεν μπορείς.

Κατάντια.

*

Ούτε καν κάποιος συγγραφέας φαντασίας δεν έχει ξεχωρίσει τα τελευταία χρόνια. Κάποιος που άλλοι θα βρίζουν και άλλοι θα εξυμνούν. Παλιότερα, θυμάμαι, πχ, οι μισοί να βρίζουν τον Robert Jordan (που προσωπικά δεν μου αρέσει) και οι άλλοι μισοί να τον εξυμνούν. Διάφοροι άλλοι συγγραφείς ακολούθησαν, αντικαθιστώντας τους παλιούς, έγιναν γνωστοί, έγιναν θέμα σχολιασμού. Και μετά... αυτό σταμάτησε. Μείναμε εκεί, και τέλος. Τίποτα καινούργιο δεν εμφανίζεται που να μπορεί να παθιάσει τον κόσμο. Βλέπεις μερικές διαφημιστικές βιβλιοπαρουσιάσεις μόνο αποδώ κι αποκεί. Μια γενικευμένη βαρεμάρα: κανείς δεν δίνει αληθινή σημασία σε τίποτα.

Το ίδιο πιστεύω υφίσταται παντού, όχι μόνο στον χώρο της φανταστικής λογοτεχνίας. Το ίδιο παρατηρώ σε όποια ηλεκτρονική λεωφόρο και όποιο κυβερνοσοκάκι περάσω: παλιά μηχανοικήματα που υπολειτουργούν, βιτρινοθόνες γεμάτες ρετρό κυβερνοπράγμα, πετάμενες ηλεκτροεφημερίδες και φυλλάδια αποδώ κι αποκεί, γάτες με ηλεκτρονικά μάτια να σε παρατηρούν από τις σκιές, ένα ψηφιακό μήνυμα που έχει κολλήσει μέσα σε συνεχόμενο loop που δεν μπορεί να σπάσει με κανέναν κώδικα και κάνει τους δρόμους παράδοξα σπειροειδείς και επαναλαμβανόμενους...

Κατάντια.

Αλλά κι αυτή, από μια άποψη, έχει τη γοητεία της. Όπως όταν τριγυρίζεις σε μια πόλη που έχει υποστεί lockdown και σου θυμίζει παρατημένο σκηνικό από κακή ταινία.

 

 

Επίσης . . .

Γιατί Δεν μας Αρέσει η Παράδοσή μας;


Οι συγγραφείς φανταστικής λογοτεχνίας, στην Ελλάδα, έχουν αρκετές φορές κατηγορηθεί από διάφορους ότι δεν τους αρέσει η ελληνική παράδοση, ότι δεν τη χρησιμοποιούν μέσα στις ιστορίες τους αλλά χρησιμοποιούν την «ξένη» παράδοση.

Ή, μάλλον, αυτό είναι αρκετά γενικό· δεν ισχύει για όλους τους συγγραφείς φαντασίας στην Ελλάδα. Υπάρχουν και ορισμένοι που, φανατικά μάλιστα, γράφουν ιστορίες με έντονη βάση στην ελληνική παράδοση. Αλλά το κάνουν μόνο ορισμένοι, και καλό είναι αφού τους αρέσει. Όμως δεν το κάνουν όλοι, και όσοι δεν το κάνουν έχουν συχνά μπει στο στόχαστρο. Έχουν ακουστεί διάφορα άσχημα λόγια, ότι δεν είναι «αρκετά ελληνικά» αυτά που γράφουν, ότι «δεν τους αρέσει η Ελλάδα», ότι «είναι ξενόφερτη η θεματολογία τους», και παρόμοια μαργαριτάρια.

Κάποιοι φαίνεται να νομίζουν ότι, αν είσαι Έλληνας, πρέπει συνέχεια να γράφεις για τον Δία και τον Ηρακλή, για την Ελληνική Επανάσταση, ή για την καταστροφή της Σμύρνης· για τη Χούντα, για τον Εμφύλιο, ή για την Αντίσταση. Οτιδήποτε άλλο απαγορεύεται! Αν είσαι Έλληνας. Αν είσαι ξένος, εντάξει, όλα καλά· γράψε ό,τι γουστάρεις, βρε αδελφέ. Αλλά, αν είσαι Έλληνας, πρέπει να έχεις περιορισμένη θεματολογία. Για κάποιο μυστηριώδη λόγο.

Αυτό, βέβαια, πάει κόντρα στη νοοτροπία της φανταστικής λογοτεχνίας που – όπως το βλέπω εγώ, τουλάχιστον – είναι να εξερευνάς συνεχώς καινούργια πράγματα και καινούργιες ιδέες.

Εννοείται πως είναι προκατειλημμένο και κακόηθες να κατηγορεί κανείς τους συγγραφείς φαντασίας ότι αυτά που γράφουν «δεν είναι αρκετά ελληνικά», όμως κανείς δεν φαίνεται να αναρωτιέται γιατί αυτοί οι συγγραφείς δεν χρησιμοποιούν την ελληνική παράδοση στη λογοτεχνία τους.

[Συνέχισε να διαβάζεις]

 

Επιλογές Ιουλίου (21/7)


αμφιλεγόμενα κινούμενα σχέδια, και The New Northland (του Louis Pope Gratacap – 1915), και Jasmine Becket-Griffith & David Van Gough (παραμυθένια, νεκροσουρεαλιστική τέχνη), και ελληνικοί μύθοι σε ταινίες, και The Cube (του Jim Henson – 1969), και η λεηλασία της επιστημονικής φαντασίας (από τους σύγχρονους τεχνολογικούς γίγαντες), και The Cosmic Dope (φιλμ ΕΦ μικρού μήκους), και Δαιμονικά, Χίμαιρες, & το Γκροτέσκο στη Γαλλική Γοτθική Γλυπτική, και το Ατελιέ Heinrichs & Bachmann (εξώφυλλα για βιβλία φαντασίας: ’60–’80), και Clifford D. Simak (μυθιστορήματα ηρωικής φαντασίας), και Bob Peak (τέχνη από την ταινία Excalibur), και Sweets to the Sweet (ο Robert Bloch στην οθόνη), και Richard Powers (ψυχεδελικοσουρεαλιστική τέχνη εξώφυλλων φαντασίας), και: ακόμα περισσότερα στο LinX...

 

Η Πολιτική της Φανταστικής Λογοτεχνίας


Η φανταστική λογοτεχνία είναι γεμάτη μονάρχες, ευγενείς, και αριστοκρατία. Το ίδιο (παραδόξως;) ισχύει και για την επιστημονική φαντασία (ή, μήπως, θα έπρεπε απλά να την πούμε φαντασία στο διάστημα;), όπως στο Dune του Herbert, ή, για ένα ακόμα πιο παλιό παράδειγμα, όπως στο Princess of Mars και τις συνέχειές του, του Burroughs. Σε όλα αυτά τα βιβλία έχουμε βασιλιάδες και βασίλισσες, πρίγκιπες και πριγκίπισσες, και κάθε είδους τρελό ή ηρωικό αριστοκράτη.

Πολλοί έχουν – εύλογα, ίσως – αναρωτηθεί γιατί. Γιατί, βρε παιδιά, τόση αριστοκρατία στη φανταστική λογοτεχνία; Γιατί ένα τέτοιο ξεπερασμένο πολιτικό σύστημα;

Για το Dune, συγκεκριμένα, είχα διαβάσει κάποιον να σχολιάζει ότι η κοινωνία του είναι «οπισθοδρομική». Και ίσως όντως να είναι... Δηλαδή, αναλογιστείτε: αυτοί οι άνθρωποι ταξιδεύουν στο διάστημα, αλλά ακόμα έχουν δούκες και βαρόνους; Δεν έχουν αντιληφτεί την έννοια της δημοκρατίας; Μαλάκες είναι;

Δε νομίζω, όμως, ότι όσοι σκέφτονται έτσι σκέφτονται σωστά ακριβώς. Η φανταστική λογοτεχνία (περιλαμβάνοντας και αυτή που είναι στο διάστημα, ή σε άλλους πλανήτες) δεν υποτίθεται ότι είναι για να σχολιάσει την κοινωνία, ή για να μεταδώσει κοινωνικές ή πολιτικές αξίες. Ανέκαθεν ο σκοπός της φανταστικής λογοτεχνίας ήταν να μας κάνει να βιώσουμε συναρπαστικές περιπέτειες σε μαγευτικούς κόσμους.

Και δεν μπορείς να το κάνεις αυτό με δημοκρατικό πολίτευμα, ρε άνθρωπε; Γιατί;

[Συνέχισε να διαβάζεις]