Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
2 / 10 / 2022

(Ή, ίσως, όχι και τόσο «μετά-» όσο θα θέλαμε, αλλά θα δείξει σύντομα, υποθέτω.)

Εντάξει, έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που έχω να γράψω για κορονοϊό. Σχεδόν μου έχει λείψει. (Ναι, είναι ανωμαλία τελικά το θέμα· στα όρια πρέζας. Δυστυχώς, όχι μόνο για εμένα· και για πολύ, πολύ κόσμο σε χειρότερα επίπεδα, έχω την εντύπωση, τα οποία δεν έχουν καμιά σχέση με το «περίεργο» ή το σουρεαλιστικό.) Όσοι παρακολουθούσατε αυτό εδώ το blog πριν από κανένα χρόνο (και βάλε) ίσως να αναρωτιέστε αν είμαι ακόμα εγώ ή αν με έχουν αντικαταστήσει με κάποιο κλώνο μου.

Όχι· είμαι ακόμα εγώ εδώ. Αλλά δεν γράφω πια τόσο πολύ για τα θέματα του Covid.

Γιατί; Άρχισα να πιστεύω πως όλα είναι καλά πλέον; Οι αγυρτογιατροί της κορονοκρατίας έπαψαν την τρομοκρατία, οι δημοσιογράφοι της πλάκας έπαψαν να τα παίρνουν για να παραπλανούν τον κόσμο, τα εμβόλια έγιναν τοματοζούμι, οι μάσκες πήγαν στις Απόκριες, και ο Μητσοτάκης, ο Πλεύρης, ο Γεωργιάδης και οι λοιποί αξιαγάπητοι τύραννοι έγιναν άγιοι;

Προφανώς όχι.

Βαρέθηκα, μήπως, και γι’αυτό δεν γράφω;

Ίσως. Λιγάκι.

Θεωρώ ότι όλα τα βασικά προβλήματα με το θέμα λύθηκαν;

Όχι, και η βασικότερη αδικία που υφίσταται ακόμα είναι ότι εξακολουθούν να μην αφήνουν να δουλέψουν οι ανεμβολίαστοι υγειονομικοί.

Όμως, κατά τα άλλα, σε γενικές γραμμές, το πράγμα βρίσκεται σε μια κατάσταση ύφεσης από άποψη τυραννίας – δεν χρειάζεσαι πια και πιστοποιητικό εμβολιασμού για να μπεις στον φούρνο (ή, εντάξει, όχι στον φούρνο αλλά σε οποιοδήποτε άλλο κατάστημα).

Και εγώ, όπως έχω πει πολλές φορές, δεν ασχολούμαι και τόσο με την πολιτική: και τώρα το όλο θέμα μού φαίνεται πως είναι στη συνηθισμένη σφαίρα της κλασικής πολιτικής του σούπα-μούπες και τα ίδια ξανά και μανά και ξανά, επ’άπειρον. Για την ώρα, τουλάχιστον.

Κατά βάση, εγώ ασχολούμαι με την πολιτική όταν τα πράγματα είναι πολύ έκρυθμα, όπως ήταν τότε, στις αρχές της κορονοχούντας. Ήμουν από τους πρώτους που είχαν μιλήσει εναντίον, και τότε παίζει και να μπορούσες να μας μετρήσεις στα δάχτυλα των χεριών και των ποδιών σ’αυτή τη χώρα. Και οι βασικοί λόγοι που είχα μιλήσει τότε ήταν, πρώτον, επειδή η όλη κατάσταση με είχε, το ομολογώ, εντυπωσιάσει από σουρεαλιστικής άποψης· δεύτερον, επειδή αυτό που συνέβαινε μου φαινόταν εξωφρενικό και απίστευτο· και τρίτον, επειδή νόμιζα πως κάποιοι – οσοδήποτε λίγοι και «ασήμαντοι» – έπρεπε να μιλήσουν για ν’αρχίσει να κυλά η μπάλα, μπας και κουνηθεί κάτι, μπας και ξυπνήσει και κάνας άλλος, προτού μας κουκουλώσουν όλους με μάσκες και γάντια, μας χώσουν σε πειραματικά εργαστήρια, και μας τρυπάνε νυχθημερόν με βελόνες της Φάιζερ (που λέει ο λόγος – και προφανώς υπερβάλλω λίγο, χάριν γούστου).

Μετά, όμως, η κατάσταση έπαψε να είναι έτσι. Άρχισαν να μιλάνε περισσότεροι. Άρχισαν να κινούνται περισσότεροι. Ακόμα και κάποιοι δημοσιογράφοι, όπως ο Τριανταφυλλόπουλους, που τους ακούει αρκετός κόσμος. Άρχισαν και οι Υγειονομικοί Κατά της Υποχρεωτικότητας να φωνάζουν. Έγινε μια κάποια αντίσταση, κινητοποιήθηκε ο κόσμος. Το όνειρό μου έγινε (περίπου) πραγματικότητα. Εντάξει, τι άλλο είχα εγώ να κάνω; Εγώ είμαι απλά ένας συγγραφέας φαντασίας.

Ακόμα εξακολουθώ να βάζω, πχ, links στις Επιλογές μου για το θέμα του κορονοϊού για να μην ξεχνιόμαστε. Αλλά τώρα ασχολούνται με το θέμα πολύ περισσότεροι άνθρωποι που είναι πολύ περισσότερο «της ειδικότητάς» τους, για να το πούμε έτσι γενικά.

Αυτοί είναι και οι λόγοι που έγραφα, από ένα σημείο και μετά, ολοένα και λιγότερο για κορονοϊό.

Ή, θα σας το πω πιο περίεργα για να γουστάρετε περισσότερο: Είμαι σαν τον μάγο Μέρλιν. Κατά κανόνα, κατοικώ μέσα στο μαγικό δέντρο μου απ’όπου επισκέπτομαι άλλες πραγματικότητες. Βγαίνω από το δέντρο μου και ασχολούμαι με τα εγκόσμια μόνο όταν υπάρχει Μεγάλος Κίνδυνος.

Και καλό είναι να μην υπάρχει.

Γιατί, τελευταία, νομίζω πως πάλι κάτι αναμοχλεύουν τα παράσιτα της κορονοκρατίας, απ’ό,τι ακούγεται. Το θέμα είναι μέχρι πού θα το τραβήξουν, γιατί τώρα ο κόσμος δεν τρώει (και τόσο πολύ) κουτόχορτο όσο πριν.

Τις προάλλες, έτυχε να δω σ’ένα κατάστημα να μπαίνει μια γρια – συγνώμη: κυρία μεγάλης ηλικίας – η οποία φορούσε (φυσικά) μάσκα ώς το κούτελο και έκανε κάποια επίπληξη στους υπαλλήλους σχετικά με το πού πρέπει να βάζουν τα πράγματα (αν κατάλαβα καλά) προκειμένου να μη μεταδίδεται το μικρόβιο. Γενικώς, τους έπρηζε δηλαδή. Την είδα και μου σηκώθηκε η τρίχα κάγκελο.

Και ξέρεις τώρα τι συμβαίνει μ’αυτούς: Ακούνε πρωί-πρωί στα πρωινάδικα την κατηχητική τρομοκρατία περί κορονοϊού και μετά βγαίνουν έξω σαν να περιφέρονται σε μεταποκαλυπτικό σκηνικό που στον αέρα κυκλοφορούν χι εις τη νι μολύνσεις ανά πάσα στιγμή.

Ε, όταν έχουμε τέτοιους, είναι να μην παίρνουν θάρρος κάποιοι άλλοι που θέλουν, μετά μανίας, να πουλήσουν τα καινούργια εμβόλια που θα προκαλέσουν χι εις τη νι παραλύσεις και χι εις τη νι επί δύο καρδιακά επεισόδια;

Γιατί, ρε κερατάδες, δεν με αφήνετε να καθίσω ήρεμα μέσα στο δέντρο μου; Πάλι τα ίδια θα έχουμε;

 

 

Επίσης . . .

Περί Γραφής: Τελεία και ΟΧΙ Παύλα, Ξανά


Αυτό το άρθρο είναι συνέχεια του προηγούμενου: Τελεία και ΟΧΙ Παύλα. Εν μέρει, μου έδωσε έμπνευση να το γράψω κάποιος που ανέφερε κάτι σε ένα από τα σόσιαλ μύδια. Και λέω εν μέρει γιατί δεν χρειάζομαι ποτέ και πολλή έμπνευση για να γράψω για τη στίξη. Έχω μια σχέση αγάπης-μίσους μαζί της. Ξεκίνησα να γράφω ως τελείως άσχετος με τη στίξη, μην έχοντας ιδέα ποια θα μπορούσε ποτέ να ήταν η χρήση της άνω τελείας: ίσως ακόμα και του κόμματος. Έφτασα σε σημείο να νομίζω ότι έβαζα σωστά τη στίξη, αλλά απλά το νόμιζα μόνο. Και κατέληξα να συμπεράνω πόσο ανόητος είσαι όταν νομίζεις ότι «ξέρεις» τη χρήση της στίξης, και πόσο υποκειμενική μπορεί να είναι η στίξη. Αλλά όχι και στα πάντα. Υπάρχουν κι ορισμένα σταθερά πράγματα. Και υπάρχει και μια κάποια... αισθητική. Ναι, αισθητική.

Έτσι, γράφουμε τώρα συνέχεια του προηγούμενου άρθρου γιατί, πολύ απλά, το θεωρώ ενδιαφέρον να γράψω συνέχεια. Και έχει νόημα. Ακολουθήστε με...

Σχετικά με την παύλα μπορεί να υπάρξει ένα ερώτημα: Γιατί να μην κολλά επάνω στις λέξεις; Να, για παράδειγμα, δες τι γίνεται με όλα τα άλλα σημεία στίξης: κολλάνε επάνω στις λέξεις. Η παύλα γιατί να μην κολλά; Στο πηγάδι κατούρησε;

Το θέμα είναι το εξής: όλα τα άλλα σημεία στίξης (εκτός, ίσως, από το θαυμαστικό) είναι αρκετά παλιά. Η παύλα – εκτός αν κάνω τρομερό λάθος – είναι πιο πρόσφατη. Δεν υπήρχε παλιά. Και, παρότι ουσιαστικά συντακτικό σημείο στίξης (όχι σχολιαστικό, όπως το θαυμαστικό), είναι κάπως ιδιαίτερο, και έχει κατά καιρούς χρησιμοποιηθεί με διάφορους τρόπους. Ακόμα και σαν να ήταν σχολιαστικό!

Η παύλα, σε κάποια κείμενα, μπορεί να βρεθεί να αντικαθιστά μέχρι και την τελεία, ή μπορεί να μπαίνει και μαζί με την τελεία. Ή όπου αλλού μπορείς να διανοηθείς. Πολλοί πιστεύουν, δε, ότι χρησιμοποιείται απλώς για να τονίσει την επόμενη λέξη, ή φράση: ή τη λέξη, ή φράση, που κλείνεται ανάμεσα στις παύλες.

Επικρατεί μια σύγχυση.

Αλλά, στην πραγματικότητα, σύγχυση δεν υφίσταται. Είναι συντακτικό σημείο στίξης, ουσιαστικά, όχι σχολιαστικό.

Όλα τα άλλα σημεία στίξης κολλάνε επάνω στις λέξεις, ναι. Αλλά κολλάνε ανεξαιρέτως (πλην της παρένθεσης) στο τέλος της λέξης, ποτέ στην αρχή. Κόμμα, τελεία, άνω τελεία, ερωτηματικό, θαυμαστικό... τα έχετε δει ποτέ στην αρχή; Πάντα στο τέλος κολλάνε.

Και ρωτάω τώρα: Η παύλα πού κολλάει; Στην αρχή, ή στο τέλος;

[Συνέχισε να διαβάζεις]

 

Επιλογές Οκτωβρίου (21/10)


Sanjulián (τέχνη) & Rudolf Kalvach (παράξενες κάρτες – 1907) & Hannah Flowers (τέχνη) & Το σπίτι που εξαφανίστηκε & Michael Kaluta (τέχνη) & Οι εικονογράφοι του Poe & Η γηραιότερη χελώνα της γης (αθάνατη;) & 221 Camera Obscuras & Infinite Jungle (στον browser σας) & Robin F. Williams (τέχνη) & Rottweilin (τέχνη) & Στα ίχνη των Shonokin (του Manly Wade Wellman) & Κόμιξ με τον Elric (1970) & περισσότερα στο LinX

 

Περί Γραφής: Τελεία και ΟΧΙ παύλα


Σε ελληνικά κείμενα (λογοτεχνικά και μη) είναι αρκετά συχνό να συναντήσουμε το εξής συντακτικό φαινόμενο το οποίο θα δείξω με ένα απλό παράδειγμα γιατί έτσι είναι πολύ πιο εύκολο:

Οι καβαλάρηδες έρχονταν μέσα από το λιόγερμα, πάνω από τους λόφους –μια ντουζίνα φιγούρες σε ψηλά άλογα, γκρίζα και λευκά, με μανδύες να τινάζονται πίσω τους–, αλλά δεν είχαν προσέξει ότι στο κατόπι τους ήταν τέσσερις απειλητικές κατάμαυρες σκιές...

Αυτό το κείμενο μοιάζει καλό, γενικά· και είναι, ουσιαστικά. Αλλά προσέξτε πώς χρησιμοποιούνται οι παύλες. Σαν παρενθέσεις! Η πρώτη παύλα κολλάει επάνω στο μια και η δεύτερη (που κλείνει την παρένθεση) κολλάει επάνω στο τους· και μετά απ’αυτή τη δεύτερη παύλα έρχεται κι ένα κόμμα.

Εδώ το πρόβλημα είναι διπλό.

Πρόβλημα πρώτο: Γιατί οι παύλες να κολλάνε επάνω στις λέξεις σαν να είναι παρενθέσεις; Η παύλα δεν είναι παρένθεση· είναι τελείως διαφορετικό σημείο στίξης.

Πρόβλημα δεύτερο: Τι δουλειά έχει το κόμμα μετά την παύλα; Δεν έχει καμία δουλειά εκεί· η παύλα, κανονικά, το αντικαθιστά. Δεν είναι παρένθεση.

[Συνέχισε να διαβάζεις]