Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
19 / 9 / 2023

Έπιασα να διαβάσω το Escardy Gap των Peter Crowther και James Lovegrove. Δεν το είχα ξανακούσει ποτέ. Έτυχε, κάποτε, να το βρω σ’ένα παλαιοβιβλιοπωλείο (όπως και πολλά βιβλία μου) και είπα να το ξεκινήσω – και φαίνεται ωραίο ήδη από τις πρώτες 40 σελίδες. Το έψαξα και σε ηλεκτρονική μορφή αλλά, δυστυχώς, στα συνηθισμένα κυβερνοσοκάκια που περιφέρομαι δεν το βρήκα, οπότε αναγκαστικά το διαβάζω στο χαρτί. (Σόρυ σ’εσάς τους λάτρεις των «κανονικών» βιβλίων αλλά ειλικρινά βρίσκω τα ηλεκτρονικά βιβλία πιο βολικά στο χέρι και στο μάτι· δεν το λέω για πλάκα τόσο καιρό, ούτε απλώς επειδή βγάζω κι εγώ τα δικά μου σε ηλεκτρονική μορφή.)

Το Escardy Gap πρέπει να είναι αυτό που αποκαλούν meta-fiction γιατί, στον πρόλογο, ξεκινά με τον συγγραφέα που μετά αρχίζει να το γράφει. Και, ξέρεις, αυτός ο συγγραφέας είναι ο... κλασικός συγγραφέας; Είναι ο συγγραφέας που συχνά παρουσιάζεται ως «συνήθης», ως «αρχετυπική μορφή». Ο τύπος που μένει μόνος του στη Νέα Υόρκη, μαζί με μια γάτα και τη γραφομηχανή του· και τώρα δεν έχει ιδέες, δεν του έρχεται τίποτα να γράψει, κι αισθάνεται σκατά, και η γραφομηχανή, σαν δαίμονας με πλήκτρα, όλο τον κολάζει... ώσπου τελικά έρχεται μια ιδέα στο μυαλό του ωσάν αστραπή κι αρχίζει να γράφει σαν μανιακός.

Αυτός ο συγγραφέας είναι μιας άλλης εποχής άνθρωπος;

Και δεν εννοώ μόνο λόγω της γραφομηχανής (αφού όλοι σήμερα γράφουν σε υπολογιστή). Εννοώ και από άλλες απόψεις. Αυτή υποτίθεται πως είναι η εποχή πριν από πενήντα χρόνια στη Νέα Υόρκη των ΗΠΑ, όπου ο συγγραφέας έγραφε ένα διήγημα τη βδομάδα, το πουλούσε στα περιοδικά, και πλήρωνε το νοίκι (που ήταν κι αυτό εβδομαδιαίο, και ίσως ακόμα έτσι να είναι στις ΗΠΑ – δεν είμαι σίγουρος). Συγχρόνως, ο συγγραφέας αυτός περίμενε να του έρθει μια καλή ιδέα, ώστε να γράψει ένα βιβλίο και να βγάλει περισσότερα λεφτά από αυτό. Και έτσι ζούσε. Το μόνο του πρόβλημα ήταν να του έρθει η ιδέα, που δυσκολευόταν να του έρθει, δυσκολευόταν να καθίσει να γράψει στη γραφομηχανή. Αλλά, όταν έγραφε, θαύματα γίνονταν και τα λεφτά πέφτανε από το ταβάνι.

Υπήρχε ποτέ αυτός ο συγγραφέας; Υποτίθεται πως υπήρχε. Κάποτε. Στις ΗΠΑ.

Και είναι μια αρχετυπική φιγούρα συγγραφέα που εμφανίζεται συχνά, και πολύς κόσμος νομίζει ότι (αν είναι δυνατόν) έτσι είναι οι συγγραφείς γενικά.

Εμένα αυτός ο συγγραφέας μού είναι άγνωστος (και πιστεύω πως και σε πολλούς άλλους σύγχρονους συγγραφείς είναι επίσης άγνωστος). Δεν έχω πρόβλημα ποτέ να μου έρθει μια ιδέα για να γράψω· πάντα ιδέες έρχονται: κι ακόμα κι άμα δεν έρθουν, έχω σημειωμένες κάπου Χ εις τη ν επί ω ιδέες, οπότε μπορώ να αρχίσω να γράφω μία από αυτές. Το laptop μου ποτέ δεν με κοιτάζει παραπονιάρικα. Αν μη τι άλλο, με κοιτάζει σαν την ερωμένη που ξυπνάς το βράδυ και την πασπατεύεις ξανά και σου λέει: Ε όχι ξανά, ρε φίλε! Ποτέ δεν αναρωτιέμαι: Μα πώς γράφουν οι άλλοι τόσες όμορφες λέξεις επάνω στη σελίδα; ενώ εγώ δεν μπορώ να τις γράψω. Δεν τρώω «συγγραφικές μελαγχολίες», writer's block, και άλλα τέτοια ποιητικά. Πάντα έγραφα, και τολμώ να πω ότι πάντα θα γράφω· είναι ένα με το είναι μου.

Εκείνο μόνο που αναρωτιέμαι είναι πώς κυκλοφόρησε – έστω και παγκοσμίως – ότι το μόνο που πρέπει να κάνεις, ως συγγραφέας, για να βγάλεις λεφτά είναι να γράφεις. Το αιώνιο παραμύθι – που είναι γουστόζικο ως παραμύθι αλλά δεν έχει καμιά σχέση με τη σημερινή τουλάχιστον πραγματικότητα – ότι, αν ο συγγραφέας ξεπεράσει το μπλοκάρισμα μέσα του κι αρχίσει να γράφει, θα αρχίσουν να πέφτουν και λεφτά από το ταβάνι. Αυτό, ακόμα και στη διεθνή αγορά (γιατί άσε την ελληνική· είναι για κλάματα), πολύ απλά δεν συμβαίνει.

Έχει πλάκα, όμως, ως παραμύθι. Οπότε, ακόμα συνεχίζουμε να το λέμε.

Όπως έχει πλάκα και αυτή η αρχετυπική φιγούρα του μπλοκαρισμένου, μελαγχολικού συγγραφέα που παλεύει με τη γραφομηχανή του–

(Αλλά τώρα σταματάω να γράφω γιατί το laptop μου απειλεί ότι θα μου ρίξει κουτουλιά.)

 

 

Επίσης . . .

Περί Γραφής: Τελεία και ΟΧΙ Παύλα, Ξανά


Αυτό το άρθρο είναι συνέχεια του προηγούμενου: Τελεία και ΟΧΙ Παύλα. Εν μέρει, μου έδωσε έμπνευση να το γράψω κάποιος που ανέφερε κάτι σε ένα από τα σόσιαλ μύδια. Και λέω εν μέρει γιατί δεν χρειάζομαι ποτέ και πολλή έμπνευση για να γράψω για τη στίξη. Έχω μια σχέση αγάπης-μίσους μαζί της. Ξεκίνησα να γράφω ως τελείως άσχετος με τη στίξη, μην έχοντας ιδέα ποια θα μπορούσε ποτέ να ήταν η χρήση της άνω τελείας: ίσως ακόμα και του κόμματος. Έφτασα σε σημείο να νομίζω ότι έβαζα σωστά τη στίξη, αλλά απλά το νόμιζα μόνο. Και κατέληξα να συμπεράνω πόσο ανόητος είσαι όταν νομίζεις ότι «ξέρεις» τη χρήση της στίξης, και πόσο υποκειμενική μπορεί να είναι η στίξη. Αλλά όχι και στα πάντα. Υπάρχουν κι ορισμένα σταθερά πράγματα. Και υπάρχει και μια κάποια... αισθητική. Ναι, αισθητική.

Έτσι, γράφουμε τώρα συνέχεια του προηγούμενου άρθρου γιατί, πολύ απλά, το θεωρώ ενδιαφέρον να γράψω συνέχεια. Και έχει νόημα. Ακολουθήστε με...

Σχετικά με την παύλα μπορεί να υπάρξει ένα ερώτημα: Γιατί να μην κολλά επάνω στις λέξεις; Να, για παράδειγμα, δες τι γίνεται με όλα τα άλλα σημεία στίξης: κολλάνε επάνω στις λέξεις. Η παύλα γιατί να μην κολλά; Στο πηγάδι κατούρησε;

Το θέμα είναι το εξής: όλα τα άλλα σημεία στίξης (εκτός, ίσως, από το θαυμαστικό) είναι αρκετά παλιά. Η παύλα – εκτός αν κάνω τρομερό λάθος – είναι πιο πρόσφατη. Δεν υπήρχε παλιά. Και, παρότι ουσιαστικά συντακτικό σημείο στίξης (όχι σχολιαστικό, όπως το θαυμαστικό), είναι κάπως ιδιαίτερο, και έχει κατά καιρούς χρησιμοποιηθεί με διάφορους τρόπους. Ακόμα και σαν να ήταν σχολιαστικό!

Η παύλα, σε κάποια κείμενα, μπορεί να βρεθεί να αντικαθιστά μέχρι και την τελεία, ή μπορεί να μπαίνει και μαζί με την τελεία. Ή όπου αλλού μπορείς να διανοηθείς. Πολλοί πιστεύουν, δε, ότι χρησιμοποιείται απλώς για να τονίσει την επόμενη λέξη, ή φράση: ή τη λέξη, ή φράση, που κλείνεται ανάμεσα στις παύλες.

Επικρατεί μια σύγχυση.

Αλλά, στην πραγματικότητα, σύγχυση δεν υφίσταται. Είναι συντακτικό σημείο στίξης, ουσιαστικά, όχι σχολιαστικό.

Όλα τα άλλα σημεία στίξης κολλάνε επάνω στις λέξεις, ναι. Αλλά κολλάνε ανεξαιρέτως (πλην της παρένθεσης) στο τέλος της λέξης, ποτέ στην αρχή. Κόμμα, τελεία, άνω τελεία, ερωτηματικό, θαυμαστικό... τα έχετε δει ποτέ στην αρχή; Πάντα στο τέλος κολλάνε.

Και ρωτάω τώρα: Η παύλα πού κολλάει; Στην αρχή, ή στο τέλος;

[Συνέχισε να διαβάζεις]

 

Επιλογές Οκτωβρίου (21/10)


Sanjulián (τέχνη) & Rudolf Kalvach (παράξενες κάρτες – 1907) & Hannah Flowers (τέχνη) & Το σπίτι που εξαφανίστηκε & Michael Kaluta (τέχνη) & Οι εικονογράφοι του Poe & Η γηραιότερη χελώνα της γης (αθάνατη;) & 221 Camera Obscuras & Infinite Jungle (στον browser σας) & Robin F. Williams (τέχνη) & Rottweilin (τέχνη) & Στα ίχνη των Shonokin (του Manly Wade Wellman) & Κόμιξ με τον Elric (1970) & περισσότερα στο LinX

 

Περί Γραφής: Τελεία και ΟΧΙ παύλα


Σε ελληνικά κείμενα (λογοτεχνικά και μη) είναι αρκετά συχνό να συναντήσουμε το εξής συντακτικό φαινόμενο το οποίο θα δείξω με ένα απλό παράδειγμα γιατί έτσι είναι πολύ πιο εύκολο:

Οι καβαλάρηδες έρχονταν μέσα από το λιόγερμα, πάνω από τους λόφους –μια ντουζίνα φιγούρες σε ψηλά άλογα, γκρίζα και λευκά, με μανδύες να τινάζονται πίσω τους–, αλλά δεν είχαν προσέξει ότι στο κατόπι τους ήταν τέσσερις απειλητικές κατάμαυρες σκιές...

Αυτό το κείμενο μοιάζει καλό, γενικά· και είναι, ουσιαστικά. Αλλά προσέξτε πώς χρησιμοποιούνται οι παύλες. Σαν παρενθέσεις! Η πρώτη παύλα κολλάει επάνω στο μια και η δεύτερη (που κλείνει την παρένθεση) κολλάει επάνω στο τους· και μετά απ’αυτή τη δεύτερη παύλα έρχεται κι ένα κόμμα.

Εδώ το πρόβλημα είναι διπλό.

Πρόβλημα πρώτο: Γιατί οι παύλες να κολλάνε επάνω στις λέξεις σαν να είναι παρενθέσεις; Η παύλα δεν είναι παρένθεση· είναι τελείως διαφορετικό σημείο στίξης.

Πρόβλημα δεύτερο: Τι δουλειά έχει το κόμμα μετά την παύλα; Δεν έχει καμία δουλειά εκεί· η παύλα, κανονικά, το αντικαθιστά. Δεν είναι παρένθεση.

[Συνέχισε να διαβάζεις]