Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
25 / 2 / 2023

Η κουλτούρα μας συνεχώς ωθεί τους συγγραφείς να αγχώνονται και να καταπιέζονται (εντάξει, όχι μόνο αυτούς, αλλά γι’αυτούς θέλω να πω τώρα): κάτσε και παρακολούθα τι θα πει ο ένας ή ο άλλος για εσένα, κάτσε και μέτρα αστεράκια, μέτρα δολάρια ή ευρώ, μέτρα «δημοτικότητα», μέτρα «hits», βλέπε ποιος σε έχει διαβάσει, βλέπε που «εμφανίζεται» το βιβλίο σου, βλέπε ποιος «σημαντικός» σού δίνει σημασία, δώσε βάση τι λένε αυτοί γύρω σου, δώσε βάση στο «κοινό», κάνε σύγκριση των δικών σου γραπτών με αυτών ενός άλλου, διάβασε για να σε διαβάσουν... μια ατέρμονη λίστα από, κατά βάση, ανουσιότητες.

Γιατί; Επειδή η κοινωνία μας θέλει να μπλέκει τους πάντες σε ανταγωνιστικά παιχνίδια (ένα εκ των οποίων είναι και οι «κοινωνικοί» συγγραφείς). Πρέπει πάντα να επιδιώκεις κάτι παραπάνω, να συγκρίνεσαι με κάτι ή με κάποιον – για να βελτιώνεσαι, υποτίθεται.

Όλα αυτά σε κάνουν καλύτερο συγγραφέα, έτσι δεν είναι;

Αυτό δεν είναι το σωστό;

Όχι. Αυτό είναι το λάθος.

Εκείνο που, ουσιαστικά, επιτυγχάνεται (και όχι μόνο για τους συγγραφείς αλλά πάλι λέω ότι θέλω απλώς να αναφερθώ συγκεκριμένα σε αυτούς) δεν είναι να γίνονται καλύτεροι συγγραφείς: είναι να γίνονται πιο κομπλεξικοί, καταπιεσμένοι, και εν γένει ψυχάκιδες χωρίς να το καταλαβαίνουν, θεωρώντας την καταπίεση και τον ψυχαναγκασμό τους «φυσιολογική κατάσταση». Που, όμως, δεν είναι. Και αμφίβολο είναι καν αν τους κάνει καλύτερους ως συγγραφείς. Πολύ αμφίβολο.

Γιατί; Επειδή όλα αυτά τα καταπιεστικά και τα συγκριτικά έχουν τη βάση τους στον εγωκεντρισμό: βάζουν το εγώ σου να συγκρούεται ξανά και ξανά και ξανά με κάτι, ώσπου στο τέλος υποχρεωτικά ή θα τσακιστεί ή θα παραμορφωθεί και το αποτέλεσμα δεν θα είναι να είσαι καλύτερος αλλά απλώς ευκολότερα ελεγχόμενος και λιγότερο «αντιδραστικός» (πράγμα που για κάποιους, με τις δικές τους σκοπιμότητες, αυτό είναι ωφέλιμο).

Η λογοτεχνία, όμως – και η κάθε μορφή τέχνης, ουσιαστικά – είναι αντίθετη ως προς τον εγωκεντρισμό. Δεν γράφεις καλύτερα όταν γράφεις εγωκεντρικά έχοντας κάποιο σκοπό κατά νου (όπως πώς θα σε κρίνουν, τι θα πουν, πώς θα τους επηρεάσει, ή οτιδήποτε άλλο). Καλύτερα γράφεις όταν έχεις ξεπεράσει τον εγωκεντρισμό σου· όταν έχεις αφήσει το εγώ πίσω σου και έχεις προχωρήσει πέρα από αυτό, σε κάτι ανοιχτό και ατέρμονο. Από εκεί έρχονται οι καλές ιστορίες. Όχι όταν είσαι περιορισμένος σε κάτι, ή από κάτι, αλλά όταν ξεχνάς τον εαυτό σου και ακολουθείς κάτι άλλο και μπορείς να ταυτιστείς με οτιδήποτε και να καταλάβεις το οτιδήποτε.

Αυτό δεν μπορείς να το φτάσεις όταν είσαι περικυκλωμένος από ψυχαναγκασμούς και περιορισμούς. Μπορείς να το φτάσεις όταν εξασκείς τη δική σου κριτική ικανότητα και παρατήρηση επάνω στον κόσμο, παίρνοντας ό,τι νομίζεις χρήσιμο ή ωφέλιμο και παραμερίζοντας τα υπόλοιπα.

Και όλα τα παραπάνω που γράφω εδώ δεν σημαίνουν υποχρεωτικά ότι πρέπει να ακολουθεί κανείς μια σχόλη τύπου αυτόματης γραφής και να μη δίνει σημασία σε τίποτα. Σίγουρα χρειάζεται προσπάθεια και παρατήρηση για να γίνεις καλύτερος συγγραφέας. Δεν καταργώ τη μάθηση ή την εκπαίδευση. Αλλά αυτά κάποιος τα κυνηγά μόνος του, επειδή τον ενδιαφέρουν.

Όλα τα άλλα, τα εγωκεντρικά, που ακατάπαυστα προωθούνται ως «φυσιολογικό» μέσα στην κουλτούρα μας, είναι το πρόβλημα.

Τροφή για σκέψη.

 

 

Επίσης . . .

Γιατί Δεν μας Αρέσει η Παράδοσή μας;


Οι συγγραφείς φανταστικής λογοτεχνίας, στην Ελλάδα, έχουν αρκετές φορές κατηγορηθεί από διάφορους ότι δεν τους αρέσει η ελληνική παράδοση, ότι δεν τη χρησιμοποιούν μέσα στις ιστορίες τους αλλά χρησιμοποιούν την «ξένη» παράδοση.

Ή, μάλλον, αυτό είναι αρκετά γενικό· δεν ισχύει για όλους τους συγγραφείς φαντασίας στην Ελλάδα. Υπάρχουν και ορισμένοι που, φανατικά μάλιστα, γράφουν ιστορίες με έντονη βάση στην ελληνική παράδοση. Αλλά το κάνουν μόνο ορισμένοι, και καλό είναι αφού τους αρέσει. Όμως δεν το κάνουν όλοι, και όσοι δεν το κάνουν έχουν συχνά μπει στο στόχαστρο. Έχουν ακουστεί διάφορα άσχημα λόγια, ότι δεν είναι «αρκετά ελληνικά» αυτά που γράφουν, ότι «δεν τους αρέσει η Ελλάδα», ότι «είναι ξενόφερτη η θεματολογία τους», και παρόμοια μαργαριτάρια.

Κάποιοι φαίνεται να νομίζουν ότι, αν είσαι Έλληνας, πρέπει συνέχεια να γράφεις για τον Δία και τον Ηρακλή, για την Ελληνική Επανάσταση, ή για την καταστροφή της Σμύρνης· για τη Χούντα, για τον Εμφύλιο, ή για την Αντίσταση. Οτιδήποτε άλλο απαγορεύεται! Αν είσαι Έλληνας. Αν είσαι ξένος, εντάξει, όλα καλά· γράψε ό,τι γουστάρεις, βρε αδελφέ. Αλλά, αν είσαι Έλληνας, πρέπει να έχεις περιορισμένη θεματολογία. Για κάποιο μυστηριώδη λόγο.

Αυτό, βέβαια, πάει κόντρα στη νοοτροπία της φανταστικής λογοτεχνίας που – όπως το βλέπω εγώ, τουλάχιστον – είναι να εξερευνάς συνεχώς καινούργια πράγματα και καινούργιες ιδέες.

Εννοείται πως είναι προκατειλημμένο και κακόηθες να κατηγορεί κανείς τους συγγραφείς φαντασίας ότι αυτά που γράφουν «δεν είναι αρκετά ελληνικά», όμως κανείς δεν φαίνεται να αναρωτιέται γιατί αυτοί οι συγγραφείς δεν χρησιμοποιούν την ελληνική παράδοση στη λογοτεχνία τους.

[Συνέχισε να διαβάζεις]

 

Επιλογές Ιουλίου (21/7)


αμφιλεγόμενα κινούμενα σχέδια, και The New Northland (του Louis Pope Gratacap – 1915), και Jasmine Becket-Griffith & David Van Gough (παραμυθένια, νεκροσουρεαλιστική τέχνη), και ελληνικοί μύθοι σε ταινίες, και The Cube (του Jim Henson – 1969), και η λεηλασία της επιστημονικής φαντασίας (από τους σύγχρονους τεχνολογικούς γίγαντες), και The Cosmic Dope (φιλμ ΕΦ μικρού μήκους), και Δαιμονικά, Χίμαιρες, & το Γκροτέσκο στη Γαλλική Γοτθική Γλυπτική, και το Ατελιέ Heinrichs & Bachmann (εξώφυλλα για βιβλία φαντασίας: ’60–’80), και Clifford D. Simak (μυθιστορήματα ηρωικής φαντασίας), και Bob Peak (τέχνη από την ταινία Excalibur), και Sweets to the Sweet (ο Robert Bloch στην οθόνη), και Richard Powers (ψυχεδελικοσουρεαλιστική τέχνη εξώφυλλων φαντασίας), και: ακόμα περισσότερα στο LinX...

 

Η Πολιτική της Φανταστικής Λογοτεχνίας


Η φανταστική λογοτεχνία είναι γεμάτη μονάρχες, ευγενείς, και αριστοκρατία. Το ίδιο (παραδόξως;) ισχύει και για την επιστημονική φαντασία (ή, μήπως, θα έπρεπε απλά να την πούμε φαντασία στο διάστημα;), όπως στο Dune του Herbert, ή, για ένα ακόμα πιο παλιό παράδειγμα, όπως στο Princess of Mars και τις συνέχειές του, του Burroughs. Σε όλα αυτά τα βιβλία έχουμε βασιλιάδες και βασίλισσες, πρίγκιπες και πριγκίπισσες, και κάθε είδους τρελό ή ηρωικό αριστοκράτη.

Πολλοί έχουν – εύλογα, ίσως – αναρωτηθεί γιατί. Γιατί, βρε παιδιά, τόση αριστοκρατία στη φανταστική λογοτεχνία; Γιατί ένα τέτοιο ξεπερασμένο πολιτικό σύστημα;

Για το Dune, συγκεκριμένα, είχα διαβάσει κάποιον να σχολιάζει ότι η κοινωνία του είναι «οπισθοδρομική». Και ίσως όντως να είναι... Δηλαδή, αναλογιστείτε: αυτοί οι άνθρωποι ταξιδεύουν στο διάστημα, αλλά ακόμα έχουν δούκες και βαρόνους; Δεν έχουν αντιληφτεί την έννοια της δημοκρατίας; Μαλάκες είναι;

Δε νομίζω, όμως, ότι όσοι σκέφτονται έτσι σκέφτονται σωστά ακριβώς. Η φανταστική λογοτεχνία (περιλαμβάνοντας και αυτή που είναι στο διάστημα, ή σε άλλους πλανήτες) δεν υποτίθεται ότι είναι για να σχολιάσει την κοινωνία, ή για να μεταδώσει κοινωνικές ή πολιτικές αξίες. Ανέκαθεν ο σκοπός της φανταστικής λογοτεχνίας ήταν να μας κάνει να βιώσουμε συναρπαστικές περιπέτειες σε μαγευτικούς κόσμους.

Και δεν μπορείς να το κάνεις αυτό με δημοκρατικό πολίτευμα, ρε άνθρωπε; Γιατί;

[Συνέχισε να διαβάζεις]