Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
18 / 1 / 2022

Διαβάζοντας ένα λογοτεχνικό βιβλίο (ή γράφοντάς το, αν γράφεις) μπορεί να συναντήσεις σημεία που δεν φαίνονται και τόσο σημαντικά για την πλοκή, όμως έχουν πολλές λέξεις, καταλαμβάνουν αρκετές σελίδες· ενώ κάποια άλλα σημεία, που είναι σημαντικά για την πλοκή, έχουν πολύ λίγες λέξεις και καταλαμβάνουν λίγες σελίδες – ακόμα και μια, δυο, ίσως.

Ναι, μπορεί να αναρωτιέσαι γι’αυτό ακόμα κι αν εσύ γράφεις την ιστορία. Μπορεί να αναρωτιέσαι πώς είναι δυνατόν κάποιο σημαντικό κομμάτι να σου βγαίνει τόσο λακωνικό, ενώ κάποιο ασήμαντο κομμάτι να σου βγαίνει φλύαρο.

Θα έπρεπε, μήπως, να ήταν διαφορετικά τα πράγματα; Υπάρχει κάποιο λάθος;

Κανένα λάθος δεν υπάρχει παρά μόνο στον τρόπο σκέψης μας ορισμένες φορές. Στη νοοτροπία μας.

Όταν αναρωτιέσαι για ένα τέτοιο θέμα – είτε ως αναγνώστης είτε ως συγγραφέας – αναρωτήσου καλύτερα για κάτι άλλο: Ποιος σου είπε ότι τα σημαντικά σημεία μέσα σε μια αφήγηση πρέπει να γράφονται με πολλές λέξεις; Και ποιος σου είπε ότι τα «ασήμαντα» σημεία (αν, πραγματικά, οτιδήποτε μπορεί να θεωρηθεί ασήμαντο) πρέπει να γράφονται με λίγες λέξεις;

Αυτή είναι μια λανθασμένη νοοτροπία που ακολουθείται γενικά σε πολλά πράγματα: ότι το σημαντικό πρέπει να είναι «πολύ» ενώ το ασήμαντο πρέπει να είναι «λίγο».

Δεν έχει, όμως, καμιά λογική βάση. Και σίγουρα δεν ισχύει στη λογοτεχνία. (Ούτε και το ανάποδο ισχύει, φυσικά.)

Μάλιστα, μπορεί μια σημαντική σκηνή μέσα στην ιστορία να φαίνεται καλύτερα ως σημαντική αν είναι γραμμένη με λίγες λέξεις. Γιατί έτσι μπορεί να δίνει μια πιο... βαρύγδουπη, ας πούμε, αίσθηση.

Ενώ, αντιθέτως, μια ασήμαντη σκηνή μπορεί να είναι γραμμένη με περισσότερες λέξεις έτσι ώστε να απλώνεται νωχελικά μέσα στην ιστορία και να μη μας κάνει καμιά ιδιαίτερη εντύπωση.

Για παράδειγμα, μια βόλτα στην αγορά όπου οι χαρακτήρες του έργου συζητάνε αναμεταξύ τους ίσως να φαίνεται ασήμαντη σκηνή αλλά να καταλαμβάνει κάμποσες σελίδες. Θα έπρεπε; Είναι πραγματικά ασήμαντη; Τίποτα δεν είναι πραγματικά ασήμαντο. Μέσα από την κουβέντα των χαρακτήρων μπορεί ακόμα και κάποιοι από αυτούς να παρεξηγηθούν ή να αγαπηθούν: πράγματα που πιθανώς να έχουν αντίκτυπο στη συνέχεια της ιστορίας παρότι η συγκεκριμένη, νωχελική σκηνή δεν φαίνεται και τόσο σπουδαία. Ή ίσως μια τέτοια σκηνή να δημιουργεί μια κάποια ατμόσφαιρα, μια συγκεκριμένη αισθητική μέσα στο έργο.

Θα μπορούσε να ήταν γραμμένη με πιο λίγες λέξεις; Ακόμα και επιγραμματικά; («Πήγαν μια βόλτα στην αγορά και γύρισαν»;) Φυσικά και θα μπορούσε. Αλλά αυτό δεν σημαίνει κιόλας ότι πρέπει υποχρεωτικά να είναι γραμμένη έτσι επειδή είναι «ασήμαντη» σκηνή για την πλοκή της ιστορίας.

Οι ασήμαντες σκηνές, κι αυτές σημαντικές είναι. Οι ιστορίες δεν αποτελούνται μόνο από «σημαντικές» σκηνές. Γιατί, αν όλες οι σκηνές είναι σημαντικές, τότε καμία δεν είναι σημαντική.

Και αυτό είναι κάτι που πρέπει να έχουμε κατά νου και όταν γράφουμε και όταν διαβάζουμε. Όταν διαβάζεις, άσε τη ροή του έργου να σε παρασύρει, να σε οδηγήσει. Όταν γράφεις, άσε τη διαίσθησή σου να σε οδηγήσει.

 

 

Επίσης . . .

Γιατί Δεν μας Αρέσει η Παράδοσή μας;


Οι συγγραφείς φανταστικής λογοτεχνίας, στην Ελλάδα, έχουν αρκετές φορές κατηγορηθεί από διάφορους ότι δεν τους αρέσει η ελληνική παράδοση, ότι δεν τη χρησιμοποιούν μέσα στις ιστορίες τους αλλά χρησιμοποιούν την «ξένη» παράδοση.

Ή, μάλλον, αυτό είναι αρκετά γενικό· δεν ισχύει για όλους τους συγγραφείς φαντασίας στην Ελλάδα. Υπάρχουν και ορισμένοι που, φανατικά μάλιστα, γράφουν ιστορίες με έντονη βάση στην ελληνική παράδοση. Αλλά το κάνουν μόνο ορισμένοι, και καλό είναι αφού τους αρέσει. Όμως δεν το κάνουν όλοι, και όσοι δεν το κάνουν έχουν συχνά μπει στο στόχαστρο. Έχουν ακουστεί διάφορα άσχημα λόγια, ότι δεν είναι «αρκετά ελληνικά» αυτά που γράφουν, ότι «δεν τους αρέσει η Ελλάδα», ότι «είναι ξενόφερτη η θεματολογία τους», και παρόμοια μαργαριτάρια.

Κάποιοι φαίνεται να νομίζουν ότι, αν είσαι Έλληνας, πρέπει συνέχεια να γράφεις για τον Δία και τον Ηρακλή, για την Ελληνική Επανάσταση, ή για την καταστροφή της Σμύρνης· για τη Χούντα, για τον Εμφύλιο, ή για την Αντίσταση. Οτιδήποτε άλλο απαγορεύεται! Αν είσαι Έλληνας. Αν είσαι ξένος, εντάξει, όλα καλά· γράψε ό,τι γουστάρεις, βρε αδελφέ. Αλλά, αν είσαι Έλληνας, πρέπει να έχεις περιορισμένη θεματολογία. Για κάποιο μυστηριώδη λόγο.

Αυτό, βέβαια, πάει κόντρα στη νοοτροπία της φανταστικής λογοτεχνίας που – όπως το βλέπω εγώ, τουλάχιστον – είναι να εξερευνάς συνεχώς καινούργια πράγματα και καινούργιες ιδέες.

Εννοείται πως είναι προκατειλημμένο και κακόηθες να κατηγορεί κανείς τους συγγραφείς φαντασίας ότι αυτά που γράφουν «δεν είναι αρκετά ελληνικά», όμως κανείς δεν φαίνεται να αναρωτιέται γιατί αυτοί οι συγγραφείς δεν χρησιμοποιούν την ελληνική παράδοση στη λογοτεχνία τους.

[Συνέχισε να διαβάζεις]

 

Επιλογές Ιουλίου (21/7)


αμφιλεγόμενα κινούμενα σχέδια, και The New Northland (του Louis Pope Gratacap – 1915), και Jasmine Becket-Griffith & David Van Gough (παραμυθένια, νεκροσουρεαλιστική τέχνη), και ελληνικοί μύθοι σε ταινίες, και The Cube (του Jim Henson – 1969), και η λεηλασία της επιστημονικής φαντασίας (από τους σύγχρονους τεχνολογικούς γίγαντες), και The Cosmic Dope (φιλμ ΕΦ μικρού μήκους), και Δαιμονικά, Χίμαιρες, & το Γκροτέσκο στη Γαλλική Γοτθική Γλυπτική, και το Ατελιέ Heinrichs & Bachmann (εξώφυλλα για βιβλία φαντασίας: ’60–’80), και Clifford D. Simak (μυθιστορήματα ηρωικής φαντασίας), και Bob Peak (τέχνη από την ταινία Excalibur), και Sweets to the Sweet (ο Robert Bloch στην οθόνη), και Richard Powers (ψυχεδελικοσουρεαλιστική τέχνη εξώφυλλων φαντασίας), και: ακόμα περισσότερα στο LinX...

 

Η Πολιτική της Φανταστικής Λογοτεχνίας


Η φανταστική λογοτεχνία είναι γεμάτη μονάρχες, ευγενείς, και αριστοκρατία. Το ίδιο (παραδόξως;) ισχύει και για την επιστημονική φαντασία (ή, μήπως, θα έπρεπε απλά να την πούμε φαντασία στο διάστημα;), όπως στο Dune του Herbert, ή, για ένα ακόμα πιο παλιό παράδειγμα, όπως στο Princess of Mars και τις συνέχειές του, του Burroughs. Σε όλα αυτά τα βιβλία έχουμε βασιλιάδες και βασίλισσες, πρίγκιπες και πριγκίπισσες, και κάθε είδους τρελό ή ηρωικό αριστοκράτη.

Πολλοί έχουν – εύλογα, ίσως – αναρωτηθεί γιατί. Γιατί, βρε παιδιά, τόση αριστοκρατία στη φανταστική λογοτεχνία; Γιατί ένα τέτοιο ξεπερασμένο πολιτικό σύστημα;

Για το Dune, συγκεκριμένα, είχα διαβάσει κάποιον να σχολιάζει ότι η κοινωνία του είναι «οπισθοδρομική». Και ίσως όντως να είναι... Δηλαδή, αναλογιστείτε: αυτοί οι άνθρωποι ταξιδεύουν στο διάστημα, αλλά ακόμα έχουν δούκες και βαρόνους; Δεν έχουν αντιληφτεί την έννοια της δημοκρατίας; Μαλάκες είναι;

Δε νομίζω, όμως, ότι όσοι σκέφτονται έτσι σκέφτονται σωστά ακριβώς. Η φανταστική λογοτεχνία (περιλαμβάνοντας και αυτή που είναι στο διάστημα, ή σε άλλους πλανήτες) δεν υποτίθεται ότι είναι για να σχολιάσει την κοινωνία, ή για να μεταδώσει κοινωνικές ή πολιτικές αξίες. Ανέκαθεν ο σκοπός της φανταστικής λογοτεχνίας ήταν να μας κάνει να βιώσουμε συναρπαστικές περιπέτειες σε μαγευτικούς κόσμους.

Και δεν μπορείς να το κάνεις αυτό με δημοκρατικό πολίτευμα, ρε άνθρωπε; Γιατί;

[Συνέχισε να διαβάζεις]