Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
13 / 1 / 2026

Είχα δει το τρέιλερ γι’αυτή την ταινία, και είχα σκεφτεί ότι μπορεί να ήταν καλή. Έτσι, πήγα να την παρακολουθήσω στον κινηματογράφο.

Ένα θα πω (για πρόλογο): το τρέιλερ ήταν καλύτερο από την ταινία.

Εντάξει, δεν μετάνιωσα που την είδα – δεν θέλω τα λεφτά μου πίσω· το ποπ-κορν ήταν, ομολογουμένως, καλό και πεινούσα σ’εκείνη τη φάση – αλλά, για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, δεν θα πήγαινα να τη δω αν ήξερα ότι ήταν έτσι – απλά θα έπαιρνα το ποπ-κορν.

Αυτοί που έφτιαξαν την ταινία ξέχασαν κάτι βασικό: ότι είναι ταινία, γαμώτο. Δεν είναι ντοκιμαντέρ. Στον Καποδίστρια απλά βλέπουμε ιστορικά γεγονότα, ιστορικές στιγμές. Δεν βλέπουμε κάτι το δραματικό ή το επεισοδιακό. Είναι σαν να διαβάζεις ένα ιστορικό βιβλίο (του σχολείου, δυστυχώς). Δεν γίνονται έτσι οι καλές ταινίες. Πάρτε για παράδειγμα τις τόσες ταινίες που είναι βασισμένες στην Αρχαία Ρώμη – όπως τον Μονομάχο, ή το Centurion. Δεν είναι αραδιασμένα ιστορικά γεγονότα· υπάρχει κάποια γαμημένη πλοκή. Υπάρχει κάτι να παρακολουθήσεις το οποίο είναι δραματικό, επεισοδιακό. Υπάρχει ένα στόρι, κάτι το μυθιστορηματικό.

Ποια μυθιστορηματική πλοκή υπάρχει στον Καποδίστρια; Και μη μου πείτε το λαβ-στόρι με τη Ρωξάνδρα...

Οι διάλογοι είναι οριακά μέτριοι. Μετά βίας ακούγονται (έχω ακούσει και χειρότερους σε σύγχρονες ελληνικές ταινίες), αλλά ακούγονται. Το πρόβλημα είναι ότι όλοι τους είναι διαδικαστικοί – για τα ιστορικά γεγονότα και μόνο. Σχεδόν όλοι λένε «για την πατρίδα», «για τα ματωμένα τούτα τα χώματα», «με τη βοήθεια της Παναγιάς», και τα λοιπά και τα λοιπά. Δεν υπάρχει κανένας διάλογος που να θυμίζει πραγματικούς ανθρώπους να μιλάνε, έστω και σε δραματικές καταστάσεις.

Ο διάλογος, δε, του Καποδίστρια με τη Ρωξάνδρα είναι αστείος, γιατί είναι εκτός (σημερινής) εποχής. Δεν μπορεί ο σύγχρονος θεατής να τους ακούει να μιλάνε στον πληθυντικό, όταν είναι μόνοι, και σε αυτό το ύφος πλατωνικού έρωτα. Αμφίβολο είναι, μάλιστα, αν και στην πραγματικότητα θα μιλούσαν έτσι (αν και έχω ακούσει ότι, παλιά, οι σύζυγοι μιλούσαν στον πληθυντικό αναμεταξύ τους). Εντάξει, εκείνες οι επιστολές ας ήταν στον πληθυντικό γραμμένες (θέμα εποχής), αλλά και ο προσωπικός διάλογος; Ήταν γελοίο αυτό το πράγμα.

Οι ηθοποιοί, ωστόσο, δεν έπαιζαν άσχημα – για τα δεδομένα της ταινίας. Οι περισσότεροι έπαιζαν μέτρια, και κάποιοι έπαιζαν και αρκετά καλά. Υπήρχαν, όμως, και κάτι τραγικές περιπτώσεις. Ο χειρότερος ήταν ο Κολοκοτρώνης. Έτσι όπως τον είχαν φτιάξει ήταν σαν ο Καραγκιόζης ντυμένος Κολοκοτρώνης. Καλά, δεν ντρέπονταν λιγάκι; Σοβαρά τώρα...

Και μετά, ήθελαν να δείξουν και μια σκηνή μάχης για την αρχή της Επανάστασης του ’21· αλλά, προφανώς, δεν είχαν το budget για να κάνουν κανονική σκηνή μάχης. (Δεν υπάρχει ούτε μία σκηνή μάχης ή δράσης σε όλη την ταινία.) Οπότε, τι έκαναν (τα παλληκάρια); Έβαλαν τον Κολοκοτρώνη (ντυμένο και φτιαγμένο σαν Καραγκιόζη) επάνω σ’ένα άλογο να υψώνει το σπαθί του και να φωνάζει «Σηκωθείτε, αδέλφια μου Έλληνες! Για την πατρίδα μας! Ελευθερία ή θάνατος!» (ή κάτι πολύ παρόμοιο – δεν το θυμάμαι ακριβώς). Και βγαίνουν μέσα από τα χορτάρια και πίσω από τους θάμνους καμιά τριανταριά τύποι με φουστανέλες και φέσια και τρέχουν όλοι μαζί προς... κάποιον εχθρό, υποθέτεις. Ήταν σαν να βλέπεις μασκαράδες στο σχολείο...

Αν δεν είχαν τα χρήματα να φτιάξουν κανονική σκηνή μάχης, θα μπορούσαν τουλάχιστον να είχαν φτιάξει κάτι τέτοιο: ο Κολοκοτρώνης (φτιαγμένος όχι σαν Καραγκιόζης) έρχεται καλπάζοντας πάνω στο άλογό του και, κραυγάζοντας ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Ή ΘΑΝΑΤΟΣ! εφορμά σ’έναν Τούρκο πολεμιστή, του σκίζει τον λαιμό με το σπαθί του – τινάζονται αίματα τριγύρω – οι Έλληνες έρχονται από πίσω ουρλιάζοντας σαν παλαβοί, ορμάνε καταπάνω σε άλλους Τούρκους πολεμιστές με κουμπούρια και ξίφη – και η σκηνή κόβεται γιατί δεν έχουν το budget να τη συνεχίσουν. Αλλά τουλάχιστον θα είχαν δείξει κάτι ωραίο, έστω και κομμένο.

Η ταινία, όμως, δεν είναι απολύτως χάλια. Είναι οριακά μέτρια.

Και ένας άνθρωπος είναι που τη σώζει: ο Αντώνης Μυριαγκός, που παίζει τον Καποδίστρια. Είναι πραγματικά καλός ηθοποιός. Η ερμηνεία του είναι τρομερή, παρότι οι διάλογοι μέτριοι και η πλοκή ανύπαρκτη. Αν η ταινία ήταν όντως καλή, είμαι βέβαιος ότι και ο Μυριαγκός θα ήταν δέκα φορές καλύτερος.

Σε γενικές γραμμές, πάντως, νομίζω πως αυτή η ταινία θα άρεσε κυρίως στους εθνικιστές και στις θεούσες. Και πιστεύω πως είδα αρκετές που ίσως να ήταν θεούσες στον κινηματογράφο. Άκουσαν και ήρθαν, μαζικά, με σταυρούς και εικόνες.

Επίσης, έχω να παρατηρήσω κάτι περίεργο, αν όχι ανησυχητικό.

Πού βρίσκεται η χρηματοδότηση για τέτοιες ταινίες; Μπορεί να μην είχαν λεφτά για να φτιάξουν μάχες, αλλά σίγουρα δόθηκαν πολλά χρήματα στα σκηνικά, στα κοστούμια, και στους κομπάρσους.

Και δεν είναι η μοναδική ταινία με εθνικιστικοθρησκευτικό χαρακτήρα τελευταία. Είδα ένα τρέιλερ για μια ταινία που ετοιμάζεται για τον Γέροντα Παΐσιο... Δεν σχολιάζω καν· τα σχόλια δικά σας. Δεν υπάρχει ντροπή – ούτε και σεβασμός στους αγίους, ουσιαστικά.

Βγαίνουν αρκετά πράγματα στις οθόνες (όχι μόνο τις μεγάλες) αυτό τον καιρό τα οποία είναι σαν να θέλουν να προωθήσουν «θρησκεία και πατρίς». Ποιος τα χρηματοδοτεί; Και γιατί σ’αυτή τη χώρα χρηματοδοτούν μόνο τέτοια πράγματα; Εντάξει, να ξέρουμε το παρελθόν μας – αλλά μόνο αυτό; Γιατί ποτέ δεν έχει χρηματοδοτηθεί καμιά πιο παράξενη ταινία; Καμιά πιο δημιουργική ταινία; Ακόμα και ταινία φαντασίας. Έχετε δει ποτέ; Εγώ ποτέ δεν έχω δει. Αλλά λεφτά να δίνουν για να φτιάχνουν ταινίες «πατρίδος τε και θρησκείας» έχουν... Φευ, γαμώ την πουτάνα σας.

Αν κοιτάξετε στους δρόμους τελευταία θα δείτε διάφορες αφίσες αναρχικών που λένε ότι το Κράτος (και όχι μόνο) προσπαθεί να τονώσει το πατριωτικό πνεύμα – για να βάλουν πάλι τον κόσμο να σκοτωθεί. Βλέποντας κι εγώ πόση χρηματοδότηση πέφτει για τέτοιες ταινίες, αρχίζω να αναρωτιέμαι μήπως οι αναρχικοί έχουν κάποιο δίκιο... και μου σηκώνεται η τρίχα κάγκελο.

Τι δεν πάει καλά σ’αυτή τη χώρα, γαμώτο;

Πάρε μια μασκοπερούκα με φέσι, μαλλιά, και πελώριες μουστάκες, φόρεσέ την, κι άρχισε να ουρλιάζεις Ελευθερία ή θάνατος, αδέλφιααααα!

Και, εντάξει, βρε αδέλφια, δεν θα έπρεπε να τα υποστηρίζουμε αυτά αφού είναι ελληνικό προϊόν τέχνης; Αν δεν παινέσεις το σπίτι σου θα πέσει να σε πλακώσει, που λέει ο λαός. Αλλά εμένα με έχει πλακώσει ούτως ή άλλως. 30 χρόνια γράφω φανταστική λογοτεχνία, 30 ολοστρόγγυλα μπιζέλια έχω λάβει, από οικονομικής και γενικής άποψης. Ό,τι και να κάνεις στην Ελλάδα, πάλι θα πέσει να σε πλακώσει. Οπότε, προτιμώ απλά να είμαι ουδέτερος. Αν μου άρεσε αυτό που έβλεπα, δεν θα το έκρυβα.

Άντε τώρα, κάμετε το σταυρό σας κι η Παναγιά θα μας λυτρώσει... Έχει ο Θεός!

 

 

Επίσης . . .

Βιβλιοκριτική: Imaginary Worlds του Lin Carter


Έχοντας διαβάσει (και σχολιάσει) το Wizardry and Wild Romance του Michael Moorcock, είχα κάνει όρεξη να προχωρήσω σε κάτι παρόμοιο· κι αφού κι ο ίδιος ο Moorcock προτείνει το Imaginary Worlds, προχώρησα προς τα εκεί.

Είναι κι αυτό, φυσικά, μια πραγματεία για τη φανταστική λογοτεχνία, αλλά, παρότι έχει ομοιότητες με το Wizardry and Wild Romance, δεν είναι το ίδιο πράγμα. Ο Moorcock κρίνει, κυρίως, την εποχή του· ο Lin Carter μιλά πιο διαχρονικά και πιο ιστορικά (αν και την κρίνει, εν μέρει, και την εποχή του σ’ένα σημείο). Ξεκινά, μάλιστα, διευκρινίζοντας τι εννοεί λέγοντας «φανταστική λογοτεχνία» – fantasy – ώστε να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις:

But what I mean by the word "fantasy" is a narrative of marvels that belong to neither the scientific nor the supernatural. The essence of this sort of story can be summed up in. one word: magic. A fantasy is a book or story, then, in which magic really works-not a fairy­ tale, not a story written for children, like Peter Pan or The Wizard of Oz, but a work of fiction written for adults-a story which challenges the mind, which sets it working.

Και, για να είμαι ειλικρινής, συμφωνώ απόλυτα με αυτό τον ορισμό. Το ίδιο εννοώ κι εγώ, συνήθως, όταν λέω «φανταστική λογοτεχνία».

[Συνέχισε να διαβάζεις]

 

Επιλογές Απριλίου (8/4)


~Γκράφιτι από τη νιότη μας & Πώς να σταματάς το κινητό σου απ’το να σε παρακολουθεί & KillerTools & Οι αγορές που ποντάρουν στις καταστροφές & Τα «παράνομα» τραπεζικά δίκτυα & Ένας μαγευτικός κήπος στην Τοσκάνη φτιαγμένος στην Αναγέννηση & Tadami Yamada (παράξενα εξώφυλλα) & Rubáiyát του RS Sherriffs (παραμυθένιες εικονογραφήσεις) & Histoires Prodigieuses (1559 – Pierre Boaistuau) & Olaf Hajek (μαγικορεαλιστικοί πίνακες) & Ψυχεδελικές οντότητες χωρίς επιστημονική εξήγηση & Θαλάσσια τέρατα & A Pictorial History of Horror Stories – 200 Years of Spine Chilling Illustrations from the Pulp Magazines (1985) & Το θαλάσσιο ερπετό του Gloucester & Ken Barr (τέχνη) & Οι εικονογραφήσεις Ðông Hồ & Το πρώτο περιοδικό φαντασίας και τρόμου & άλλα πολλά στο LinX~

 

Φανταστική Λεξιπλασία


Κάτι περισσότερο από ένας σχολιασμός για το Imaginary Worlds του Lin Carter

Αυτές τις μέρες διάβαζα το Imaginary Worlds του Lin Carter, το οποίο είναι ένας σχολιασμός για τη φανταστική λογοτεχνία. Ο Lin Carter ήταν ένας αρκετά γνωστός συγγραφέας φαντασίας – καλτ συγγραφέα, θα τον έλεγα – και δεν θα πω τίποτ’ άλλο γι’αυτόν (μη θέλοντας να μιμηθώ τον ίδιο στις παρουσιάσεις του μέσα στο Imaginary Worlds)· για περισσότερα, μπορείτε να τον τσεκάρετε στη Wikipedia. Το 2022 είχα διαβάσει το πρώτο βιβλίο του από τη σειρά με τον Thongor, και ήταν τόσο χάλια που δεν διάβασα τίποτα παραπέρα σε αυτή τη σειρά. Το 2023, όμως, διάβασα μια άλλη σειρά που έχει γράψει, το Gondwane Epic, η οποία ήταν πολύ καλή, και έχει γίνει από τις αγαπημένες μου, και θέλω κάποτε να την ξαναδιαβάσω. (Ναι, ήταν τόσο καλή.)

Τώρα διάβαζα το Imaginary Worlds επειδή πήρα φόρα μετά από το Wizardry and Wild Romance: A Study of Epic Fantasy, του Moorcock, το οποίο διάβασα πρόσφατα (και σχολίασα). Δε θα πω κάτι περισσότερο για το Imaginary Worlds εδώ· απλώς θέλω να σχολιάσω μερικά πράγματα που γράφει ο Lin Carter σε αυτό το βιβλίο σχετικά με τη δημιουργία φανταστικών ονομάτων. Γιατί πιστεύω ότι έχει ενδιαφέρον.

Ορισμένα από αυτά που λέει τα βρίσκω σωστά· ορισμένα τα βρίσκω τελείως βλακείες. Εκείνο που δεν μου αρέσει είναι ότι μοιάζει να είναι λιγάκι απόλυτος στο τι είναι καλό και τι κακό, ενώ, στην πραγματικότητα, η τελική κρίση σε αυτά τα θέματα είναι το προσωπικό γούστο, και δεν είναι λογικό να λες ότι κάποιοι έχουν «μουσικό αφτί» ενώ κάποιοι άλλοι είναι «κουφοί».

Αλλά ας τα πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά.

Αναφέρομαι στο Κεφάλαιο 10, A Local Habitation and a Name.

[Συνέχισε να διαβάζεις]