Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
8 / 1 / 2023

Ο κ. Μπασκόζος έχει αναρτήσει αυτό εδώ το άρθρο στον Αναγνώστη, το οποίο αναφέρεται σε μια μελέτη για την εκδοτική πραγματικότητα σήμερα στην Ελλάδα και έχει αρκετό ενδιαφέρον.

Μιλά, κυρίως, για όσα γράφει η κ. Χριστίνα Μπάνου στη μελέτη της Μέσα από τον Καθρέφτη. Αξίζει να ρίξετε μια ματιά (και περισσότερες από μία).

Εμένα με εκπλήσσει που μιλάνε ακόμα για «ναρκισσισμό» των συγγραφέων που θέλουν να κάνουν αυτοέκδοση. Συγκεκριμένα, αναφέρομαι σε αυτό εδώ το κομμάτι:

Αυτό που είναι πραγματικά νέο φαινόμενο σε έκταση είναι οι αυτοεκδόσεις. Η συγγραφέας σημειώνει ότι εκτός από τυπογραφεία που μετατράπηκαν σε εκδοτικούς οίκους πολλοί εκδοτικοί οίκοι (μερικοί και από τους μεγάλους) προχωρούν σε συνεκδόσεις με τους συγγραφείς (και ο εκδότης δεν χάνει και ο ναρκισσισμός του συγγραφέα παραμένει αλώβητος). Ένα επίσης καινούργιο στοιχείο είναι η εμφάνιση κοινοτήτων αναγνωστών κυρίως στα κοινωνικά δίκτυα, στις λέσχες ανάγνωσης αλλά και γύρω από τα νέα μικρά βιβλιοπωλεία που άνοιξαν μέσα στην κρίση και δημιούργησαν ομάδες φίλων με έμφαση στην εντοπιότητα.

Με εκπλήσσει που αναφέρεται με τέτοια εχθρική διάθεση προς τους συγγραφείς, δεδομένου τού πόσο αυτή η χώρα τούς έχει – γιατί να το λέμε πιο όμορφα; – χεσμένους.

Θα έπρεπε να αναφέρεται σε κάτι άλλο, πολύ πιο σημαντικό: Το γεγονός ότι είναι, ξεκάθαρα, εκμετάλλευση του συγγραφέα να πληρώνει για να εκδίδεται το βιβλίο του.

Στις πολιτισμένες χώρες, αν δώσετε βάση, θα δείτε να λένε όλοι το εξής στους συγγραφείς (και εσκεμμένα εδώ τα κεφαλαία, γιατί συνήθως λέγεται με μεγάλη έμφαση): ΜΗΝ ΠΛΗΡΩΝΕΤΕ ΠΟΤΕ ΓΙΑ ΝΑ ΕΚΔΙΔΟΥΝ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΣΑΣ. ΕΙΝΑΙ ΑΠΑΤΕΩΝΕΣ ΑΝ ΣΑΣ ΤΟ ΖΗΤΑΝΕ ΑΥΤΟ.

Και εννοείται, γαμώτο, δεν εννοείται; Ο εκδότης δεν πρέπει να παίρνει λεφτά από τον συγγραφέα. Πρέπει να δίνει λεφτά στον συγγραφέα και να πουλά το βιβλίο του προκειμένου να βγάλει λεφτά ο ίδιος. Αυτή είναι η υγιής οικονομική δραστηριότητα.

Και μόνο που εδώ θεωρείται «κανονικό» το να πληρώνει ο συγγραφέας για να εκδίδεται το βιβλίο του σημαίνει ότι κάτι δεν πάει καλά.

Υπάρχει ένα τεράστιο πρόβλημα. Και το πρόβλημα είναι κυρίως ότι υπάρχουν πάρα πολλά βιβλία και πάρα πολύ λίγοι πραγματικοί αναγνώστες.

Πέρα από αυτό, φαίνεται να υπάρχει και, γενικά, ελάχιστη οργάνωση και πολλά κοινωνικοπολιτικά συμφέροντα, που όλα αυτά ευνοούν στο να επικρατεί μια σύγχυση (ίσως και εσκεμμένη).

Είπα ότι είναι λάθος να μιλάμε για «ναρκισσισμό» από τη μεριά του συγγραφέα, και το εννοώ. Διότι είμαστε σε μια τέτοια χώρα που δεν υπάρχουν διέξοδοι. Αν ο άλλος γράφει και θέλει να συνεχίσει να γράφει, συνήθως (εκτός κι αν έχει τρομερές διασυνδέσεις ή αν είναι τρομερά τυχερός) δεν μπορεί να κάνει και πολλά... εκτός από αυτοέκδοση, με κάποιον τρόπο.

Γι’αυτό και οι αυτοεκδόσεις είναι πάρα πολλές.

Στην Ελλάδα, δεν υπάρχει τίποτα που να υποστηρίζει τους συγγραφείς. Ούτε το Κράτος, ούτε ατζέντηδες, ούτε κανένας. Οπότε, ή πρέπει να κινηθούν από μόνοι τους, ή πέφτουν θύματα εκμετάλλευσης ώστε να πληρώνουν για να τους εκδίδουν τα βιβλία τους. Και υπάρχει και μια μικρή μερίδα που είναι οι ευνοημένοι οι οποίοι εκδίδονται κανονικά είτε γιατί είναι παλιοί και τους ξέρουν είτε γιατί παίζουν κομματικά συμφέροντα είτε κάτι άλλο παρόμοιο.

Τίθεται, βέβαια, ένα ερώτημα ποιότητας: Θα έπρεπε να εκδίδουν όλοι αυτοί που αυτοεκδίδουν; Είναι όλα αυτά καλά;

Φυσικά και όχι. Ορισμένα, μάλιστα, είναι χάλια· είναι περιπτώσεις που κάποιος γράφει πρώτη φορά ένα βιβλίο μες στον ενθουσιασμό του και κατευθείαν θέλει να το εκδώσει νομίζοντας ότι είναι τρομερό.

Κι αυτός, όμως, από κάπου πρέπει ν’αρχίσει. Ίσως τελικά να βελτιωθεί.

Το άλλο ερώτημα είναι: Αν βελτιωθεί και είναι καλός, ποιος θα τον εκδώσει; Πάλι, κανένας. Πάλι θα πρέπει να πληρώσει.

Μιλάμε για έναν φαύλο κύκλο.

Και υπάρχει και το επιπλέον ερώτημα που κι αυτό δεν πρέπει να το αγνοούμε: Είναι, μήπως, καλά όλα τα βιβλία που εκδίδονται «κανονικά»;

Όποιος απαντήσει εδώ Ναι, μάλλον δεν ξέρει τι του γίνεται.

Κι αν νομίζει κάποιος ότι εγώ μιλάω τυχαία και όπως μου έρθει, ένα θα πω: Ας ρίξει μια ματιά σ’αυτά που γράφω. Και άλλο ένα θα πω: Γράφω 30 χρόνια λογοτεχνία. Ε, ύστερα από τόσο καιρό, κάτι πρέπει να ξέρω... ασχέτως αν ανθρώπους σαν εμένα δεν τους υποστηρίζουν οι «επίσημοι» φορείς (και παριστάνουν ότι «δεν υπάρχουμε») γιατί έχουν να κουβαλήσουν στην καμπούρα τους τη δική τους ατζέντα.

Επομένως, κατά βάση, έχουμε μια κατάσταση ευνοημένων και μη ευνοημένων, και σε τέτοιες καταστάσεις πάντα οι μη ευνοημένοι αντιδρούν. Οπότε, επικρατεί ένας αχταρμάς μετά.

Αλλά η ρίζα του προβλήματα είναι, όπως πάντα, μία: Δεν υπάρχει πραγματικό αναγνωστικό κοινό. Τους ψάχνεις με το τουφέκι.

Ε, τι να κάνεις άμα σ’αρέσει να γράφεις; Η λογική λέει πως ή τα παρατάς γιατί δεν έχει ψωμί, ή συνεχίζεις ούτως ή άλλως.

*

Το άρθρο φαίνεται να καταλήγει με μια ελπιδοφόρο διάθεση. Εγώ δεν έχω και τόσες ελπίδες, γιατί δεν νομίζω ότι ουσιαστικά έχει τίποτα αλλάξει. Κάντε μια βόλτα στα βιβλιοπωλεία του κέντρου της Αθήνας· θα σας πείσει. Ίσως να είναι και χειρότερα τα πράγματα, όχι καλύτερα.

Επιπλέον, το τρομερά απογοητευτικό είναι ότι ακόμα ο Έλληνας δεν έχει καταλάβει τη χρησιμότητα και τη χαρά του ηλεκτρονικού βιβλίου. Είστε σοβαροί; Πόσοι το έχετε πραγματικά δοκιμάσει και δεν σας αρέσει; Εγώ από τότε που ξεκίνησα να διαβάζω ebooks, κόλλησα. Έχεις μια μικρή e-ink* συσκευή, ελαφριά στο χέρι, και διαβάζεις ό,τι θέλεις. Γιατί να κουβαλάς βαρύ βιβλίο και να προσέχεις μη σου φύγει η σελίδα;

 

(*Δώστε σημασία στο e-ink· παίζει διαφορά σε σχέση με το κινητό σου.)

 

 

Επίσης . . .

Περί Γραφής: Τελεία και ΟΧΙ Παύλα, Ξανά


Αυτό το άρθρο είναι συνέχεια του προηγούμενου: Τελεία και ΟΧΙ Παύλα. Εν μέρει, μου έδωσε έμπνευση να το γράψω κάποιος που ανέφερε κάτι σε ένα από τα σόσιαλ μύδια. Και λέω εν μέρει γιατί δεν χρειάζομαι ποτέ και πολλή έμπνευση για να γράψω για τη στίξη. Έχω μια σχέση αγάπης-μίσους μαζί της. Ξεκίνησα να γράφω ως τελείως άσχετος με τη στίξη, μην έχοντας ιδέα ποια θα μπορούσε ποτέ να ήταν η χρήση της άνω τελείας: ίσως ακόμα και του κόμματος. Έφτασα σε σημείο να νομίζω ότι έβαζα σωστά τη στίξη, αλλά απλά το νόμιζα μόνο. Και κατέληξα να συμπεράνω πόσο ανόητος είσαι όταν νομίζεις ότι «ξέρεις» τη χρήση της στίξης, και πόσο υποκειμενική μπορεί να είναι η στίξη. Αλλά όχι και στα πάντα. Υπάρχουν κι ορισμένα σταθερά πράγματα. Και υπάρχει και μια κάποια... αισθητική. Ναι, αισθητική.

Έτσι, γράφουμε τώρα συνέχεια του προηγούμενου άρθρου γιατί, πολύ απλά, το θεωρώ ενδιαφέρον να γράψω συνέχεια. Και έχει νόημα. Ακολουθήστε με...

Σχετικά με την παύλα μπορεί να υπάρξει ένα ερώτημα: Γιατί να μην κολλά επάνω στις λέξεις; Να, για παράδειγμα, δες τι γίνεται με όλα τα άλλα σημεία στίξης: κολλάνε επάνω στις λέξεις. Η παύλα γιατί να μην κολλά; Στο πηγάδι κατούρησε;

Το θέμα είναι το εξής: όλα τα άλλα σημεία στίξης (εκτός, ίσως, από το θαυμαστικό) είναι αρκετά παλιά. Η παύλα – εκτός αν κάνω τρομερό λάθος – είναι πιο πρόσφατη. Δεν υπήρχε παλιά. Και, παρότι ουσιαστικά συντακτικό σημείο στίξης (όχι σχολιαστικό, όπως το θαυμαστικό), είναι κάπως ιδιαίτερο, και έχει κατά καιρούς χρησιμοποιηθεί με διάφορους τρόπους. Ακόμα και σαν να ήταν σχολιαστικό!

Η παύλα, σε κάποια κείμενα, μπορεί να βρεθεί να αντικαθιστά μέχρι και την τελεία, ή μπορεί να μπαίνει και μαζί με την τελεία. Ή όπου αλλού μπορείς να διανοηθείς. Πολλοί πιστεύουν, δε, ότι χρησιμοποιείται απλώς για να τονίσει την επόμενη λέξη, ή φράση: ή τη λέξη, ή φράση, που κλείνεται ανάμεσα στις παύλες.

Επικρατεί μια σύγχυση.

Αλλά, στην πραγματικότητα, σύγχυση δεν υφίσταται. Είναι συντακτικό σημείο στίξης, ουσιαστικά, όχι σχολιαστικό.

Όλα τα άλλα σημεία στίξης κολλάνε επάνω στις λέξεις, ναι. Αλλά κολλάνε ανεξαιρέτως (πλην της παρένθεσης) στο τέλος της λέξης, ποτέ στην αρχή. Κόμμα, τελεία, άνω τελεία, ερωτηματικό, θαυμαστικό... τα έχετε δει ποτέ στην αρχή; Πάντα στο τέλος κολλάνε.

Και ρωτάω τώρα: Η παύλα πού κολλάει; Στην αρχή, ή στο τέλος;

[Συνέχισε να διαβάζεις]

 

Επιλογές Οκτωβρίου (21/10)


Sanjulián (τέχνη) & Rudolf Kalvach (παράξενες κάρτες – 1907) & Hannah Flowers (τέχνη) & Το σπίτι που εξαφανίστηκε & Michael Kaluta (τέχνη) & Οι εικονογράφοι του Poe & Η γηραιότερη χελώνα της γης (αθάνατη;) & 221 Camera Obscuras & Infinite Jungle (στον browser σας) & Robin F. Williams (τέχνη) & Rottweilin (τέχνη) & Στα ίχνη των Shonokin (του Manly Wade Wellman) & Κόμιξ με τον Elric (1970) & περισσότερα στο LinX

 

Περί Γραφής: Τελεία και ΟΧΙ παύλα


Σε ελληνικά κείμενα (λογοτεχνικά και μη) είναι αρκετά συχνό να συναντήσουμε το εξής συντακτικό φαινόμενο το οποίο θα δείξω με ένα απλό παράδειγμα γιατί έτσι είναι πολύ πιο εύκολο:

Οι καβαλάρηδες έρχονταν μέσα από το λιόγερμα, πάνω από τους λόφους –μια ντουζίνα φιγούρες σε ψηλά άλογα, γκρίζα και λευκά, με μανδύες να τινάζονται πίσω τους–, αλλά δεν είχαν προσέξει ότι στο κατόπι τους ήταν τέσσερις απειλητικές κατάμαυρες σκιές...

Αυτό το κείμενο μοιάζει καλό, γενικά· και είναι, ουσιαστικά. Αλλά προσέξτε πώς χρησιμοποιούνται οι παύλες. Σαν παρενθέσεις! Η πρώτη παύλα κολλάει επάνω στο μια και η δεύτερη (που κλείνει την παρένθεση) κολλάει επάνω στο τους· και μετά απ’αυτή τη δεύτερη παύλα έρχεται κι ένα κόμμα.

Εδώ το πρόβλημα είναι διπλό.

Πρόβλημα πρώτο: Γιατί οι παύλες να κολλάνε επάνω στις λέξεις σαν να είναι παρενθέσεις; Η παύλα δεν είναι παρένθεση· είναι τελείως διαφορετικό σημείο στίξης.

Πρόβλημα δεύτερο: Τι δουλειά έχει το κόμμα μετά την παύλα; Δεν έχει καμία δουλειά εκεί· η παύλα, κανονικά, το αντικαθιστά. Δεν είναι παρένθεση.

[Συνέχισε να διαβάζεις]