Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
2 / 5 / 2023

Έτυχε να δω στους cyberpunk διαδρόμους του Μετρό Αθηνών ένα διαφημιστικό τοίχου για ένα site που λέγεται bookvoice.gr και πουλάει ηχογραφημένα βιβλία. Του έριξα μια ματιά και διαπίστωσα ότι όντως αυτό κάνει και συμμετέχουν πολλοί εκδότες, από πολύ μεγάλους μέχρι όχι και τόσο μεγάλους (αλλά όχι και μικρούς ακριβώς). Αναρωτιέμαι τι κονδύλια να έπεσαν εδώ και από ποιον: γιατί αμφιβάλλω ότι όλοι αυτοί οι εκδότες είχαν ξαφνικά μια επιθυμία να πληρώσουν κόσμο να ηχογραφήσει βιβλία τους.

Και μη νομίζετε ότι τα γράφω τώρα αυτά θέλοντας να δυσφημήσω το site· νομίζω ότι καταφέρνουν μια χαρά να αυτοσαμποτάρονται όταν πουλάνε τα ηχητικά βιβλία περί τα 15 ευρώ, και ζητάνε επίσης να κατεβάσεις ένα συγκεκριμένο App προκειμένου να τα χρησιμοποιήσεις. Ποτέ δεν μου άρεσαν τα websites που σου ζητάνε να εγκαταστήσεις δικό τους πρόγραμμα (App, όπως είναι τώρα της μόδας να λέγεται) προκειμένου να χρησιμοποιήσεις ένα ηλεκτρονικό αρχείο που κανονικά μπορεί να το διαβάσει οποιαδήποτε συσκευή. Αν δεν μπορεί να το διαβάσει, τότε κάποιος το έχει κάνει να μη μπορεί να το διαβάσει.

Επιπλέον, αυτές οι τιμές εμένα τουλάχιστον μού φαίνονται υψηλές για να πάρεις ένα ηχητικό αρχείο.

Αλλά κυρίως όλα αυτά έφεραν στο μυαλό μου το γιατί ποτέ δεν κατάλαβα τι νόημα έχουν τα ηχητικά βιβλία. Ειδικά στη λογοτεχνία.

Μπορώ να σκεφτώ μόνο δύο περιπτώσεις που θα μπορούσαν να είναι χρήσιμα.

Αν κάποιος έχει πρόβλημα υγείας και δεν μπορεί να διαβάσει ο ίδιος, οπότε ο μόνος τρόπος είναι να ακούσει το βιβλίο.

Και αν κάποιος οδηγεί όλη μέρα όχημα (ή κάποια άλλη παρόμοια δουλειά) και δεν έχει καθόλου ελεύθερο χρόνο, οπότε, εκεί που οδηγεί, ακούει κιόλας βιβλία. (Αν και οι περισσότεροι απλά ακούνε ράδιο για να μην τους παίρνει ο ύπνος.)

Σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση, προσωπικά μού φαίνεται τρελό να ακούς βιβλία. Τα βιβλία δεν είναι για να τα ακούς· είναι για να τα διαβάζεις. Ειδικά τα λογοτεχνικά. Είναι άλλη εμπειρία.

Κατά πρώτον, σχεδόν όλα τα λογοτεχνικά βιβλία δεν είναι γραμμένα για να διαβάζονται φωναχτά· είναι γραμμένα για να τα διαβάζεις με τα μάτια και το μυαλό. Θα έπρεπε να ήταν γραμμένα αλλιώς για να είναι για να τα διαβάζεις φωναχτά: κάτι σαν θεατρικό, ίσως. Άλλη μορφή κειμένου.

Οι λόγοι είναι πολλοί, αλλά θα αναφέρω δύο προφανέστατους.

Πώς κάποιος μεταφέρει με τη φωνή του τη χρήση του θαυμαστικού, ή τη χρήση των αποσιωπητικών; Πώς μεταφέρει τη χρήση παρενθέσεων; Πώς μεταφέρει διάφορα άλλα «ειδικά εφέ» του λογοτεχνικού κειμένου; Όλα αυτά είναι για να τα βλέπεις εσύ ο ίδιος επάνω στο κείμενο και, με το μυαλό σου, να τα ερμηνεύεις ανάλογα και να τα κατανοείς. (Γι’αυτό κιόλας ανέκαθεν πίστευα ότι το λογοτεχνικό κείμενο είναι θέατρο του μυαλού.) Επιπλέον, σημεία στίξης όπως η παρένθεση φαίνεται ξεκάθαρα μες στο κείμενο πού αρχίζουν και πού τελειώνουν· στην ανάγνωση, στο ηχητικό βιβλίο, δεν φαίνεται ξεκάθαρα και πιο πιθανό είναι σύγχυση να προκληθεί ή να μη δοθεί το νόημα που ο συγγραφέας είχε σκοπό να δώσει.

Δεύτερον, ο αναγνώστης όταν διαβάζει ένα βιβλίο το διαβάζει με τον δικό του ρυθμό. Μπορεί να ξαναδιαβάσει ένα κομμάτι, μπορεί να το διαβάσει πιο αργά ή πιο γρήγορα, μπορεί να πηδήσει μια παράγραφο. Οτιδήποτε. Βρίσκει τον δικό του ρυθμό. Όταν το ακούς, δεν μπορείς να βρεις τον δικό σου ρυθμό. Είναι σαν να ακούς ραδιόφωνο.

Δε νομίζω πως η λογοτεχνική εμπειρία μπορεί να γίνει ηχητική εκτός αν κάποια βιβλία είναι εσκεμμένα γραμμένα για να εκφωνούνται, και αυτό σημαίνει ότι θα έπρεπε να ακολουθούν άλλη μορφή, που αγνοεί τα σημεία στίξης και τέτοια πράγματα αλλά καθοδηγεί τον εκφωνητή πώς να το διαβάσει.

Αντί να πέφτουν κονδύλια για ηχογράφηση βιβλίων, μάλλον θα έπρεπε να γίνεται προσπάθεια διεύρυνσης του αναγνωστικού κοινού και προώθησης της ανάγνωσης γενικά. Αλλά αυτό φαίνεται πως είναι πιο δύσκολο. Οπότε βλέπουμε (ακόμα ένα) γιγάντιο μπάνερ να γράφει Τζουτζούκος Καρπούζος, το τελευταίο εκπληκτικό βιβλίο του, «Στον Δρόμο με τα Καρπούζια», λαογραφικής σημασίας [και στο εξώφυλλο ένα γιγάντιο καρπούζι να σου κλείνει κλέφτικα το μάτι].

Τελεία.

Και παύλα.

 

 

Επίσης . . .

Περί Γραφής: Τελεία και ΟΧΙ Παύλα, Ξανά


Αυτό το άρθρο είναι συνέχεια του προηγούμενου: Τελεία και ΟΧΙ Παύλα. Εν μέρει, μου έδωσε έμπνευση να το γράψω κάποιος που ανέφερε κάτι σε ένα από τα σόσιαλ μύδια. Και λέω εν μέρει γιατί δεν χρειάζομαι ποτέ και πολλή έμπνευση για να γράψω για τη στίξη. Έχω μια σχέση αγάπης-μίσους μαζί της. Ξεκίνησα να γράφω ως τελείως άσχετος με τη στίξη, μην έχοντας ιδέα ποια θα μπορούσε ποτέ να ήταν η χρήση της άνω τελείας: ίσως ακόμα και του κόμματος. Έφτασα σε σημείο να νομίζω ότι έβαζα σωστά τη στίξη, αλλά απλά το νόμιζα μόνο. Και κατέληξα να συμπεράνω πόσο ανόητος είσαι όταν νομίζεις ότι «ξέρεις» τη χρήση της στίξης, και πόσο υποκειμενική μπορεί να είναι η στίξη. Αλλά όχι και στα πάντα. Υπάρχουν κι ορισμένα σταθερά πράγματα. Και υπάρχει και μια κάποια... αισθητική. Ναι, αισθητική.

Έτσι, γράφουμε τώρα συνέχεια του προηγούμενου άρθρου γιατί, πολύ απλά, το θεωρώ ενδιαφέρον να γράψω συνέχεια. Και έχει νόημα. Ακολουθήστε με...

Σχετικά με την παύλα μπορεί να υπάρξει ένα ερώτημα: Γιατί να μην κολλά επάνω στις λέξεις; Να, για παράδειγμα, δες τι γίνεται με όλα τα άλλα σημεία στίξης: κολλάνε επάνω στις λέξεις. Η παύλα γιατί να μην κολλά; Στο πηγάδι κατούρησε;

Το θέμα είναι το εξής: όλα τα άλλα σημεία στίξης (εκτός, ίσως, από το θαυμαστικό) είναι αρκετά παλιά. Η παύλα – εκτός αν κάνω τρομερό λάθος – είναι πιο πρόσφατη. Δεν υπήρχε παλιά. Και, παρότι ουσιαστικά συντακτικό σημείο στίξης (όχι σχολιαστικό, όπως το θαυμαστικό), είναι κάπως ιδιαίτερο, και έχει κατά καιρούς χρησιμοποιηθεί με διάφορους τρόπους. Ακόμα και σαν να ήταν σχολιαστικό!

Η παύλα, σε κάποια κείμενα, μπορεί να βρεθεί να αντικαθιστά μέχρι και την τελεία, ή μπορεί να μπαίνει και μαζί με την τελεία. Ή όπου αλλού μπορείς να διανοηθείς. Πολλοί πιστεύουν, δε, ότι χρησιμοποιείται απλώς για να τονίσει την επόμενη λέξη, ή φράση: ή τη λέξη, ή φράση, που κλείνεται ανάμεσα στις παύλες.

Επικρατεί μια σύγχυση.

Αλλά, στην πραγματικότητα, σύγχυση δεν υφίσταται. Είναι συντακτικό σημείο στίξης, ουσιαστικά, όχι σχολιαστικό.

Όλα τα άλλα σημεία στίξης κολλάνε επάνω στις λέξεις, ναι. Αλλά κολλάνε ανεξαιρέτως (πλην της παρένθεσης) στο τέλος της λέξης, ποτέ στην αρχή. Κόμμα, τελεία, άνω τελεία, ερωτηματικό, θαυμαστικό... τα έχετε δει ποτέ στην αρχή; Πάντα στο τέλος κολλάνε.

Και ρωτάω τώρα: Η παύλα πού κολλάει; Στην αρχή, ή στο τέλος;

[Συνέχισε να διαβάζεις]

 

Επιλογές Οκτωβρίου (21/10)


Sanjulián (τέχνη) & Rudolf Kalvach (παράξενες κάρτες – 1907) & Hannah Flowers (τέχνη) & Το σπίτι που εξαφανίστηκε & Michael Kaluta (τέχνη) & Οι εικονογράφοι του Poe & Η γηραιότερη χελώνα της γης (αθάνατη;) & 221 Camera Obscuras & Infinite Jungle (στον browser σας) & Robin F. Williams (τέχνη) & Rottweilin (τέχνη) & Στα ίχνη των Shonokin (του Manly Wade Wellman) & Κόμιξ με τον Elric (1970) & περισσότερα στο LinX

 

Περί Γραφής: Τελεία και ΟΧΙ παύλα


Σε ελληνικά κείμενα (λογοτεχνικά και μη) είναι αρκετά συχνό να συναντήσουμε το εξής συντακτικό φαινόμενο το οποίο θα δείξω με ένα απλό παράδειγμα γιατί έτσι είναι πολύ πιο εύκολο:

Οι καβαλάρηδες έρχονταν μέσα από το λιόγερμα, πάνω από τους λόφους –μια ντουζίνα φιγούρες σε ψηλά άλογα, γκρίζα και λευκά, με μανδύες να τινάζονται πίσω τους–, αλλά δεν είχαν προσέξει ότι στο κατόπι τους ήταν τέσσερις απειλητικές κατάμαυρες σκιές...

Αυτό το κείμενο μοιάζει καλό, γενικά· και είναι, ουσιαστικά. Αλλά προσέξτε πώς χρησιμοποιούνται οι παύλες. Σαν παρενθέσεις! Η πρώτη παύλα κολλάει επάνω στο μια και η δεύτερη (που κλείνει την παρένθεση) κολλάει επάνω στο τους· και μετά απ’αυτή τη δεύτερη παύλα έρχεται κι ένα κόμμα.

Εδώ το πρόβλημα είναι διπλό.

Πρόβλημα πρώτο: Γιατί οι παύλες να κολλάνε επάνω στις λέξεις σαν να είναι παρενθέσεις; Η παύλα δεν είναι παρένθεση· είναι τελείως διαφορετικό σημείο στίξης.

Πρόβλημα δεύτερο: Τι δουλειά έχει το κόμμα μετά την παύλα; Δεν έχει καμία δουλειά εκεί· η παύλα, κανονικά, το αντικαθιστά. Δεν είναι παρένθεση.

[Συνέχισε να διαβάζεις]