Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
18 / 1 / 2026

Διαβάζω βιβλία από πολύ μικρός. Διαβάζω συστηματικά. Μου αρέσει. Και, να, αυτό τον χρόνο διάβασα – πόσα; – κάτσε να τα μετρήσω, μια στιγμή – είκοσι βιβλία. Και συνήθως τόσα διαβάζω κάθε χρόνο: καμιά εικοσαριά.

Με εκπλήσσει όταν βλέπω κόσμο στο διαδίκτυο να λέει ότι έχει διαβάσει 100 βιβλία μες στον χρόνο – ή και παραπάνω.

Σοβαρά, ρε παιδιά – πώς το κάνετε αυτό; Δεν μπορώ να καταλάβω. Πώς διαβάζετε 100 λογοτεχνικά βιβλία τον χρόνο (πολλά από τα οποία είναι και μεγάλα);

Διαβάζω καθημερινά (εκτός αν τύχει να είμαι πολύ κουρασμένος, ή να έχω κάποια άλλη δουλειά – ή να συμβαίνει κάτι άλλο, έκτακτο), αλλά πάλι δεν μπορώ να διαβάσω με τέτοιο ρυθμό. Ίσως να είμαι απλά αργός αναγνώστης... Αλλά, εντάξει, πόσο αργός; Πολύ αργός; Μερικές φορές έχω προσπαθήσει να διαβάσω πιο γρήγορα, και δεν μπορώ. Δεν μου φαίνεται ότι διαβάζω πραγματικά έτσι.

Αν δεις μερικά άρθρα στο διαδίκτυο, δίνουν συμβουλές για ταχεία ανάγνωση (fast reading). Ουσιαστικά, σου λένε να μη δίνεις πολλή σημασία στις λέξεις ή στις προτάσεις, αλλά να προχωράς ντουγρού. Επίσης, να μη διαβάζεις τα πάντα, να «πιάνεις» τις πιο βασικές λέξεις και να προχωράς. Ώστε να καταλαβαίνεις περίπου τι γίνεται.

Και κάθομαι και το σκέφτομαι και λέω: Μα αυτό δεν είναι ανάγνωση. Όταν διαβάζω, θέλω να βλέπω τις λέξεις, και θέλω να βλέπω και τη στίξη και το πώς είναι γραμμένες οι προτάσεις. Όλα αυτά έχουν σημασία στην εμπειρία της ανάγνωσης. Ειδικά της λογοτεχνικές ανάγνωσης. Έχει σημασία το πώς είναι γραμμένο κάτι· δεν διαβάζεις απλά για να πιάσεις «το νόημα σε γενικές γραμμές»: διαβάζεις για να έχεις μια εμπειρία.

Πόσες λέξεις μπορείς να διαβάζεις την ώρα αν θέλεις να έχεις αυτή την εμπειρία; Σίγουρα, πολύ λιγότερες απ’ό,τι αν απλά ρίχνεις μια ματιά για να πιάσεις το ρεζουμέ και να πας παρακάτω. Στο τέλος, δεν αισθάνεσαι σαν να έχεις πραγματικά διαβάσει, ή βιώσει, τίποτα. Απλώς έχεις πάρει μια πληροφορία. (Καλό όταν τριγυρίζεις στο διαδίκτυο ρίχνοντας ματιές σε άρθρα· όχι καλό όταν διαβάζεις λογοτεχνία.)

Το πόσο βιβλία διάβασες φαίνεται να είναι κι αυτό σημάδι των καιρών, ίσως, όπως το πόσους followers ή likes έχεις. Η ουσία δεν έχει σημασία· ο αριθμός μόνο έχει σημασία. Όσο πιο μεγάλος ο αριθμός τόσο το καλύτερο (ακόμα κι αν, ουσιαστικά, δεν σημαίνει τίποτα).

Αλλά έλα που στην πραγματικότητα δεν είναι έτσι. Όχι αν σ’ενδιαφέρει η ουσία, τουλάχιστον.

Αν πάλι πραγματικά υπάρχουν άνθρωποι που μπορούν να διαβάζουν τόσα πολλά βιβλία και να πιάνουν και την ουσία, και να έχουν την εμπειρία της λογοτεχνικής ανάγνωσης, τους βγάζω το καπέλο. Ή πρέπει να παίρνουν speed, ή το μυαλό τους να τρέχει με χίλια (και τα μάτια τους επίσης). Εγώ δεν μπορώ να το κάνω αυτό, και πάντα με παραξένευε. Ίσως να είναι μάγοι, ή ενδογήινοι.

(Ή ίσως να είναι κατάρα: αν είσαι γρήγορος συγγραφέας να είσαι αργός αναγνώστης. Ορισμένοι μού λένε ότι είμαι πολύ γρήγορος συγγραφέας· αλλά εμένα δεν μου φαίνομαι και τόσο γρήγορος. Θα ήθελα να γράφω τα διπλάσια βιβλία, και όταν γράφω πάντα νομίζω ότι η ιστορία καθυστερεί και θέλω να πάω παρακάτω.)

 

 

Επίσης . . .

Περί Γραφής: Τελεία και ΟΧΙ Παύλα, Ξανά


Αυτό το άρθρο είναι συνέχεια του προηγούμενου: Τελεία και ΟΧΙ Παύλα. Εν μέρει, μου έδωσε έμπνευση να το γράψω κάποιος που ανέφερε κάτι σε ένα από τα σόσιαλ μύδια. Και λέω εν μέρει γιατί δεν χρειάζομαι ποτέ και πολλή έμπνευση για να γράψω για τη στίξη. Έχω μια σχέση αγάπης-μίσους μαζί της. Ξεκίνησα να γράφω ως τελείως άσχετος με τη στίξη, μην έχοντας ιδέα ποια θα μπορούσε ποτέ να ήταν η χρήση της άνω τελείας: ίσως ακόμα και του κόμματος. Έφτασα σε σημείο να νομίζω ότι έβαζα σωστά τη στίξη, αλλά απλά το νόμιζα μόνο. Και κατέληξα να συμπεράνω πόσο ανόητος είσαι όταν νομίζεις ότι «ξέρεις» τη χρήση της στίξης, και πόσο υποκειμενική μπορεί να είναι η στίξη. Αλλά όχι και στα πάντα. Υπάρχουν κι ορισμένα σταθερά πράγματα. Και υπάρχει και μια κάποια... αισθητική. Ναι, αισθητική.

Έτσι, γράφουμε τώρα συνέχεια του προηγούμενου άρθρου γιατί, πολύ απλά, το θεωρώ ενδιαφέρον να γράψω συνέχεια. Και έχει νόημα. Ακολουθήστε με...

Σχετικά με την παύλα μπορεί να υπάρξει ένα ερώτημα: Γιατί να μην κολλά επάνω στις λέξεις; Να, για παράδειγμα, δες τι γίνεται με όλα τα άλλα σημεία στίξης: κολλάνε επάνω στις λέξεις. Η παύλα γιατί να μην κολλά; Στο πηγάδι κατούρησε;

Το θέμα είναι το εξής: όλα τα άλλα σημεία στίξης (εκτός, ίσως, από το θαυμαστικό) είναι αρκετά παλιά. Η παύλα – εκτός αν κάνω τρομερό λάθος – είναι πιο πρόσφατη. Δεν υπήρχε παλιά. Και, παρότι ουσιαστικά συντακτικό σημείο στίξης (όχι σχολιαστικό, όπως το θαυμαστικό), είναι κάπως ιδιαίτερο, και έχει κατά καιρούς χρησιμοποιηθεί με διάφορους τρόπους. Ακόμα και σαν να ήταν σχολιαστικό!

Η παύλα, σε κάποια κείμενα, μπορεί να βρεθεί να αντικαθιστά μέχρι και την τελεία, ή μπορεί να μπαίνει και μαζί με την τελεία. Ή όπου αλλού μπορείς να διανοηθείς. Πολλοί πιστεύουν, δε, ότι χρησιμοποιείται απλώς για να τονίσει την επόμενη λέξη, ή φράση: ή τη λέξη, ή φράση, που κλείνεται ανάμεσα στις παύλες.

Επικρατεί μια σύγχυση.

Αλλά, στην πραγματικότητα, σύγχυση δεν υφίσταται. Είναι συντακτικό σημείο στίξης, ουσιαστικά, όχι σχολιαστικό.

Όλα τα άλλα σημεία στίξης κολλάνε επάνω στις λέξεις, ναι. Αλλά κολλάνε ανεξαιρέτως (πλην της παρένθεσης) στο τέλος της λέξης, ποτέ στην αρχή. Κόμμα, τελεία, άνω τελεία, ερωτηματικό, θαυμαστικό... τα έχετε δει ποτέ στην αρχή; Πάντα στο τέλος κολλάνε.

Και ρωτάω τώρα: Η παύλα πού κολλάει; Στην αρχή, ή στο τέλος;

[Συνέχισε να διαβάζεις]

 

Επιλογές Οκτωβρίου (21/10)


Sanjulián (τέχνη) & Rudolf Kalvach (παράξενες κάρτες – 1907) & Hannah Flowers (τέχνη) & Το σπίτι που εξαφανίστηκε & Michael Kaluta (τέχνη) & Οι εικονογράφοι του Poe & Η γηραιότερη χελώνα της γης (αθάνατη;) & 221 Camera Obscuras & Infinite Jungle (στον browser σας) & Robin F. Williams (τέχνη) & Rottweilin (τέχνη) & Στα ίχνη των Shonokin (του Manly Wade Wellman) & Κόμιξ με τον Elric (1970) & περισσότερα στο LinX

 

Περί Γραφής: Τελεία και ΟΧΙ παύλα


Σε ελληνικά κείμενα (λογοτεχνικά και μη) είναι αρκετά συχνό να συναντήσουμε το εξής συντακτικό φαινόμενο το οποίο θα δείξω με ένα απλό παράδειγμα γιατί έτσι είναι πολύ πιο εύκολο:

Οι καβαλάρηδες έρχονταν μέσα από το λιόγερμα, πάνω από τους λόφους –μια ντουζίνα φιγούρες σε ψηλά άλογα, γκρίζα και λευκά, με μανδύες να τινάζονται πίσω τους–, αλλά δεν είχαν προσέξει ότι στο κατόπι τους ήταν τέσσερις απειλητικές κατάμαυρες σκιές...

Αυτό το κείμενο μοιάζει καλό, γενικά· και είναι, ουσιαστικά. Αλλά προσέξτε πώς χρησιμοποιούνται οι παύλες. Σαν παρενθέσεις! Η πρώτη παύλα κολλάει επάνω στο μια και η δεύτερη (που κλείνει την παρένθεση) κολλάει επάνω στο τους· και μετά απ’αυτή τη δεύτερη παύλα έρχεται κι ένα κόμμα.

Εδώ το πρόβλημα είναι διπλό.

Πρόβλημα πρώτο: Γιατί οι παύλες να κολλάνε επάνω στις λέξεις σαν να είναι παρενθέσεις; Η παύλα δεν είναι παρένθεση· είναι τελείως διαφορετικό σημείο στίξης.

Πρόβλημα δεύτερο: Τι δουλειά έχει το κόμμα μετά την παύλα; Δεν έχει καμία δουλειά εκεί· η παύλα, κανονικά, το αντικαθιστά. Δεν είναι παρένθεση.

[Συνέχισε να διαβάζεις]