Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
13 / 4 / 2020

Πρόσφατα έτυχε να δω τους Σφυριχτές (The Whistlers/La Gomera), και αναρωτιέμαι πόσοι πρόλαβαν να δουν αυτό το φιλμ με την υστερία του κορονοϊού. Ήταν καλύτερο απ’ό,τι περίμενα. Είχε κάτι το σουρεαλιστικό με αυτή την κεντρική θεματολογία για τη σφυριχτή γλώσσα. Αλλά οι σφυριχτές γλώσσες δεν είναι φανταστικές· υπάρχουν κάποιες, αν και, φυσικά, δεν χρησιμοποιούνται ευρέως. Προσωπικά δεν μπορώ καν να διανοηθώ πώς καταφέρνουν και σφυρίζουν έτσι· μετά βίας μπορώ να σφυρίξω κανονικά.

Η ταινία ήταν καλή, αν και προς το τέλος ίσως λιγάκι βιαστική ή απότομη· όμως νομίζω ότι αυτό έγινε εσκεμμένα για να δώσει μια συγκεκριμένη αίσθηση. Ωστόσο, κάπου αισθάνθηκα κάτι να λείπει εκεί. Αξιοσημείωτο επίσης ότι αποφεύγει πολλά χολιγουντιανά κλισέ, ορισμένες φορές τόσο πολύ που αυτό να γίνεται δεικτικό. Σαν να θέλει να μας πει «εγώ είμαι σοβαρή ταινία, όχι σαν αυτές· είμαι από τις ταινίες που οι ευρωπουριτανοί μπορούν να πάρουν σοβαρά». Όμως δεν μπορώ να πω ότι έμεινα καθόλου δυσαρεστημένος.

Την είδα στον κινηματογράφο, μια βδομάδα, αν θυμάμαι καλά, προτού κλείσουν όλα τα εμπορικά καταστήματα λόγω γενικής παράνοιας. Ήταν ένας σχετικά μικρός κινηματογράφος· ελάχιστο κόσμο είχε. Τους μετρούσες στα δάχτυλα των δύο χεριών, αν όχι του ενός. Από τότε ο κόσμος είχε τρομάξει και δεν έβγαινε.

Και σκέφτομαι τώρα πόσο μεγάλη μαλακία ήταν που, εκτός των άλλων καταστημάτων, έκλεισαν και τους κινηματογράφους. Μα, οι κινηματογράφοι είναι, φυσικά, επικίνδυνοι... έτσι; Κλειστός χώρος, πολλά άτομα... Σαν την Εκκλησία ένα πράγμα. Κολλάς αμέσως το μικρόβιο. Επομένως, κόψ’ τους να τελειώνουμε!... Σωστά;

Ή, ίσως, όχι.

Τις προάλλες είχα προτείνει κάποια μέτρα αντιμετώπισης του κορονοϊού που δεν είναι για παράφρονες. Φυσικά, το ξέρω ότι οι πειρατές που μας διοικούν δεν δίνουν σημασία σε «τυχαίους λεχρίτες» σαν εμένα, αλλά μόνο σε «ειδικούς» που τους λένε να κόψουν το χέρι τους (και το κόβουν). Ωστόσο, είπα να τα γράψω, για το γαμώτο. Αλλά δεν συμπεριέλαβα τι θα μπορούσε να γίνεται με τους κινηματογράφους αν τα μέτρα που είχαν παρθεί δεν ήταν για παράφρονες. Και διορθώνω αυτή την παράλειψη τώρα:

Μείωση των θέσεων στο 30%. Δηλαδή, αν η αίθουσα έχει 100 καθίσματα, μπορείς κόψεις μέχρι 33 εισιτήρια, όχι παραπάνω. Και, συγχρόνως, πρέπει να τοποθετείς τον κόσμο έτσι μέσα στην αίθουσα ώστε να υπάρχει κενό 2 θέσεων ανάμεσα στον κάθε θεατή. Επίσης, όλοι οι θεατές οφείλουν να φοράνε μάσκες (ίσως όχι απαραίτητο με τέτοιες αποστάσεις, αλλά δεν βλάπτει κιόλας, αν θες να είσαι 100% σίγουρος ότι δεν θα γίνει καμιά στραβή). Η κυβέρνηση οφείλει να έχει προμηθεύσει όλους τους κινηματογράφους με δωρεάν μάσκες.

Σε μια τέτοια περίπτωση που περιγράφω, οι θεατές μπορούν να κολλήσουν τον κορονοϊό μόνο μέσω του βλέμματος... αν τα βλέμματα ήταν μολυσματικά. Που δεν είναι.

Και οι κινηματογράφοι θα λειτουργούν και λίγο, θα έκαναν κάποια έσοδα. Τώρα, πότε θα ξαναλειτουργήσουν; Του Άι Γαμήσου ανήμερα, με το συμπάθιο, μέρες που είναι...

Αλλά, βλέπετε, αυτά είναι τα προβλήματα που δημιουργούνται όταν βάζεις γιατρούς να ρυθμίζουν το τι πρέπει να γίνεται μέσα σε μια πολιτεία. Ο γιατρός νομίζει ότι η πόλη είναι κλινική. Αλλά η πόλη δεν είναι κλινική. Γι’αυτό υποτίθεται ότι έχεις πολιτικούς: για να φροντίζουν την πολιτεία. Ο γιατρός πρέπει να έχει συμβουλευτικό ρόλο και μόνο. Αυτό σημαίνει ότι ο πολιτικός τον ακούει και, βάσει των πολιτικών του γνώσεων και εμπειριών, παίρνει κάποιες αποφάσεις που δεν είναι απαραίτητο να είναι ίδιες ακριβώς με τις προτάσεις του γιατρού. Ο γιατρός δεν ξέρει τι είναι καλό για την πόλη· ξέρει τι είναι καλό για το νοσοκομείο του. Ε, ας πάει στο νοσοκομείο του να το εφαρμόσει! Ο πολιτικός οφείλει να βρει μια μέση λύση, μια έξυπνη λύση, ώστε η κοινωνία να μην νεκρώνεται ενώ συγχρόνως αντιμετωπίζεται το πρόβλημα υγείας.

Σήμερα, βλέπεις τους πολιτικούς να είναι φερέφωνα γιατρών. Αυτό είναι επικίνδυνο. Ακολουθούν τη λογική «πονάει χέρι, κόψει χέρι». Παρότι λένε ότι έχουν σχέδιο, δεν έχουν κανένα σχέδιο. Απλά αντιγράφουν τις ανοησίες που βλέπουν να κάνουν οι Η.Π.Α. οι οποίες ποτέ δεν είχαν αξιόλογο σύστημα δημόσιας υγείας. Βαδίζουν βάσει ενός παραδείγματος που τους υποδεικνύουν άλλοι, δεν κάθονται να εκπονήσουν σχέδιο της προκοπής για τη δική τους χώρα.

Οι γιατροί είναι εξαιρετικά παρανοϊκοί με ό,τι έχει σχέση με μικρόβια, ιούς, και ιώσεις. Δεν το λέω τυχαία· το ξέρω από προσωπική πείρα. Μπορεί να ντυθούν σαν αστροναύτες επειδή φοβούνται ένα μικρόβιο. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει και οι άλλοι να καταπιέζονται από τους γιατρούς που έχουν μια τέτοια βίδα στο μυαλό τους.

Σήμερα, κάτι τύποι σαν κ. Τσιόρδα (που κανείς δεν τον είχε ξανακούσει πριν από τούτη την ιστορία με τον κορονοϊό) ενδιαφέρονται δήθεν για την υγεία του κόσμου καθιστώντας τις πόλεις κλινικές-φυλακές. Δεν ενδιαφέρονται και για την ψυχική υγεία του κόσμου; Ή, μήπως, είναι κι αυτό μες στο πρόγραμμα για να έχουν δουλειά οι ψυχίατροι; Τι να κάνουν κι αυτοί οι άνθρωποι, κλέφτες να γίνουν; Απατεώνες και εκμεταλλευτές είναι, αλλά όχι και κλέφτες – είπαμε! Ο γιατρός σε οδηγεί στον ψυχίατρο, και ο ψυχίατρος στον γιατρό. Το ένα χέρι νίβει τ’άλλο, και τα δυο τ’αρχίδια τους... με το συμπάθιο.

 

 

Επίσης . . .

Βιβλιοκριτική: Imaginary Worlds του Lin Carter


Έχοντας διαβάσει (και σχολιάσει) το Wizardry and Wild Romance του Michael Moorcock, είχα κάνει όρεξη να προχωρήσω σε κάτι παρόμοιο· κι αφού κι ο ίδιος ο Moorcock προτείνει το Imaginary Worlds, προχώρησα προς τα εκεί.

Είναι κι αυτό, φυσικά, μια πραγματεία για τη φανταστική λογοτεχνία, αλλά, παρότι έχει ομοιότητες με το Wizardry and Wild Romance, δεν είναι το ίδιο πράγμα. Ο Moorcock κρίνει, κυρίως, την εποχή του· ο Lin Carter μιλά πιο διαχρονικά και πιο ιστορικά (αν και την κρίνει, εν μέρει, και την εποχή του σ’ένα σημείο). Ξεκινά, μάλιστα, διευκρινίζοντας τι εννοεί λέγοντας «φανταστική λογοτεχνία» – fantasy – ώστε να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις:

But what I mean by the word "fantasy" is a narrative of marvels that belong to neither the scientific nor the supernatural. The essence of this sort of story can be summed up in. one word: magic. A fantasy is a book or story, then, in which magic really works-not a fairy­ tale, not a story written for children, like Peter Pan or The Wizard of Oz, but a work of fiction written for adults-a story which challenges the mind, which sets it working.

Και, για να είμαι ειλικρινής, συμφωνώ απόλυτα με αυτό τον ορισμό. Το ίδιο εννοώ κι εγώ, συνήθως, όταν λέω «φανταστική λογοτεχνία».

[Συνέχισε να διαβάζεις]

 

Επιλογές Απριλίου (8/4)


~Γκράφιτι από τη νιότη μας & Πώς να σταματάς το κινητό σου απ’το να σε παρακολουθεί & KillerTools & Οι αγορές που ποντάρουν στις καταστροφές & Τα «παράνομα» τραπεζικά δίκτυα & Ένας μαγευτικός κήπος στην Τοσκάνη φτιαγμένος στην Αναγέννηση & Tadami Yamada (παράξενα εξώφυλλα) & Rubáiyát του RS Sherriffs (παραμυθένιες εικονογραφήσεις) & Histoires Prodigieuses (1559 – Pierre Boaistuau) & Olaf Hajek (μαγικορεαλιστικοί πίνακες) & Ψυχεδελικές οντότητες χωρίς επιστημονική εξήγηση & Θαλάσσια τέρατα & A Pictorial History of Horror Stories – 200 Years of Spine Chilling Illustrations from the Pulp Magazines (1985) & Το θαλάσσιο ερπετό του Gloucester & Ken Barr (τέχνη) & Οι εικονογραφήσεις Ðông Hồ & Το πρώτο περιοδικό φαντασίας και τρόμου & άλλα πολλά στο LinX~

 

Φανταστική Λεξιπλασία


Κάτι περισσότερο από ένας σχολιασμός για το Imaginary Worlds του Lin Carter

Αυτές τις μέρες διάβαζα το Imaginary Worlds του Lin Carter, το οποίο είναι ένας σχολιασμός για τη φανταστική λογοτεχνία. Ο Lin Carter ήταν ένας αρκετά γνωστός συγγραφέας φαντασίας – καλτ συγγραφέα, θα τον έλεγα – και δεν θα πω τίποτ’ άλλο γι’αυτόν (μη θέλοντας να μιμηθώ τον ίδιο στις παρουσιάσεις του μέσα στο Imaginary Worlds)· για περισσότερα, μπορείτε να τον τσεκάρετε στη Wikipedia. Το 2022 είχα διαβάσει το πρώτο βιβλίο του από τη σειρά με τον Thongor, και ήταν τόσο χάλια που δεν διάβασα τίποτα παραπέρα σε αυτή τη σειρά. Το 2023, όμως, διάβασα μια άλλη σειρά που έχει γράψει, το Gondwane Epic, η οποία ήταν πολύ καλή, και έχει γίνει από τις αγαπημένες μου, και θέλω κάποτε να την ξαναδιαβάσω. (Ναι, ήταν τόσο καλή.)

Τώρα διάβαζα το Imaginary Worlds επειδή πήρα φόρα μετά από το Wizardry and Wild Romance: A Study of Epic Fantasy, του Moorcock, το οποίο διάβασα πρόσφατα (και σχολίασα). Δε θα πω κάτι περισσότερο για το Imaginary Worlds εδώ· απλώς θέλω να σχολιάσω μερικά πράγματα που γράφει ο Lin Carter σε αυτό το βιβλίο σχετικά με τη δημιουργία φανταστικών ονομάτων. Γιατί πιστεύω ότι έχει ενδιαφέρον.

Ορισμένα από αυτά που λέει τα βρίσκω σωστά· ορισμένα τα βρίσκω τελείως βλακείες. Εκείνο που δεν μου αρέσει είναι ότι μοιάζει να είναι λιγάκι απόλυτος στο τι είναι καλό και τι κακό, ενώ, στην πραγματικότητα, η τελική κρίση σε αυτά τα θέματα είναι το προσωπικό γούστο, και δεν είναι λογικό να λες ότι κάποιοι έχουν «μουσικό αφτί» ενώ κάποιοι άλλοι είναι «κουφοί».

Αλλά ας τα πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά.

Αναφέρομαι στο Κεφάλαιο 10, A Local Habitation and a Name.

[Συνέχισε να διαβάζεις]