Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
20 / 7 / 2021

Ανέκαθεν με ενοχλούσε όταν έβλεπα να λένε (στη διεθνή λογοτεχνική σκηνή, κυρίως) ότι ο τάδε συγγραφέας γράφει στο τάδε είδος· ή όταν ρωτάνε έναν συγγραφέα σε τι είδος γράφει· ή όταν θέτουν το ερώτημα σε τι «αγορά» σκέφτεσαι να πουλήσεις αυτό που γράφεις – εννοώντας σε τι είδος γράφεις, αφού το κάθε είδος είναι, υποτίθεται, και δική του αγορά.

Έτσι, έχουμε καταλήξει να έχουμε συγγραφείς εξειδικευμένους σε διάφορα είδη – πράγμα που είναι σημάδι των καιρών, ίσως, αφού σε όλα έχουμε «ειδικούς».

Όταν πεις γράφω τρόμο, ή γράφω μυστήριο φόνου, ή γράφω μιλιταριστικό, ή γράφω ιστορικό – και γράφεις μόνο αυτό – συνήθως έχεις τελειώσει, δεν εξελίσσεσαι. Το ίδιο συμβαίνει και όταν σκέφτεσαι τι σε είδος θέλεις να γράψεις προτού καν αρχίσεις να γράφεις μια ιστορία.

Προσωπικά, πάντα έγραφα ό,τι ήθελα εκείνη τη στιγμή να γράψω. Αρκετά από αυτά που έχω γράψει εντάσσονται σε κάποια είδη, αν και σπάνια κλείνονται σε συγκεκριμένα πλαίσια. Και αυτά που γράφω τα τελευταία χρόνια (Θρυμματισμένο Σύμπαν) δεν είναι εύκολο να τα εντάξεις σε τίποτα πέρα από το γενικότερο είδος της «φανταστικής λογοτεχνίας» που αποκεί και πέρα μπορεί να είναι οτιδήποτε – από κατασκοπευτικό μέχρι ερωτικό, από ηρωική φαντασία μέχρι πολιτικό θρίλερ.

Αλλά ας σκεφτούμε λίγο πώς εξελίχτηκαν τα είδη. Δημιουργήθηκαν αυθόρμητα από ανθρώπους που απλά έγραφαν, και κάποιοι άλλοι παρατήρησαν ένα ορισμένο pattern στα γραφόμενά τους και το ονόμασαν «είδος».

Έκτοτε, σταδιακά, επικράτησε μια προσκόλληση στα είδη που δεν είναι και τόσο ωφέλιμη εκτός – ίσως – αν το βλέπεις το θέμα τελείως εμπορικά.

Έχουμε φτάσει στο σημείο η φανταστική λογοτεχνία (και όχι μόνο) να αναπαράγει όμοια πράγματα επειδή οι συγγραφείς σκέφτονται βάσει είδους, αντί απλά να γράφουν ό,τι τους κατεβαίνει στο κεφάλι.

Και ποιος θα το διάβαζε αν έγραφαν ό,τι τους κατέβαινε στο κεφάλι;

Εγώ, μάλλον, που έχω βαρεθεί να διαβάζω πράγματα που μπορώ να εντάξω στις ίδιες και στις ίδιες συνηθισμένες μορφές. Και ίσως και πολλοί άλλοι που επίσης έχουν βαρεθεί.

Νομίζω ότι χρειαζόμαστε – απεγνωσμένα – κάτι να μας αναζωογονήσει. Και, παρότι σήμερα στο Διαδίκτυο κυκλοφορούν πολλά, πολύ δύσκολα μπορείς να ξεχωρίσεις κάτι συναρπαστικό και αληθινά καινούργιο. Και αναρωτιέται γιατί γαμώτο; Γιατί;

 

 

Επίσης . . .

Γιατί Δεν μας Αρέσει η Παράδοσή μας;


Οι συγγραφείς φανταστικής λογοτεχνίας, στην Ελλάδα, έχουν αρκετές φορές κατηγορηθεί από διάφορους ότι δεν τους αρέσει η ελληνική παράδοση, ότι δεν τη χρησιμοποιούν μέσα στις ιστορίες τους αλλά χρησιμοποιούν την «ξένη» παράδοση.

Ή, μάλλον, αυτό είναι αρκετά γενικό· δεν ισχύει για όλους τους συγγραφείς φαντασίας στην Ελλάδα. Υπάρχουν και ορισμένοι που, φανατικά μάλιστα, γράφουν ιστορίες με έντονη βάση στην ελληνική παράδοση. Αλλά το κάνουν μόνο ορισμένοι, και καλό είναι αφού τους αρέσει. Όμως δεν το κάνουν όλοι, και όσοι δεν το κάνουν έχουν συχνά μπει στο στόχαστρο. Έχουν ακουστεί διάφορα άσχημα λόγια, ότι δεν είναι «αρκετά ελληνικά» αυτά που γράφουν, ότι «δεν τους αρέσει η Ελλάδα», ότι «είναι ξενόφερτη η θεματολογία τους», και παρόμοια μαργαριτάρια.

Κάποιοι φαίνεται να νομίζουν ότι, αν είσαι Έλληνας, πρέπει συνέχεια να γράφεις για τον Δία και τον Ηρακλή, για την Ελληνική Επανάσταση, ή για την καταστροφή της Σμύρνης· για τη Χούντα, για τον Εμφύλιο, ή για την Αντίσταση. Οτιδήποτε άλλο απαγορεύεται! Αν είσαι Έλληνας. Αν είσαι ξένος, εντάξει, όλα καλά· γράψε ό,τι γουστάρεις, βρε αδελφέ. Αλλά, αν είσαι Έλληνας, πρέπει να έχεις περιορισμένη θεματολογία. Για κάποιο μυστηριώδη λόγο.

Αυτό, βέβαια, πάει κόντρα στη νοοτροπία της φανταστικής λογοτεχνίας που – όπως το βλέπω εγώ, τουλάχιστον – είναι να εξερευνάς συνεχώς καινούργια πράγματα και καινούργιες ιδέες.

Εννοείται πως είναι προκατειλημμένο και κακόηθες να κατηγορεί κανείς τους συγγραφείς φαντασίας ότι αυτά που γράφουν «δεν είναι αρκετά ελληνικά», όμως κανείς δεν φαίνεται να αναρωτιέται γιατί αυτοί οι συγγραφείς δεν χρησιμοποιούν την ελληνική παράδοση στη λογοτεχνία τους.

[Συνέχισε να διαβάζεις]

 

Επιλογές Ιουλίου (21/7)


αμφιλεγόμενα κινούμενα σχέδια, και The New Northland (του Louis Pope Gratacap – 1915), και Jasmine Becket-Griffith & David Van Gough (παραμυθένια, νεκροσουρεαλιστική τέχνη), και ελληνικοί μύθοι σε ταινίες, και The Cube (του Jim Henson – 1969), και η λεηλασία της επιστημονικής φαντασίας (από τους σύγχρονους τεχνολογικούς γίγαντες), και The Cosmic Dope (φιλμ ΕΦ μικρού μήκους), και Δαιμονικά, Χίμαιρες, & το Γκροτέσκο στη Γαλλική Γοτθική Γλυπτική, και το Ατελιέ Heinrichs & Bachmann (εξώφυλλα για βιβλία φαντασίας: ’60–’80), και Clifford D. Simak (μυθιστορήματα ηρωικής φαντασίας), και Bob Peak (τέχνη από την ταινία Excalibur), και Sweets to the Sweet (ο Robert Bloch στην οθόνη), και Richard Powers (ψυχεδελικοσουρεαλιστική τέχνη εξώφυλλων φαντασίας), και: ακόμα περισσότερα στο LinX...

 

Η Πολιτική της Φανταστικής Λογοτεχνίας


Η φανταστική λογοτεχνία είναι γεμάτη μονάρχες, ευγενείς, και αριστοκρατία. Το ίδιο (παραδόξως;) ισχύει και για την επιστημονική φαντασία (ή, μήπως, θα έπρεπε απλά να την πούμε φαντασία στο διάστημα;), όπως στο Dune του Herbert, ή, για ένα ακόμα πιο παλιό παράδειγμα, όπως στο Princess of Mars και τις συνέχειές του, του Burroughs. Σε όλα αυτά τα βιβλία έχουμε βασιλιάδες και βασίλισσες, πρίγκιπες και πριγκίπισσες, και κάθε είδους τρελό ή ηρωικό αριστοκράτη.

Πολλοί έχουν – εύλογα, ίσως – αναρωτηθεί γιατί. Γιατί, βρε παιδιά, τόση αριστοκρατία στη φανταστική λογοτεχνία; Γιατί ένα τέτοιο ξεπερασμένο πολιτικό σύστημα;

Για το Dune, συγκεκριμένα, είχα διαβάσει κάποιον να σχολιάζει ότι η κοινωνία του είναι «οπισθοδρομική». Και ίσως όντως να είναι... Δηλαδή, αναλογιστείτε: αυτοί οι άνθρωποι ταξιδεύουν στο διάστημα, αλλά ακόμα έχουν δούκες και βαρόνους; Δεν έχουν αντιληφτεί την έννοια της δημοκρατίας; Μαλάκες είναι;

Δε νομίζω, όμως, ότι όσοι σκέφτονται έτσι σκέφτονται σωστά ακριβώς. Η φανταστική λογοτεχνία (περιλαμβάνοντας και αυτή που είναι στο διάστημα, ή σε άλλους πλανήτες) δεν υποτίθεται ότι είναι για να σχολιάσει την κοινωνία, ή για να μεταδώσει κοινωνικές ή πολιτικές αξίες. Ανέκαθεν ο σκοπός της φανταστικής λογοτεχνίας ήταν να μας κάνει να βιώσουμε συναρπαστικές περιπέτειες σε μαγευτικούς κόσμους.

Και δεν μπορείς να το κάνεις αυτό με δημοκρατικό πολίτευμα, ρε άνθρωπε; Γιατί;

[Συνέχισε να διαβάζεις]