Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
18 / 7 / 2020

Γενικά, όπως έχω ξαναγράψει και παλιότερα στα Σκιώδη Παραλειπόμενα, δεν εμπιστεύομαι και τόσο τα στατιστικά του Διαδικτύου. Ωστόσο, κάπου-κάπου κοιτάζω τα στατιστικά για το site μου, και ορισμένες φορές παρατηρώ κάποια αξιοσημείωτα πράγματα (αν υποθέσεις πως οτιδήποτε μπορεί να θεωρηθεί αληθινό). Συνήθως, τα περισσότερα downloads τα έχουν τα τελευταία βιβλία του Θρυμματισμένου Σύμπαντος· αλλά υπάρχουν και μήνες – όπως αυτός, μέχρι στιγμής – που παρατηρώ πολύ μεγάλο αριθμό downloads στα βιβλία του Άρμπεναρκ.

Είναι αξιοσημείωτο. Αυτή η ιστορία ακόμα φαίνεται να αρέσει σε αρκετούς, παρότι την έχω γράψει παλιά. Ήμουν αρκετά μικρός όταν την ξεκίνησα – 17 χρονών αν δεν κάνω λάθος. Δεν είναι ό,τι καλύτερο έχω γράψει. Και, πραγματικά, αν θέλετε να διαβάσετε πιο καλές ιστορίες, διαβάστε αυτές του Θρυμματισμένου Σύμπαντος ή το Παιχνίδι των Ράζλερ. Ωστόσο, γράφοντας την Επιστροφή των Θεών (Άρμπεναρκ), είχα τότε έναν ενθουσιασμό που νομίζω ότι μεταδίδεται.

Ήταν η πρώτη φορά που αισθανόμουν αυτή τη ροή της ιστορίας καθώς την έγραφα. Σε παλιότερες ιστορίες μου δεν το αισθανόμουν αυτό· ή, τουλάχιστον, όχι ακριβώς έτσι. Γράφοντας τον Άρμπεναρκ άρχισα να το αισθάνομαι – κάτι που ξεκινάς, γίνεται ζωντανό, και μετά απλά σε παρασέρνει – και δεν έπαψα να το αισθάνομαι από τότε σε όλα τα υπόλοιπα που έγραψα και γράφω. Για εμένα αυτό είναι το πιο βασικό για να γράψεις μια καλή ιστορία. Γι’αυτό κιόλας δεν χρησιμοποιώ προκαθορισμένα διαγράμματα της πλοκής· δεν με βοηθάνε. Απλά έχω υπόψη μου τη γενική υπόθεση κι αρχίζω να γράφω. Ακολουθώ τη ροή της ιστορίας, η οποία με οδηγεί. Και πρώτη φορά συνέβη, σε τέτοια ένταση, με τον Άρμπεναρκ. Η Επιστροφή των Θεών είναι η πρώτη καλή ιστορία που έχω γράψει.

Αλλά είναι σαφώς χειρότερη από άλλες που έγραψα μετά. Ωστόσο, ακόμα διαβάζεται, ακόμα την κατεβάζουν – δεκάδες downloads. Και με εκπλήσσει.

Ως ιστορία, όμως, και ως γράψιμο, είναι πολύ κατώτερη από τα τελευταία που γράφω. Ο μόνος λόγος για να διαβάσεις Άρμπεναρκ είναι αν θες οπωσδήποτε να διαβάσεις κάτι σε κλασικό fantasy σκηνικό. Αν και όχι με ξωτικά και νάνους – όχι τόσο κλισέ. Είναι, όμως, με αρχαία βασίλεια, κακούς μάγους, μυστηριώδεις δυνάμεις, παράξενα πλάσματα, και τα λοιπά. Και έχει μια τεράστια πλοκή.

Τα τελευταία που γράφω δεν είναι κλασικό fantasy. Ακόμα δεν ξέρω τι ακριβώς είναι, ή πώς να το ονομάσω.

 

 

Επίσης . . .

Γιατί Δεν μας Αρέσει η Παράδοσή μας;


Οι συγγραφείς φανταστικής λογοτεχνίας, στην Ελλάδα, έχουν αρκετές φορές κατηγορηθεί από διάφορους ότι δεν τους αρέσει η ελληνική παράδοση, ότι δεν τη χρησιμοποιούν μέσα στις ιστορίες τους αλλά χρησιμοποιούν την «ξένη» παράδοση.

Ή, μάλλον, αυτό είναι αρκετά γενικό· δεν ισχύει για όλους τους συγγραφείς φαντασίας στην Ελλάδα. Υπάρχουν και ορισμένοι που, φανατικά μάλιστα, γράφουν ιστορίες με έντονη βάση στην ελληνική παράδοση. Αλλά το κάνουν μόνο ορισμένοι, και καλό είναι αφού τους αρέσει. Όμως δεν το κάνουν όλοι, και όσοι δεν το κάνουν έχουν συχνά μπει στο στόχαστρο. Έχουν ακουστεί διάφορα άσχημα λόγια, ότι δεν είναι «αρκετά ελληνικά» αυτά που γράφουν, ότι «δεν τους αρέσει η Ελλάδα», ότι «είναι ξενόφερτη η θεματολογία τους», και παρόμοια μαργαριτάρια.

Κάποιοι φαίνεται να νομίζουν ότι, αν είσαι Έλληνας, πρέπει συνέχεια να γράφεις για τον Δία και τον Ηρακλή, για την Ελληνική Επανάσταση, ή για την καταστροφή της Σμύρνης· για τη Χούντα, για τον Εμφύλιο, ή για την Αντίσταση. Οτιδήποτε άλλο απαγορεύεται! Αν είσαι Έλληνας. Αν είσαι ξένος, εντάξει, όλα καλά· γράψε ό,τι γουστάρεις, βρε αδελφέ. Αλλά, αν είσαι Έλληνας, πρέπει να έχεις περιορισμένη θεματολογία. Για κάποιο μυστηριώδη λόγο.

Αυτό, βέβαια, πάει κόντρα στη νοοτροπία της φανταστικής λογοτεχνίας που – όπως το βλέπω εγώ, τουλάχιστον – είναι να εξερευνάς συνεχώς καινούργια πράγματα και καινούργιες ιδέες.

Εννοείται πως είναι προκατειλημμένο και κακόηθες να κατηγορεί κανείς τους συγγραφείς φαντασίας ότι αυτά που γράφουν «δεν είναι αρκετά ελληνικά», όμως κανείς δεν φαίνεται να αναρωτιέται γιατί αυτοί οι συγγραφείς δεν χρησιμοποιούν την ελληνική παράδοση στη λογοτεχνία τους.

[Συνέχισε να διαβάζεις]

 

Επιλογές Ιουλίου (21/7)


αμφιλεγόμενα κινούμενα σχέδια, και The New Northland (του Louis Pope Gratacap – 1915), και Jasmine Becket-Griffith & David Van Gough (παραμυθένια, νεκροσουρεαλιστική τέχνη), και ελληνικοί μύθοι σε ταινίες, και The Cube (του Jim Henson – 1969), και η λεηλασία της επιστημονικής φαντασίας (από τους σύγχρονους τεχνολογικούς γίγαντες), και The Cosmic Dope (φιλμ ΕΦ μικρού μήκους), και Δαιμονικά, Χίμαιρες, & το Γκροτέσκο στη Γαλλική Γοτθική Γλυπτική, και το Ατελιέ Heinrichs & Bachmann (εξώφυλλα για βιβλία φαντασίας: ’60–’80), και Clifford D. Simak (μυθιστορήματα ηρωικής φαντασίας), και Bob Peak (τέχνη από την ταινία Excalibur), και Sweets to the Sweet (ο Robert Bloch στην οθόνη), και Richard Powers (ψυχεδελικοσουρεαλιστική τέχνη εξώφυλλων φαντασίας), και: ακόμα περισσότερα στο LinX...

 

Η Πολιτική της Φανταστικής Λογοτεχνίας


Η φανταστική λογοτεχνία είναι γεμάτη μονάρχες, ευγενείς, και αριστοκρατία. Το ίδιο (παραδόξως;) ισχύει και για την επιστημονική φαντασία (ή, μήπως, θα έπρεπε απλά να την πούμε φαντασία στο διάστημα;), όπως στο Dune του Herbert, ή, για ένα ακόμα πιο παλιό παράδειγμα, όπως στο Princess of Mars και τις συνέχειές του, του Burroughs. Σε όλα αυτά τα βιβλία έχουμε βασιλιάδες και βασίλισσες, πρίγκιπες και πριγκίπισσες, και κάθε είδους τρελό ή ηρωικό αριστοκράτη.

Πολλοί έχουν – εύλογα, ίσως – αναρωτηθεί γιατί. Γιατί, βρε παιδιά, τόση αριστοκρατία στη φανταστική λογοτεχνία; Γιατί ένα τέτοιο ξεπερασμένο πολιτικό σύστημα;

Για το Dune, συγκεκριμένα, είχα διαβάσει κάποιον να σχολιάζει ότι η κοινωνία του είναι «οπισθοδρομική». Και ίσως όντως να είναι... Δηλαδή, αναλογιστείτε: αυτοί οι άνθρωποι ταξιδεύουν στο διάστημα, αλλά ακόμα έχουν δούκες και βαρόνους; Δεν έχουν αντιληφτεί την έννοια της δημοκρατίας; Μαλάκες είναι;

Δε νομίζω, όμως, ότι όσοι σκέφτονται έτσι σκέφτονται σωστά ακριβώς. Η φανταστική λογοτεχνία (περιλαμβάνοντας και αυτή που είναι στο διάστημα, ή σε άλλους πλανήτες) δεν υποτίθεται ότι είναι για να σχολιάσει την κοινωνία, ή για να μεταδώσει κοινωνικές ή πολιτικές αξίες. Ανέκαθεν ο σκοπός της φανταστικής λογοτεχνίας ήταν να μας κάνει να βιώσουμε συναρπαστικές περιπέτειες σε μαγευτικούς κόσμους.

Και δεν μπορείς να το κάνεις αυτό με δημοκρατικό πολίτευμα, ρε άνθρωπε; Γιατί;

[Συνέχισε να διαβάζεις]