Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
13 / 2 / 2019

Πριν από κάποια χρόνια, σε μια διαφήμιση σε ένα περιοδικό, έγραφαν για ένα βιβλίο ότι έχει πουλήσει 100.000 αντίτυπα στην Ελλάδα. Όχι, δεν κάνω πλάκα. Έγραφαν όντως εκατό χιλιάδες γαμημένα αντίτυπα. Και ήταν ένα μεταφρασμένο βιβλίο φαντασίας. (Περισσότερα δεν λέω, για ευνόητους λόγους. Δεν θέλω κανείς να νομίσει ότι προσπαθώ να δυσφημίσω άτομα ή εκδόσεις. Κι εξάλλου ο σκοπός μου δεν είναι αυτός· είναι απλά να καυτηριάσω νοοτροπίες που θεωρώ τελείως λάθος.)

Εντάξει τώρα. Αν ένα βιβλίο φαντασίας πουλήσει στο εξωτερικό, στη διεθνή αγορά, 100.000 αντίτυπα θεωρείται πως έχει κάνει σοβαρή επιτυχία. Στην Ελλάδα, πολύ απλά, αυτό είναι αδύνατον. Ακόμα κι αν θεωρήσουμε ότι το συγκεκριμένο βιβλίο ήταν ψιλογνωστό, πάλι αποκλείεται να είχε πουλήσει τόσα αντίτυπα. Άντε να είχε πουλήσει καμιά χιλιάδα, ή δύο· αυτό μπορεί και να το δεχτώ. Περισσότερα; Ούτε με σφαίρες.

Αλλά ο Έλληνας που πουλάει αισθάνεται την ανάγκη να δείξει μεγάλο αριθμό για εντυπωσιάσει. Και ο Έλληνας που αγοράζει αισθάνεται (ίσως) την ανάγκη να δει μεγάλο αριθμό για να εντυπωσιαστεί. Εκτός από όσους ξέρουν λίγο τι γίνεται στην Αγορά, οπότε και απλά θα γελάσουν...

Και πάω στοίχημα πως αυτό δεν συμβαίνει μόνο με τα βιβλία φαντασίας. Συμβαίνει με σχεδόν όλα τα βιβλία. Διατυμπανίζουν στα εξώφυλλα το πόσες εκδόσεις έχουν κάνει. Δύο; Τρεις; Χίλιες-γαμημένες-δεκατρείς; Πόσες, ρε μάστορα; Μίλα – πόσες; Όσες πιο πολλές, τόσο το καλύτερο. Όσες πιο πολλές τραβάει να γράψεις προτού σε πάρουν με τις πέτρες για αγύρτη.

Και, δυστυχώς, ο αγοραστής δεν πολυενδιαφέρεται. Το τρώει το ψέμα και συνεχίζει. (Εγώ προσωπικά έκανα πέντε επιπλέον εκδόσεις μες στον προηγούμενο μήνα, σας το είπα; Ελάτε να πάρετε τώρα, ρε, που το τσιμπάνε κι οι άλλοι! Ελάτε!)

(Κατά τα άλλα: ζήτω η Αθήνα η Πρωτεύουσα του Βιβλίου... όπου τα περισσότερα μεγάλα βιβλιοπωλεία έκλεισαν και, κάνοντας μια βόλτα στο Κέντρο, συναντάς δεκάδες στέκια με παλιά βιβλία και όλο bazaar βιβλίου από τις αποθήκες που έχουν αδειάσει. Όχι πως αυτό δεν έχει το γούστο του. Προσωπικά μ'αρέσει. Αλλά δεν είναι και υγιής οικονομική κατάσταση.)

Στη διεθνή Αγορά – παρότι κι αυτοί έχουν ένα σωρό προβλήματα – δεν βλέπεις και τέτοιο καραγκιοζιλίκι. Μπορεί να γράφουν πόσα αντίτυπα έχουν τυπωθεί αλλά κάπου στα πρώτα φύλλα του βιβλίου, στα ψιλά γράμματα. Στα ψιλά γράμματα. Όχι στο εξώφυλλο με γραμματοσειρά 80pt και bold σαν δεύτερος τίτλος.

Αλλά τι να πεις; Ζεις σε μια χώρα που, αντί να ενθαρρύνεται η δημιουργικότητα και να ανταμείβονται αξιοκρατικά οι δημιουργοί, ποντάρουν οι περισσότεροι στον φτηνό εντυπωσιασμό και τα άτομα (;) ανταμείβονται, συνήθως, βάσει όχι του έργου τους αλλά του πόσο καλά τσουτσέκια είναι.

Είναι να απορείς που μας αρέσουν και τόσο τα κοινωνικά δίκτυα στο Ελλάντα ΝΤΟΤ φακ; Άμα μπορείς να πάρεις 50.000 likes με μια απλή κομπίνα, γιατί να μη δείξεις κι εσύ, βρε αδελφέ, πόσο γαμάτος είσαι; Φτηνό και εντυπωσιακό. Χέσε το "πούλησα 10.000 αντίτυπα" (Πόοοσα; Χαχαχαχαχαχαχα...)· πιάσε το "έχω 10.000 likes". Το δεύτερο τσεκάρεται και πιο δύσκολο αν είναι αλήθεια ή ψέμα, αλλά συνήθως είναι ψέμα ούτως ή άλλως, όπως και το 90% όλων των διαφημιστικών πραγμάτων.

Κάποτε, πρέπει να μάθουμε να δίνουμε σημασία στην ουσία και όχι στις μαλακίες.

 

 

Επίσης . . .

Γιατί Δεν μας Αρέσει η Παράδοσή μας;


Οι συγγραφείς φανταστικής λογοτεχνίας, στην Ελλάδα, έχουν αρκετές φορές κατηγορηθεί από διάφορους ότι δεν τους αρέσει η ελληνική παράδοση, ότι δεν τη χρησιμοποιούν μέσα στις ιστορίες τους αλλά χρησιμοποιούν την «ξένη» παράδοση.

Ή, μάλλον, αυτό είναι αρκετά γενικό· δεν ισχύει για όλους τους συγγραφείς φαντασίας στην Ελλάδα. Υπάρχουν και ορισμένοι που, φανατικά μάλιστα, γράφουν ιστορίες με έντονη βάση στην ελληνική παράδοση. Αλλά το κάνουν μόνο ορισμένοι, και καλό είναι αφού τους αρέσει. Όμως δεν το κάνουν όλοι, και όσοι δεν το κάνουν έχουν συχνά μπει στο στόχαστρο. Έχουν ακουστεί διάφορα άσχημα λόγια, ότι δεν είναι «αρκετά ελληνικά» αυτά που γράφουν, ότι «δεν τους αρέσει η Ελλάδα», ότι «είναι ξενόφερτη η θεματολογία τους», και παρόμοια μαργαριτάρια.

Κάποιοι φαίνεται να νομίζουν ότι, αν είσαι Έλληνας, πρέπει συνέχεια να γράφεις για τον Δία και τον Ηρακλή, για την Ελληνική Επανάσταση, ή για την καταστροφή της Σμύρνης· για τη Χούντα, για τον Εμφύλιο, ή για την Αντίσταση. Οτιδήποτε άλλο απαγορεύεται! Αν είσαι Έλληνας. Αν είσαι ξένος, εντάξει, όλα καλά· γράψε ό,τι γουστάρεις, βρε αδελφέ. Αλλά, αν είσαι Έλληνας, πρέπει να έχεις περιορισμένη θεματολογία. Για κάποιο μυστηριώδη λόγο.

Αυτό, βέβαια, πάει κόντρα στη νοοτροπία της φανταστικής λογοτεχνίας που – όπως το βλέπω εγώ, τουλάχιστον – είναι να εξερευνάς συνεχώς καινούργια πράγματα και καινούργιες ιδέες.

Εννοείται πως είναι προκατειλημμένο και κακόηθες να κατηγορεί κανείς τους συγγραφείς φαντασίας ότι αυτά που γράφουν «δεν είναι αρκετά ελληνικά», όμως κανείς δεν φαίνεται να αναρωτιέται γιατί αυτοί οι συγγραφείς δεν χρησιμοποιούν την ελληνική παράδοση στη λογοτεχνία τους.

[Συνέχισε να διαβάζεις]

 

Επιλογές Ιουλίου (21/7)


αμφιλεγόμενα κινούμενα σχέδια, και The New Northland (του Louis Pope Gratacap – 1915), και Jasmine Becket-Griffith & David Van Gough (παραμυθένια, νεκροσουρεαλιστική τέχνη), και ελληνικοί μύθοι σε ταινίες, και The Cube (του Jim Henson – 1969), και η λεηλασία της επιστημονικής φαντασίας (από τους σύγχρονους τεχνολογικούς γίγαντες), και The Cosmic Dope (φιλμ ΕΦ μικρού μήκους), και Δαιμονικά, Χίμαιρες, & το Γκροτέσκο στη Γαλλική Γοτθική Γλυπτική, και το Ατελιέ Heinrichs & Bachmann (εξώφυλλα για βιβλία φαντασίας: ’60–’80), και Clifford D. Simak (μυθιστορήματα ηρωικής φαντασίας), και Bob Peak (τέχνη από την ταινία Excalibur), και Sweets to the Sweet (ο Robert Bloch στην οθόνη), και Richard Powers (ψυχεδελικοσουρεαλιστική τέχνη εξώφυλλων φαντασίας), και: ακόμα περισσότερα στο LinX...

 

Η Πολιτική της Φανταστικής Λογοτεχνίας


Η φανταστική λογοτεχνία είναι γεμάτη μονάρχες, ευγενείς, και αριστοκρατία. Το ίδιο (παραδόξως;) ισχύει και για την επιστημονική φαντασία (ή, μήπως, θα έπρεπε απλά να την πούμε φαντασία στο διάστημα;), όπως στο Dune του Herbert, ή, για ένα ακόμα πιο παλιό παράδειγμα, όπως στο Princess of Mars και τις συνέχειές του, του Burroughs. Σε όλα αυτά τα βιβλία έχουμε βασιλιάδες και βασίλισσες, πρίγκιπες και πριγκίπισσες, και κάθε είδους τρελό ή ηρωικό αριστοκράτη.

Πολλοί έχουν – εύλογα, ίσως – αναρωτηθεί γιατί. Γιατί, βρε παιδιά, τόση αριστοκρατία στη φανταστική λογοτεχνία; Γιατί ένα τέτοιο ξεπερασμένο πολιτικό σύστημα;

Για το Dune, συγκεκριμένα, είχα διαβάσει κάποιον να σχολιάζει ότι η κοινωνία του είναι «οπισθοδρομική». Και ίσως όντως να είναι... Δηλαδή, αναλογιστείτε: αυτοί οι άνθρωποι ταξιδεύουν στο διάστημα, αλλά ακόμα έχουν δούκες και βαρόνους; Δεν έχουν αντιληφτεί την έννοια της δημοκρατίας; Μαλάκες είναι;

Δε νομίζω, όμως, ότι όσοι σκέφτονται έτσι σκέφτονται σωστά ακριβώς. Η φανταστική λογοτεχνία (περιλαμβάνοντας και αυτή που είναι στο διάστημα, ή σε άλλους πλανήτες) δεν υποτίθεται ότι είναι για να σχολιάσει την κοινωνία, ή για να μεταδώσει κοινωνικές ή πολιτικές αξίες. Ανέκαθεν ο σκοπός της φανταστικής λογοτεχνίας ήταν να μας κάνει να βιώσουμε συναρπαστικές περιπέτειες σε μαγευτικούς κόσμους.

Και δεν μπορείς να το κάνεις αυτό με δημοκρατικό πολίτευμα, ρε άνθρωπε; Γιατί;

[Συνέχισε να διαβάζεις]