Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
10 / 9 / 2020

Καρναβαλική μασκοφορία, νησιά της πανούκλας, άγριο σεξ επάνω σε τραπεζάκια εστιατορίου, αστροναύτες που κατέβηκαν σε ελληνικό πλοίο. Διάβασε παρακάτω να τα μάθεις όλα!

 

Αυτό το σλόγκαν είναι καρφωμένο έξω από ένα εστιατόριο-καφετέρια σε επαρχιακό μέρος, και λέει την αλήθεια για τις υφασμάτινες ρεζιλομάσκες με έναν πολύ απλό και αστείο τρόπο. Πραγματικά, αφού περνά αέρας, πιστεύεις ότι δεν περνά ο κορονοϊός; Πιστεύεις ότι περνά ελεγχόμενα; Έστω και λίγος αέρας να περάσει, πάλι θα πάρεις ό,τι είναι μέσα στον αέρα.

Όπως και νάχει, τα μέτρα που έχουν παρθεί με τις μάσκες έχουν καταφανώς προκαλέσει σύγχυση στον κόσμο, αφού δεν ξέρει πια πού μπορεί να έχει έστω κάποιο νόημα να φορέσει μάσκα και πού όχι. Βλέπεις άτομα μέσα στα τρένα, ενώ έχει συνωστισμό, να έχουν κατεβασμένες τις μάσκες ή τις μύτες απέξω... και μετά βλέπεις έναν άνθρωπο μόνο του επάνω σε πατίνι να φορά μάσκα (δεν το λέω για πλάκα· όντως το έχω δει). Ή, ζητάνε στα καράβια να φορά ο κόσμος μάσκα επί 4+ ώρες, πράγμα που είναι τελείως ανθυγιεινό και παράλογο, ειδικά όταν υπάρχει κενό ανάμεσα στους επιβάτες.

Η απόσταση είναι μακράν πιο αποτελεσματική από τη μάσκα, αλλά πολύ σπάνια τηρείται, στα πλοία ή οπουδήποτε αλλού, όπως στις στάσεις των λεωφορείων. Γιατί; Επειδή δεν είναι εφικτό να τηρηθεί. Είναι καθαρά θέμα χώρου. Ό,τι και να λένε πως πρέπει ο καθένας να απέχει από τον άλλο 1,5 μέτρο ή 2 μέτρα, αυτό πολύ απλά δεν γίνεται μέσα στους στενούς διαδρόμους ενός πλοίου κατά την επιβίβαση/αποβίβαση, ή γύρω από μια στάση όπου έχουν συγκεντρωθεί πάνω από 5 άτομα. Αν αυτοί κρατούσαν απόσταση 2 μέτρων, που λένε για τις στάσεις, τότε θα είχαν βγει στον δρόμο ή θα είχαν μπει και στα τριγυρινά χτίρια.

Η απόσταση είναι καλή θεωρία για την αντιμετώπιση μιας επιδημίας. Πρακτικά, όμως, είναι πολύ δύσκολο να εφαρμοστεί.

Οι υφασμάτινες μάσκες είναι της πλάκας και δεν προσφέρουν καμία ουσιαστική προστασία.

Όπως είπε ο Βαρουφάκης πρόσφατα στη Βουλή: Ξέρω τι κάνατε αυτό το καλοκαίρι για την αντιμετώπιση του κορονοϊού: Τίποτα.

Το τραγικό, δε, είναι πως αυτά που έκαναν, όχι μόνο δεν βοήθησαν, αλλά χειροτέρεψαν και την κατάσταση γενικά. (Και μη νομίζετε τώρα ότι κάνω προπαγάνδα υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ· πάω στοίχημα ότι και ο ΣΥΡΙΖΑ παρόμοιες μαλακίες θα είχε κάνει αν ήταν στην εξουσία. Το πρόβλημα είναι ότι οι πολιτικοί μας περιμένουν να πάρουν κατευθυντήριες γραμμές από έξω αντί να παίρνουν τις δικές τους αποφάσεις για τη δική τους χώρα. Ποιος πολιτικός σήμερα, παγκοσμίως, είπε, πριν από μερικούς μήνες, Όχι, στη ΔΙΚΗ ΜΟΥ χώρα δεν κάνω την αυτοκτονική μαλακία του lockdown; Κανένας. Και έκαναν την αυτοκτονική μαλακία του lockdown...)

*

Εκτός των άλλων έτυχε να περάσω και από το «μολυσμένο νησί» της Πάρου αυτές τις μέρες· και όταν είσαι εκεί βλέπεις ότι, καταφανώς, όσα λέγονται εναντίον του νησιού είναι μαλακίες του κερατά. Ακόμα και σε μίνι μάρκετ άμα μπεις σου ζητάνε να φορέσεις μάσκα. Μου σηκώθηκε η τρίχα κάγκελο... Οι υπάλληλοι έχουν προφανώς υποφέρει.

Τα μαγαζιά κλείνουν στις 12 τα μεσάνυχτα και κοντεύουν να χρεοκοπήσουν (όσα δεν έχουν ήδη χρεοκοπήσει). Και μιλάμε τώρα για εστιατόρια και ταβέρνες. Τι κάνουν σε εστιατόρια και ταβέρνες μετά τις 12 που δεν το κάνουν πριν; Πριν, κάθονται στα τραπεζάκια και τρώνε. Μετά, κάθονται στα τραπεζάκια και τρώνε. Πού βλέπεις τη διαφορά, γαμώτο; Τι νομίζουν ότι γίνεται μετά τις 12; ότι παίρνουν όλοι ψυχοτρόπες ουσίες και κάνουν τρελό σεξ επάνω στα τραπεζάκια; Όχι, δεν είμαστε σε τόσο ελεύθερη κοινωνία. Αυτό μπορεί να το διαβάσεις σε κάνα βιβλίο μου· δεν πρόκειται να το δεις να συμβαίνει στην Πάρο, ή σε κανένα άλλο τουριστικό μέρος της Ελλάδας. Οπότε, ουσιαστικά, το μόνο που επιτυγχάνεται με το να κλείνουν τα πάντα στις 12 τα μεσάνυχτα είναι να χρεοκοπείται το μέρος. Εύγε, ρε κερατάδες! Καταπολεμήσατε την πανούκλα του χρήματος...

Η όλη ιστορία άρχισε επειδή τον Αύγουστο είχαν μερικά περισσότερα κρούσματα κορονοϊού στην Πάρο. Ξέρεις, όμως, πόσος κόσμος είχε μαζευτεί τότε στο νησί; 60.000 άνθρωποι. Ήταν δυνατόν να μην είχαμε κανένα κρούσμα; Φυσικά και όχι. Και λίγα είχαμε, βασικά. Αν ήταν να πάρουν κάποια μέτρα, έπρεπε να τα είχαν πάρει τότε, πριν γίνει το κακό. Αλλά αυτοί οι ανώμαλοι πήραν τα μέτρα μετά το κακό. Οπότε, είναι σαν απλά να θέλουν να τιμωρήσουν τους «κακούς» κατοίκους που είναι «ανεύθυνοι» και «άφησαν τον κόσμο να αρρωστήσει»... Μαλακίες.

Αλλά, έτσι κι αλλιώς, ζούμε σ’έναν τρελό και παλαβό κόσμο. Γιατί η περίπτωση με τον κορονοϊό να ήταν τίποτα πιο λογικό;

*

Αξιοσημείωτο επεισόδιο τρελής αστειότητας:

Μέσα σε πλοίο, ξημερώματα, βλέπω να μπαίνει ένα ζευγάρι που και οι δύο πρέπει να ήταν άνω των πενήντα. Φορούσαν μάσκες, γάντια, και ημιδιαφανείς στολές πάνω από τα ρούχα τους σαν αυτές που φοράνε όσοι μπαίνουν σε βιολογικά εργαστήρια. Πλησιάζουν ένα τραπεζάκι, βγάζουν ψεκαστήρες και οι δύο, κι αρχίζουν να ψεκάζουν μανιωδώς το τραπεζάκι και τις καρέκλες για να τα αποστειρώσουν. Μετά κάθομαι ακίνητοι σαν αγάλματα.

Τρίβω τα μάτια μου. Είναι πρωί ακόμα. Πρέπει να ονειρεύομαι... Δεν ονειρευόμουν. Εντάξει, τώρα σε λίγο πρέπει να κατεβούν και τίποτα αστροναύτες. Δεν μπορεί να είναι και πολύ πιο παράλογο από αυτό. Δεν κατέβηκαν αστροναύτες...

Μετά από κάνα δίωρο, το ζευγάρι παραγγέλνει καφέδες και τυρόπιτες, και, με προσοχή βέβαια, αρχίζουν να τρώνε. Και λέω τώρα εγώ: Αν νομίζεις ότι το περιβάλλον είναι τόσο γαμημένα μολυσμένο που πρέπει να είσαι ντυμένος σαν αστροναύτης και να ψεκάζεις τα πάντα γύρω σου, είναι λογικό να τρως εκεί; Αν εγώ θεωρούσα ένα περιβάλλον τόσο μολυσμένο, το σίγουρο είναι ότι δεν θα έτρωγα εκεί τίποτα που δεν είχα φέρει εγώ ο ίδιος μαζί μου.

 

 

Επίσης . . .

Γιατί Δεν μας Αρέσει η Παράδοσή μας;


Οι συγγραφείς φανταστικής λογοτεχνίας, στην Ελλάδα, έχουν αρκετές φορές κατηγορηθεί από διάφορους ότι δεν τους αρέσει η ελληνική παράδοση, ότι δεν τη χρησιμοποιούν μέσα στις ιστορίες τους αλλά χρησιμοποιούν την «ξένη» παράδοση.

Ή, μάλλον, αυτό είναι αρκετά γενικό· δεν ισχύει για όλους τους συγγραφείς φαντασίας στην Ελλάδα. Υπάρχουν και ορισμένοι που, φανατικά μάλιστα, γράφουν ιστορίες με έντονη βάση στην ελληνική παράδοση. Αλλά το κάνουν μόνο ορισμένοι, και καλό είναι αφού τους αρέσει. Όμως δεν το κάνουν όλοι, και όσοι δεν το κάνουν έχουν συχνά μπει στο στόχαστρο. Έχουν ακουστεί διάφορα άσχημα λόγια, ότι δεν είναι «αρκετά ελληνικά» αυτά που γράφουν, ότι «δεν τους αρέσει η Ελλάδα», ότι «είναι ξενόφερτη η θεματολογία τους», και παρόμοια μαργαριτάρια.

Κάποιοι φαίνεται να νομίζουν ότι, αν είσαι Έλληνας, πρέπει συνέχεια να γράφεις για τον Δία και τον Ηρακλή, για την Ελληνική Επανάσταση, ή για την καταστροφή της Σμύρνης· για τη Χούντα, για τον Εμφύλιο, ή για την Αντίσταση. Οτιδήποτε άλλο απαγορεύεται! Αν είσαι Έλληνας. Αν είσαι ξένος, εντάξει, όλα καλά· γράψε ό,τι γουστάρεις, βρε αδελφέ. Αλλά, αν είσαι Έλληνας, πρέπει να έχεις περιορισμένη θεματολογία. Για κάποιο μυστηριώδη λόγο.

Αυτό, βέβαια, πάει κόντρα στη νοοτροπία της φανταστικής λογοτεχνίας που – όπως το βλέπω εγώ, τουλάχιστον – είναι να εξερευνάς συνεχώς καινούργια πράγματα και καινούργιες ιδέες.

Εννοείται πως είναι προκατειλημμένο και κακόηθες να κατηγορεί κανείς τους συγγραφείς φαντασίας ότι αυτά που γράφουν «δεν είναι αρκετά ελληνικά», όμως κανείς δεν φαίνεται να αναρωτιέται γιατί αυτοί οι συγγραφείς δεν χρησιμοποιούν την ελληνική παράδοση στη λογοτεχνία τους.

[Συνέχισε να διαβάζεις]

 

Επιλογές Ιουλίου (21/7)


αμφιλεγόμενα κινούμενα σχέδια, και The New Northland (του Louis Pope Gratacap – 1915), και Jasmine Becket-Griffith & David Van Gough (παραμυθένια, νεκροσουρεαλιστική τέχνη), και ελληνικοί μύθοι σε ταινίες, και The Cube (του Jim Henson – 1969), και η λεηλασία της επιστημονικής φαντασίας (από τους σύγχρονους τεχνολογικούς γίγαντες), και The Cosmic Dope (φιλμ ΕΦ μικρού μήκους), και Δαιμονικά, Χίμαιρες, & το Γκροτέσκο στη Γαλλική Γοτθική Γλυπτική, και το Ατελιέ Heinrichs & Bachmann (εξώφυλλα για βιβλία φαντασίας: ’60–’80), και Clifford D. Simak (μυθιστορήματα ηρωικής φαντασίας), και Bob Peak (τέχνη από την ταινία Excalibur), και Sweets to the Sweet (ο Robert Bloch στην οθόνη), και Richard Powers (ψυχεδελικοσουρεαλιστική τέχνη εξώφυλλων φαντασίας), και: ακόμα περισσότερα στο LinX...

 

Η Πολιτική της Φανταστικής Λογοτεχνίας


Η φανταστική λογοτεχνία είναι γεμάτη μονάρχες, ευγενείς, και αριστοκρατία. Το ίδιο (παραδόξως;) ισχύει και για την επιστημονική φαντασία (ή, μήπως, θα έπρεπε απλά να την πούμε φαντασία στο διάστημα;), όπως στο Dune του Herbert, ή, για ένα ακόμα πιο παλιό παράδειγμα, όπως στο Princess of Mars και τις συνέχειές του, του Burroughs. Σε όλα αυτά τα βιβλία έχουμε βασιλιάδες και βασίλισσες, πρίγκιπες και πριγκίπισσες, και κάθε είδους τρελό ή ηρωικό αριστοκράτη.

Πολλοί έχουν – εύλογα, ίσως – αναρωτηθεί γιατί. Γιατί, βρε παιδιά, τόση αριστοκρατία στη φανταστική λογοτεχνία; Γιατί ένα τέτοιο ξεπερασμένο πολιτικό σύστημα;

Για το Dune, συγκεκριμένα, είχα διαβάσει κάποιον να σχολιάζει ότι η κοινωνία του είναι «οπισθοδρομική». Και ίσως όντως να είναι... Δηλαδή, αναλογιστείτε: αυτοί οι άνθρωποι ταξιδεύουν στο διάστημα, αλλά ακόμα έχουν δούκες και βαρόνους; Δεν έχουν αντιληφτεί την έννοια της δημοκρατίας; Μαλάκες είναι;

Δε νομίζω, όμως, ότι όσοι σκέφτονται έτσι σκέφτονται σωστά ακριβώς. Η φανταστική λογοτεχνία (περιλαμβάνοντας και αυτή που είναι στο διάστημα, ή σε άλλους πλανήτες) δεν υποτίθεται ότι είναι για να σχολιάσει την κοινωνία, ή για να μεταδώσει κοινωνικές ή πολιτικές αξίες. Ανέκαθεν ο σκοπός της φανταστικής λογοτεχνίας ήταν να μας κάνει να βιώσουμε συναρπαστικές περιπέτειες σε μαγευτικούς κόσμους.

Και δεν μπορείς να το κάνεις αυτό με δημοκρατικό πολίτευμα, ρε άνθρωπε; Γιατί;

[Συνέχισε να διαβάζεις]