Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
8 / 4 / 2023

Έβλεπα αυτό εδώ το βίντεο για την τέχνη και την τεχνητή νοημοσύνη – για το πώς, δηλαδή, μπορεί η ΤΝ να δημιουργήσει τέχνη και αν αυτό αποτελεί κλοπή από ανθρώπους δημιουργούς. Έχει ενδιαφέρον. Αλλά και γενικά τελευταία γίνεται κουβέντα για την ΤΝ, και ορισμένα πράγματα που λέγονται και που πιστεύει ο κόσμος, ή που (εσκεμμένα ίσως) διαδίδονται, νομίζω πως βρίσκονται στα όρια του μύθου – αστικού ή μη.

Παλιότερα, κι εγώ μπορεί να πίστευα πολλά από αυτά. Ίσως να τα θεωρούσα ακραία αλλά όχι και τελείως απίθανα. Όπως, για παράδειγμα, ότι μπορεί να γίνει «επανάσταση των ρομπότ» τύπου Terminator και άλλα τέτοια.

Σήμερα πλέον δεν μπορώ να τα πιστέψω, όχι επειδή έχω γεράσει, αλλά επειδή τα τελευταία χρόνια έχω ασχοληθεί με προγραμματισμό. Παλιότερα, είχα ασχοληθεί μόνο με δύο απλές γλώσσες, HTML και CSS, που είναι, κυρίως, για να φτιάχνεις website, και πολύ λίγο με την PHP που υποβοηθά σε αυτή τη διαδικασία. Τα τελευταία χρόνια, όμως, έχω ασχοληθεί πολύ περισσότερο με γλώσσες προγραμματισμού (και, για τις προσωπικές μου καθημερινές ανάγκες, έχω κολλήσει με την καταπληκτική AutoHotKey)· έχω, μάλιστα, γράψει κάποια προγράμματα τα οποία χρησιμοποιώ καθημερινά και αναρωτιέμαι πώς πριν μπορούσα να ζω χωρίς αυτά. Με εξυπηρετούν πάρα πολύ. (Έχω γράψει δύο προγράμματα ακόμα και για το smart phone μου γιατί δεν είχε κάποιες απλές λειτουργίες που θα ήθελα να έχει.)

Όταν έχεις ασχοληθεί με προγραμματισμό, αρχίζεις να έχεις άλλη αντίληψη για αυτά τα «μαγικά» μηχανήματα που χρησιμοποιούμε καθημερινά. Αν έχεις ένα θέμα που θέλεις κάπως να λύσεις, δεν αρχίζεις να ψάχνεις στο διαδίκτυο για κάποιο πρόγραμμα που να σου το λύνει· γράφεις το δικό σου πρόγραμμα, αν αυτό δεν είναι και τόσο μεγάλος μπελάς. Αρχίζεις να καταλάβεις τι μπορεί να κάνει το μηχάνημα για εσένα συγκεκριμένα. Βλέπεις πώς λειτουργούν τα πράγματα «από πίσω»· δεν πατάς κουμπάκια απλώς.

Καταλαβαίνεις και τι είναι η τεχνητή νοημοσύνη.

Κι εγώ μπορώ να φτιάξω μια ΤΝ· μη νομίζετε ότι είναι κάτι το σπουδαίο. Απλώς, αποκεί και πέρα, όσο περισσότερο χρόνο αφιερώνεις στον προγραμματισμό της ΤΝ τόσο πιο πολυσύνθετη γίνεται και τόσο πιο «αληθινή» μοιάζει.

Μπορώ, για παράδειγμα, πολύ εύκολα να φτιάξω ένα πρόγραμμα που όταν του γράφεις «γάτα» ή «γάτος» ή «γάτες», διαλέγει μια τυχαία εικόνα (από ένα φάκελο γεμάτο με εικόνες με γάτες) και σου την παρουσιάζει. Σου μοιάζει σαν να απαντά σε κάτι που του λες, αλλά είναι απλώς προγραμματισμένο να το κάνει. Και είναι ένα πολύ απλό, απλούστατο πρόγραμμα.

Μπορείς να το κάνεις πιο πολύπλοκο, βάζοντας κι άλλων ειδών εικόνες, όπως ρινόκερος, αυτοκίνητο, μοτοσικλέτα, αεροπλάνο, ρομπότ, δάσος... Κι όταν του γράφεις κάποιες λέξεις που παραπέμπουν σε αυτά, το πρόγραμμα – η τεχνητή νοημοσύνη μας – σου πετά μια τυχαία εικόνα που αντιστοιχεί στη λέξη. Όλα αυτά, βέβαια, ο προγραμματιστής πρέπει να τα έχει ορίσει. Αλλά γίνεται. Και εύκολα, μάλιστα.

Το ένα βήμα πιο δύσκολο είναι να συνδυάζει τις εικόνες: πχ, να του γράφεις «ρινόκερος ρομπότ» και να συνδυάζει μία τυχαία εικόνα ρινόκερου με μία τυχαία εικόνα ρομπότ. Αυτό χρειάζεται να τρέξει ένα άλλο πρόγραμμα επεξεργασίας εικόνων από πίσω, βασισμένο σε κάποιες παραμέτρους που έχει θέσει ο προγραμματιστής. Οι παράμετροι μπορεί να βγαίνουν τυχαία, ή και να βασίζονται λίγο στις λέξεις που έχει γράψει ο χρήστης – πχ, αν έχει γράψει «μεγάλος ρινόκερος ρομπότ» μπορεί να κάνει μεγέθυνση της εικόνας. Το αποτέλεσμα θα φαίνεται τυχαίο, και άρα ζωντανό. Αυτή η ΤΝ για να φτιαχτεί θέλει πολλές ώρες· δεν γίνεται μέσα σε μισή ώρα ή μια, δυο ώρες. Αλλά γίνεται. Μπορεί να σου μοιάζει σαν κάτι το ζωντανό, αλλά είναι απλά κάτι που ακολουθεί συγκεκριμένες εντολές.

Η ΤΝ δεν έχει φαντασία, δεν έχει λογική, δεν έχει καπρίτσια. Είναι απλώς ένα πρόγραμμα. Δεν μπορείς να την τσαντίσεις και να σε βρίσει. Δεν πρόκειται να παρουσιάσει κάτι που δεν είναι μέσα στο πρόγραμμά της.

Κι αυτό που λένε, ότι η ΤΝ «μαθαίνει», σχετικό είναι. Σημαίνει ότι είναι προγραμματισμένη να αντλεί κι άλλες εικόνες (από το διαδίκτυο, προφανώς) σαν να χρησιμοποιείς μια μηχανή αναζήτησης· ή σημαίνει ότι αποθηκεύει τις πιο συχνές εντολές του χρήστη και, βάσει κάποιου αλγορίθμου, αλλοιώνει ανάλογα τα αποτελέσματα.

Όλα αυτά είναι επίσης προγραμματισμένα. Η ΤΝ δεν έχει φαντασία, δεν είναι έξυπνη, δεν έχει συναισθήματα ή πάθη.

Σίγουρα μπορεί να είναι χρήσιμη, και μπορεί να έχει πολύ πλάκα να παίζεις μαζί της. Όμως δεν πρόκειται να κάνει επανάσταση εναντίον σου – εκτός αν την έχεις προγραμματίσει να το κάνει. Συνήθως, είναι φίλος σου, βοηθός σου. Ένα ρομποτάκι που το έχεις στο πλευρό σου. Αλλά, και πάλι, μη φανταστείς ότι ποτέ θα είναι κάτι όπως ο R2D2 από το Star Wars, ή ο C3P0 (αν τον γράφω σωστά). Αυτά τα ρομπότ είναι επιστημονική φαντασία με όλη τη σημασία της έννοιας. Ή, μάλλον, είναι πιο πολύ φαντασία παρά επιστημονική. Είναι σαν να βάζεις τα ζώα να μιλάνε. Τέτοια πράγματα υπάρχουν μόνο στα παραμύθια. Στην πραγματικότητα δεν μπορούν να γίνουν για τον ίδιο λόγο που δεν μπορείς να αποθηκεύσεις την προσωπικότητα ενός ανθρώπου μέσα σε ένα flash disk και να τη μεταφέρεις στο κεφάλι ενός κλώνου. Δεν γίνεται αυτό το πράγμα. Η προσωπικότητα του ανθρώπου δεν είναι απλώς μερικά δεδομένα που αποθηκεύονται σ’ένα σκληρό δίσκο. Κανείς δεν ξέρει τι ακριβώς είναι. Κι αν ποτέ υπάρξει τεχνολογία για να γίνονται τέτοια πράγματα, είμαι σίγουρος ότι θα είναι πολύ διαφορετική από ετούτη εδώ. Θα είναι, ας πούμε, σαν αυτή που... χρησιμοποιεί τώρα ο Θεός (ή ο όποιος «Θεός») για να υπάρχουμε. Άλλωστε, σωματικά τουλάχιστον, δεν είμαστε βιολογικά ρομπότ;

 

 

Επίσης . . .

Γιατί Δεν μας Αρέσει η Παράδοσή μας;


Οι συγγραφείς φανταστικής λογοτεχνίας, στην Ελλάδα, έχουν αρκετές φορές κατηγορηθεί από διάφορους ότι δεν τους αρέσει η ελληνική παράδοση, ότι δεν τη χρησιμοποιούν μέσα στις ιστορίες τους αλλά χρησιμοποιούν την «ξένη» παράδοση.

Ή, μάλλον, αυτό είναι αρκετά γενικό· δεν ισχύει για όλους τους συγγραφείς φαντασίας στην Ελλάδα. Υπάρχουν και ορισμένοι που, φανατικά μάλιστα, γράφουν ιστορίες με έντονη βάση στην ελληνική παράδοση. Αλλά το κάνουν μόνο ορισμένοι, και καλό είναι αφού τους αρέσει. Όμως δεν το κάνουν όλοι, και όσοι δεν το κάνουν έχουν συχνά μπει στο στόχαστρο. Έχουν ακουστεί διάφορα άσχημα λόγια, ότι δεν είναι «αρκετά ελληνικά» αυτά που γράφουν, ότι «δεν τους αρέσει η Ελλάδα», ότι «είναι ξενόφερτη η θεματολογία τους», και παρόμοια μαργαριτάρια.

Κάποιοι φαίνεται να νομίζουν ότι, αν είσαι Έλληνας, πρέπει συνέχεια να γράφεις για τον Δία και τον Ηρακλή, για την Ελληνική Επανάσταση, ή για την καταστροφή της Σμύρνης· για τη Χούντα, για τον Εμφύλιο, ή για την Αντίσταση. Οτιδήποτε άλλο απαγορεύεται! Αν είσαι Έλληνας. Αν είσαι ξένος, εντάξει, όλα καλά· γράψε ό,τι γουστάρεις, βρε αδελφέ. Αλλά, αν είσαι Έλληνας, πρέπει να έχεις περιορισμένη θεματολογία. Για κάποιο μυστηριώδη λόγο.

Αυτό, βέβαια, πάει κόντρα στη νοοτροπία της φανταστικής λογοτεχνίας που – όπως το βλέπω εγώ, τουλάχιστον – είναι να εξερευνάς συνεχώς καινούργια πράγματα και καινούργιες ιδέες.

Εννοείται πως είναι προκατειλημμένο και κακόηθες να κατηγορεί κανείς τους συγγραφείς φαντασίας ότι αυτά που γράφουν «δεν είναι αρκετά ελληνικά», όμως κανείς δεν φαίνεται να αναρωτιέται γιατί αυτοί οι συγγραφείς δεν χρησιμοποιούν την ελληνική παράδοση στη λογοτεχνία τους.

[Συνέχισε να διαβάζεις]

 

Επιλογές Ιουλίου (21/7)


αμφιλεγόμενα κινούμενα σχέδια, και The New Northland (του Louis Pope Gratacap – 1915), και Jasmine Becket-Griffith & David Van Gough (παραμυθένια, νεκροσουρεαλιστική τέχνη), και ελληνικοί μύθοι σε ταινίες, και The Cube (του Jim Henson – 1969), και η λεηλασία της επιστημονικής φαντασίας (από τους σύγχρονους τεχνολογικούς γίγαντες), και The Cosmic Dope (φιλμ ΕΦ μικρού μήκους), και Δαιμονικά, Χίμαιρες, & το Γκροτέσκο στη Γαλλική Γοτθική Γλυπτική, και το Ατελιέ Heinrichs & Bachmann (εξώφυλλα για βιβλία φαντασίας: ’60–’80), και Clifford D. Simak (μυθιστορήματα ηρωικής φαντασίας), και Bob Peak (τέχνη από την ταινία Excalibur), και Sweets to the Sweet (ο Robert Bloch στην οθόνη), και Richard Powers (ψυχεδελικοσουρεαλιστική τέχνη εξώφυλλων φαντασίας), και: ακόμα περισσότερα στο LinX...

 

Η Πολιτική της Φανταστικής Λογοτεχνίας


Η φανταστική λογοτεχνία είναι γεμάτη μονάρχες, ευγενείς, και αριστοκρατία. Το ίδιο (παραδόξως;) ισχύει και για την επιστημονική φαντασία (ή, μήπως, θα έπρεπε απλά να την πούμε φαντασία στο διάστημα;), όπως στο Dune του Herbert, ή, για ένα ακόμα πιο παλιό παράδειγμα, όπως στο Princess of Mars και τις συνέχειές του, του Burroughs. Σε όλα αυτά τα βιβλία έχουμε βασιλιάδες και βασίλισσες, πρίγκιπες και πριγκίπισσες, και κάθε είδους τρελό ή ηρωικό αριστοκράτη.

Πολλοί έχουν – εύλογα, ίσως – αναρωτηθεί γιατί. Γιατί, βρε παιδιά, τόση αριστοκρατία στη φανταστική λογοτεχνία; Γιατί ένα τέτοιο ξεπερασμένο πολιτικό σύστημα;

Για το Dune, συγκεκριμένα, είχα διαβάσει κάποιον να σχολιάζει ότι η κοινωνία του είναι «οπισθοδρομική». Και ίσως όντως να είναι... Δηλαδή, αναλογιστείτε: αυτοί οι άνθρωποι ταξιδεύουν στο διάστημα, αλλά ακόμα έχουν δούκες και βαρόνους; Δεν έχουν αντιληφτεί την έννοια της δημοκρατίας; Μαλάκες είναι;

Δε νομίζω, όμως, ότι όσοι σκέφτονται έτσι σκέφτονται σωστά ακριβώς. Η φανταστική λογοτεχνία (περιλαμβάνοντας και αυτή που είναι στο διάστημα, ή σε άλλους πλανήτες) δεν υποτίθεται ότι είναι για να σχολιάσει την κοινωνία, ή για να μεταδώσει κοινωνικές ή πολιτικές αξίες. Ανέκαθεν ο σκοπός της φανταστικής λογοτεχνίας ήταν να μας κάνει να βιώσουμε συναρπαστικές περιπέτειες σε μαγευτικούς κόσμους.

Και δεν μπορείς να το κάνεις αυτό με δημοκρατικό πολίτευμα, ρε άνθρωπε; Γιατί;

[Συνέχισε να διαβάζεις]