Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
21 / 1 / 2023

Τις προάλλες έλεγα για αυτό το θέμα-χάλι με τους συγγραφείς στην Ελλάδα, και έλεγα και ότι, όπως όλοι ξέρουν, οι αναγνώστες είναι ελάχιστοι, δυσανάλογοι ως προς τα βιβλία που κυκλοφορούν (κουτσά-στραβά όπως κυκλοφορούν). Και προς το τέλος έκανα και μια γρήγορη αναφορά στα ηλεκτρονικά βιβλία: ότι φαίνεται πως στην Ελλάδα ακόμα πιο λίγοι διαβάζουν ηλεκτρονικά βιβλία και χρησιμοποιούν συσκευές ανάγνωσης.

Παραδόξως – οι πάντες (ακόμα και κάτι άτομα άνω των 70) βλέπεις να είναι με smartphone στο χέρι!

Αυτή η έλλειψη ενδιαφέροντος προς τα ηλεκτρονικά βιβλία, για εμένα είναι τελείως παράλογη και νομίζω πως δείχνει δύο πράγματα.

Πρώτον, ότι ίσως να έχει γίνει κάποιο εσκεμμένο σαμποτάζ των ηλεκτρονικών βιβλίων από τους μεγαλοεκδότες (γιατί τα χάρτινα βιβλία τούς συμφέρουν καλύτερα) και άλλους που νομίζουν ότι το χάρτινο βιβλίο είναι το «κανονικό» βιβλίο. Αυτό φαίνεται και από το γεγονός ότι, μέσω πολλών διαύλων, τα ηλεκτρονικά βιβλία (ειδικώς τα δωρεάν) δεν προωθούνται ενώ τα χάρτινα προωθούνται κατά κόρον (και παρ’όλ’ αυτά, αμφίβολη είναι η κίνηση που έχουν).

Δεύτερον, η έλλειψη ενδιαφέροντος προς τα ηλεκτρονικά βιβλία δείχνει περίτρανα το πόσο τραγικά λίγοι είναι τελικά οι άνθρωποι που όντως ενδιαφέρονται να διαβάσουν.

Ο άνθρωπος που δεν ενδιαφέρεται πραγματικά να διαβάσει θα πάρει ένα χάρτινο βιβλίο και θα το λιβανίζει μισό χρόνο, αν όχι έναν χρόνο ολόκληρο, και στοίχημα είναι αν θα το τελειώσει. Άντε να διαβάσει δύο ή τρία βιβλία, το πολύ. Δεν είναι, ουσιαστικά, αναγνώστης. Είναι casual αναγνώστης. Το κάνει για πλάκα, όπως εγώ μπορεί να καπνίσω κάνα πούρο αλλά γενικά δεν καπνίζω πούρα.

Αυτός ο αναγνώστης συνυπολογίζεται στις μελέτες για αναγνώστες στην Ελλάδα.

Αλλά δεν είναι ο πραγματικός αναγνώστης. Δεν είναι ο φανατικός που διαβάζει συστηματικά λογοτεχνία. Αυτός ο άνθρωπος (και δεν τον κατηγορούμε, απλώς λέω ότι υπάρχει) δεν θα αγοράσει συσκευή για να διαβάζει ηλεκτρονικά βιβλία, ούτε θα αναζητήσει ηλεκτρονικά βιβλία, γιατί δεν τον ενδιαφέρει, αφού διαβάζει ελάχιστα.

Τα ηλεκτρονικά βιβλία ενδιαφέρουν περισσότερο αυτούς που διαβάζουν και περισσότερο. Είναι διευκόλυνση. Και είναι και πιο φτηνά (ή θα έπρεπε να είναι – αλλιώς είναι εκμετάλλευση), ή ακόμα και δωρεάν. Τα βρίσκεις εύκολα, τα βάζεις μέσα σε μια συσκευή, και διαβάζεις με την άνεσή σου, όπου και όπως θέλεις.

Το γεγονός ότι στην Ελλάδα δεν ενδιαφέρονται για τα ηλεκτρονικά βιβλία δείχνει ότι δεν ενδιαφέρονται για τα βιβλία γενικά. Διαφορετικά, με τέτοια κρίση στην οικονομία (εκτός των άλλων), μόνο ηλεκτρονικά βιβλία θα έπρεπε να διαβάζουν.

(Προσωπικά τα προτιμώ γιατί είναι πολύ πιο άνετα στο χέρι και εύκολο να βρεις εκείνο που θέλεις όταν το θέλεις. Και δεν πιάνουν και χώρο στην ήδη παραφορτωμένη βιβλιοθήκη μου. Και, ναι, εντάξει, μετράει και το ότι δεν χρειάζεται να πληρώνεις 15 ευρώ για ένα βιβλίο που ίσως και να μη σου αρέσει τελικά.)

 

 

Επίσης . . .

Περί Γραφής: Τελεία και ΟΧΙ Παύλα, Ξανά


Αυτό το άρθρο είναι συνέχεια του προηγούμενου: Τελεία και ΟΧΙ Παύλα. Εν μέρει, μου έδωσε έμπνευση να το γράψω κάποιος που ανέφερε κάτι σε ένα από τα σόσιαλ μύδια. Και λέω εν μέρει γιατί δεν χρειάζομαι ποτέ και πολλή έμπνευση για να γράψω για τη στίξη. Έχω μια σχέση αγάπης-μίσους μαζί της. Ξεκίνησα να γράφω ως τελείως άσχετος με τη στίξη, μην έχοντας ιδέα ποια θα μπορούσε ποτέ να ήταν η χρήση της άνω τελείας: ίσως ακόμα και του κόμματος. Έφτασα σε σημείο να νομίζω ότι έβαζα σωστά τη στίξη, αλλά απλά το νόμιζα μόνο. Και κατέληξα να συμπεράνω πόσο ανόητος είσαι όταν νομίζεις ότι «ξέρεις» τη χρήση της στίξης, και πόσο υποκειμενική μπορεί να είναι η στίξη. Αλλά όχι και στα πάντα. Υπάρχουν κι ορισμένα σταθερά πράγματα. Και υπάρχει και μια κάποια... αισθητική. Ναι, αισθητική.

Έτσι, γράφουμε τώρα συνέχεια του προηγούμενου άρθρου γιατί, πολύ απλά, το θεωρώ ενδιαφέρον να γράψω συνέχεια. Και έχει νόημα. Ακολουθήστε με...

Σχετικά με την παύλα μπορεί να υπάρξει ένα ερώτημα: Γιατί να μην κολλά επάνω στις λέξεις; Να, για παράδειγμα, δες τι γίνεται με όλα τα άλλα σημεία στίξης: κολλάνε επάνω στις λέξεις. Η παύλα γιατί να μην κολλά; Στο πηγάδι κατούρησε;

Το θέμα είναι το εξής: όλα τα άλλα σημεία στίξης (εκτός, ίσως, από το θαυμαστικό) είναι αρκετά παλιά. Η παύλα – εκτός αν κάνω τρομερό λάθος – είναι πιο πρόσφατη. Δεν υπήρχε παλιά. Και, παρότι ουσιαστικά συντακτικό σημείο στίξης (όχι σχολιαστικό, όπως το θαυμαστικό), είναι κάπως ιδιαίτερο, και έχει κατά καιρούς χρησιμοποιηθεί με διάφορους τρόπους. Ακόμα και σαν να ήταν σχολιαστικό!

Η παύλα, σε κάποια κείμενα, μπορεί να βρεθεί να αντικαθιστά μέχρι και την τελεία, ή μπορεί να μπαίνει και μαζί με την τελεία. Ή όπου αλλού μπορείς να διανοηθείς. Πολλοί πιστεύουν, δε, ότι χρησιμοποιείται απλώς για να τονίσει την επόμενη λέξη, ή φράση: ή τη λέξη, ή φράση, που κλείνεται ανάμεσα στις παύλες.

Επικρατεί μια σύγχυση.

Αλλά, στην πραγματικότητα, σύγχυση δεν υφίσταται. Είναι συντακτικό σημείο στίξης, ουσιαστικά, όχι σχολιαστικό.

Όλα τα άλλα σημεία στίξης κολλάνε επάνω στις λέξεις, ναι. Αλλά κολλάνε ανεξαιρέτως (πλην της παρένθεσης) στο τέλος της λέξης, ποτέ στην αρχή. Κόμμα, τελεία, άνω τελεία, ερωτηματικό, θαυμαστικό... τα έχετε δει ποτέ στην αρχή; Πάντα στο τέλος κολλάνε.

Και ρωτάω τώρα: Η παύλα πού κολλάει; Στην αρχή, ή στο τέλος;

[Συνέχισε να διαβάζεις]

 

Επιλογές Οκτωβρίου (21/10)


Sanjulián (τέχνη) & Rudolf Kalvach (παράξενες κάρτες – 1907) & Hannah Flowers (τέχνη) & Το σπίτι που εξαφανίστηκε & Michael Kaluta (τέχνη) & Οι εικονογράφοι του Poe & Η γηραιότερη χελώνα της γης (αθάνατη;) & 221 Camera Obscuras & Infinite Jungle (στον browser σας) & Robin F. Williams (τέχνη) & Rottweilin (τέχνη) & Στα ίχνη των Shonokin (του Manly Wade Wellman) & Κόμιξ με τον Elric (1970) & περισσότερα στο LinX

 

Περί Γραφής: Τελεία και ΟΧΙ παύλα


Σε ελληνικά κείμενα (λογοτεχνικά και μη) είναι αρκετά συχνό να συναντήσουμε το εξής συντακτικό φαινόμενο το οποίο θα δείξω με ένα απλό παράδειγμα γιατί έτσι είναι πολύ πιο εύκολο:

Οι καβαλάρηδες έρχονταν μέσα από το λιόγερμα, πάνω από τους λόφους –μια ντουζίνα φιγούρες σε ψηλά άλογα, γκρίζα και λευκά, με μανδύες να τινάζονται πίσω τους–, αλλά δεν είχαν προσέξει ότι στο κατόπι τους ήταν τέσσερις απειλητικές κατάμαυρες σκιές...

Αυτό το κείμενο μοιάζει καλό, γενικά· και είναι, ουσιαστικά. Αλλά προσέξτε πώς χρησιμοποιούνται οι παύλες. Σαν παρενθέσεις! Η πρώτη παύλα κολλάει επάνω στο μια και η δεύτερη (που κλείνει την παρένθεση) κολλάει επάνω στο τους· και μετά απ’αυτή τη δεύτερη παύλα έρχεται κι ένα κόμμα.

Εδώ το πρόβλημα είναι διπλό.

Πρόβλημα πρώτο: Γιατί οι παύλες να κολλάνε επάνω στις λέξεις σαν να είναι παρενθέσεις; Η παύλα δεν είναι παρένθεση· είναι τελείως διαφορετικό σημείο στίξης.

Πρόβλημα δεύτερο: Τι δουλειά έχει το κόμμα μετά την παύλα; Δεν έχει καμία δουλειά εκεί· η παύλα, κανονικά, το αντικαθιστά. Δεν είναι παρένθεση.

[Συνέχισε να διαβάζεις]