Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
16 / 3 / 2026

Είμαι τώρα σε περίοδο γενικών διορθώσεων – δηλαδή, διορθώνω βιβλίο από την αρχή. Αυτές οι διορθώσεις, οι δεύτερες, είναι πάντα οι λιγότερο σημαντικές – γιατί τα βασικά λάθη έχουν ήδη διορθωθεί σταδιακά καθώς γράφω – αλλά και οι πιο δύσκολες, γιατί είναι πραγματικά κουραστική η εστίαση της προσοχής επάνω σε λογοτεχνικές προτάσεις επί πολλές ώρες. Και υποχρεωτικά είναι πολλές οι ώρες γιατί τα βιβλία μου είναι συνήθως μεγάλα και θέλω να τα διορθώσω μέσα στο μήνα (παλιότερα, πιο γρήγορα· αλλά πλέον, στα γεράματα, έχω κι άλλες υποχρεώσεις, δυστυχώς, που πρέπει να αναλαμβάνω μέσα στην ημέρα).

Και πάντα – πάντα – πέφτω στους ίδιους λαβυρίνθους, σαν ποτέ να μη μπορώ να μάθω, ύστερα από τόσα χρόνια γραψίματος και διορθώσεων.

Υπάρχουν οι κακοί λαβύρινθοι – αυτός της ανίας· ή της παράξενης αίσθησης ότι «όλα είναι σκατά γραμμένα» επειδή κοιτάς τις προτάσεις από πολύ κοντά (ακόμα κι αν βλέπεις ότι είναι εντάξει μόλις πάρεις λίγη απόσταση)· ή της αίσθησης ότι διασχίζεις ένα βούρκο από λέξεις, ότι δεν προχωρά το πράγμα (και πρέπει απλώς να αλλάξεις νοοτροπία για να βρεις τον δρόμο σου).

Υπάρχουν, όμως, και οι καλοί λαβύρινθοι που είναι πραγματικά υπέροχοι. Πολλές φορές, όταν γράφεις (και επειδή πάντα γράφω χωρίς πολύ συγκεκριμένο διάγραμμα), βάζεις διάφορες σκηνές και καταστάσεις μέσα στην ιστορία, αλλά συγχρόνως αναρωτιέσαι αν κάνεις καλά που τις βάζεις εκεί, ή αν μήπως όλα είναι τελικά ξεκάρφωτα. Καθώς συνεχίζεις την ιστορία, όμως, βλέπεις ότι όλα έρχονται και δένουν με έναν τελείως μυστηριώδη, μαγικό ίσως, τρόπο. Σαν να το ήξερες από την αρχή. (Λειτουργία υποσυνείδητου; Τυχαίνει να πιστεύω ότι το «υποσυνείδητο» παραέχει γίνει κλισέ.) Όταν μετά διορθώνεις, τα βλέπεις όλα από την αρχή, και πολύ συχνά παθαίνεις την πλάκα σου. Διαβάζεις μια σκηνή που τότε αναρωτιόσουν αν δένει, αν θα έπρεπε να ήταν εκεί, και τώρα σου φαίνεται σχεδόν προφητική. Είναι τρομερή αίσθηση.

Επίσης μια άλλη τρομερή αίσθηση: Όταν πιάνεις την ιστορία από την αρχή ενώ ξέρεις το τέλος, τρως στη μάπα την υπέροχη σκέψη: Κοίτα από πού ξεκινήσαμε και πού καταλήξαμε! Και, έτσι όπως είναι τα περισσότερα βιβλία μου, πραγματικά ο δρόμος είναι πολύ μακρύς και γεμάτος παράξενες στροφές, και όντως μου φαίνεται – ακόμα και σ’εμένα, που το έχω γράψει, που το ξέρω καλά – τρομερή η διαφορά της αρχής σε σχέση με το τέλος.

Μια τρίτη καταπληκτική αίσθηση: Ορισμένες φορές γράφοντας μια σκηνή, ή μια κατάσταση, έχω την εντύπωση ότι ίσως να μην είναι και τόσο καλή. Μετά, πιάνω να κάνω γενικές διορθώσεις, και την ερωτεύομαι. Κι αναρωτιέμαι: Μα ήσουν παλαβός; Τι πρόβλημα είχες με αυτή τη φάση; Είναι γαμάτη. Και σημειωτέον: είμαι, γενικά, πολύ περίεργος και επικριτικός με τον εαυτό μου όταν διορθώνω. Προσπαθώ όλα να τα βλέπω σαν λάθη – αλλιώς δεν πρόκειται να βρεις κανένα λάθος – κι όμως συμβαίνουν αυτές οι ανέλπιστες καταστάσεις. Και παθαίνεις, ξανά, την πλάκα σου.

Γι’αυτά, για όλα τα παραπάνω, γράφουμε.

Ή, μάλλον, όχι μόνο για αυτά. Αυτά είναι απλώς ένα μικρό μέρος της όλης διαδικασίας. Ο περισσότερος κόσμος δεν το καταλαβαίνει· νομίζει ότι απλώς οι συγγραφείς (φαντασίας ή μη) είμαστε τρελοί. Αλλά, αν είμαστε τρελοί, είναι υπέροχη η τρέλα μας· και μακάρι να την είχαν κι αυτοί: καλό θα τους έκανε.

 

 

Επίσης . . .

Γιατί Δεν μας Αρέσει η Παράδοσή μας;


Οι συγγραφείς φανταστικής λογοτεχνίας, στην Ελλάδα, έχουν αρκετές φορές κατηγορηθεί από διάφορους ότι δεν τους αρέσει η ελληνική παράδοση, ότι δεν τη χρησιμοποιούν μέσα στις ιστορίες τους αλλά χρησιμοποιούν την «ξένη» παράδοση.

Ή, μάλλον, αυτό είναι αρκετά γενικό· δεν ισχύει για όλους τους συγγραφείς φαντασίας στην Ελλάδα. Υπάρχουν και ορισμένοι που, φανατικά μάλιστα, γράφουν ιστορίες με έντονη βάση στην ελληνική παράδοση. Αλλά το κάνουν μόνο ορισμένοι, και καλό είναι αφού τους αρέσει. Όμως δεν το κάνουν όλοι, και όσοι δεν το κάνουν έχουν συχνά μπει στο στόχαστρο. Έχουν ακουστεί διάφορα άσχημα λόγια, ότι δεν είναι «αρκετά ελληνικά» αυτά που γράφουν, ότι «δεν τους αρέσει η Ελλάδα», ότι «είναι ξενόφερτη η θεματολογία τους», και παρόμοια μαργαριτάρια.

Κάποιοι φαίνεται να νομίζουν ότι, αν είσαι Έλληνας, πρέπει συνέχεια να γράφεις για τον Δία και τον Ηρακλή, για την Ελληνική Επανάσταση, ή για την καταστροφή της Σμύρνης· για τη Χούντα, για τον Εμφύλιο, ή για την Αντίσταση. Οτιδήποτε άλλο απαγορεύεται! Αν είσαι Έλληνας. Αν είσαι ξένος, εντάξει, όλα καλά· γράψε ό,τι γουστάρεις, βρε αδελφέ. Αλλά, αν είσαι Έλληνας, πρέπει να έχεις περιορισμένη θεματολογία. Για κάποιο μυστηριώδη λόγο.

Αυτό, βέβαια, πάει κόντρα στη νοοτροπία της φανταστικής λογοτεχνίας που – όπως το βλέπω εγώ, τουλάχιστον – είναι να εξερευνάς συνεχώς καινούργια πράγματα και καινούργιες ιδέες.

Εννοείται πως είναι προκατειλημμένο και κακόηθες να κατηγορεί κανείς τους συγγραφείς φαντασίας ότι αυτά που γράφουν «δεν είναι αρκετά ελληνικά», όμως κανείς δεν φαίνεται να αναρωτιέται γιατί αυτοί οι συγγραφείς δεν χρησιμοποιούν την ελληνική παράδοση στη λογοτεχνία τους.

[Συνέχισε να διαβάζεις]

 

Επιλογές Ιουλίου (21/7)


αμφιλεγόμενα κινούμενα σχέδια, και The New Northland (του Louis Pope Gratacap – 1915), και Jasmine Becket-Griffith & David Van Gough (παραμυθένια, νεκροσουρεαλιστική τέχνη), και ελληνικοί μύθοι σε ταινίες, και The Cube (του Jim Henson – 1969), και η λεηλασία της επιστημονικής φαντασίας (από τους σύγχρονους τεχνολογικούς γίγαντες), και The Cosmic Dope (φιλμ ΕΦ μικρού μήκους), και Δαιμονικά, Χίμαιρες, & το Γκροτέσκο στη Γαλλική Γοτθική Γλυπτική, και το Ατελιέ Heinrichs & Bachmann (εξώφυλλα για βιβλία φαντασίας: ’60–’80), και Clifford D. Simak (μυθιστορήματα ηρωικής φαντασίας), και Bob Peak (τέχνη από την ταινία Excalibur), και Sweets to the Sweet (ο Robert Bloch στην οθόνη), και Richard Powers (ψυχεδελικοσουρεαλιστική τέχνη εξώφυλλων φαντασίας), και: ακόμα περισσότερα στο LinX...

 

Η Πολιτική της Φανταστικής Λογοτεχνίας


Η φανταστική λογοτεχνία είναι γεμάτη μονάρχες, ευγενείς, και αριστοκρατία. Το ίδιο (παραδόξως;) ισχύει και για την επιστημονική φαντασία (ή, μήπως, θα έπρεπε απλά να την πούμε φαντασία στο διάστημα;), όπως στο Dune του Herbert, ή, για ένα ακόμα πιο παλιό παράδειγμα, όπως στο Princess of Mars και τις συνέχειές του, του Burroughs. Σε όλα αυτά τα βιβλία έχουμε βασιλιάδες και βασίλισσες, πρίγκιπες και πριγκίπισσες, και κάθε είδους τρελό ή ηρωικό αριστοκράτη.

Πολλοί έχουν – εύλογα, ίσως – αναρωτηθεί γιατί. Γιατί, βρε παιδιά, τόση αριστοκρατία στη φανταστική λογοτεχνία; Γιατί ένα τέτοιο ξεπερασμένο πολιτικό σύστημα;

Για το Dune, συγκεκριμένα, είχα διαβάσει κάποιον να σχολιάζει ότι η κοινωνία του είναι «οπισθοδρομική». Και ίσως όντως να είναι... Δηλαδή, αναλογιστείτε: αυτοί οι άνθρωποι ταξιδεύουν στο διάστημα, αλλά ακόμα έχουν δούκες και βαρόνους; Δεν έχουν αντιληφτεί την έννοια της δημοκρατίας; Μαλάκες είναι;

Δε νομίζω, όμως, ότι όσοι σκέφτονται έτσι σκέφτονται σωστά ακριβώς. Η φανταστική λογοτεχνία (περιλαμβάνοντας και αυτή που είναι στο διάστημα, ή σε άλλους πλανήτες) δεν υποτίθεται ότι είναι για να σχολιάσει την κοινωνία, ή για να μεταδώσει κοινωνικές ή πολιτικές αξίες. Ανέκαθεν ο σκοπός της φανταστικής λογοτεχνίας ήταν να μας κάνει να βιώσουμε συναρπαστικές περιπέτειες σε μαγευτικούς κόσμους.

Και δεν μπορείς να το κάνεις αυτό με δημοκρατικό πολίτευμα, ρε άνθρωπε; Γιατί;

[Συνέχισε να διαβάζεις]