Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
21 / 7 / 2019

Πάντα διορθώνω τα βιβλία μου δύο φορές. Η πρώτη διόρθωση, που είναι και η πιο βασική, γίνεται σταδιακά καθώς το γράφω: τελειώνω καμιά δεκαριά σελίδες, τις διορθώνω, και πάω παρακάτω. Η δεύτερη διόρθωση γίνεται αφότου έχω τελειώσει όλο το βιβλίο και το κοιτάζω ξανά από την αρχή.

Και αρκετές φορές έχει τύχει το εξής φαινόμενο: Βρίσκω, στην πρώτη διόρθωση, κάτι που δεν μου αρέσει και το αλλάζω. Και αργότερα, όταν πάω στη δεύτερη διόρθωση, το αλλάζω ξανά – το κάνω όπως ήταν στην αρχή! Και, συνήθως, δεν το καταλαβαίνω αμέσως· ύστερα το συνειδητοποιώ, και παθαίνω πλάκα. Απορώ πώς πριν μου φαινόταν λάθος.

Δεν πρόκειται, φυσικά, για κανένα αντικειμενικό λάθος, όπως κάτι το τυπογραφικό, ή νοηματικό λάθος, ή συντακτικό λάθος από εκείνα που αν τα αφήσεις έτσι οι προτάσεις δεν βγάζουν νόημα.

Όχι, είναι από εκείνα τα συντακτικά “λάθη” που μπορεί ο ένας να το νομίζει για λάθος αλλά ο άλλος να το νομίζει για σωστό. Μπορεί ακόμα κι εσύ ο ίδιος όταν το κοιτάξεις τώρα να σου φαίνεται λάθος αλλά όταν το κοιτάξεις μετά από κάποιο καιρό να σου φαίνεται σωστό.

Και, τελικά, τι στο διάολο ισχύει; Ποια από τις δύο, ή τρεις, παραλλαγές μιας πρότασης είναι σωστή και ποια είναι λάθος;

Καμία, νομίζω. Είναι όλες λάθος – ή όλες σωστές. Διάλεξε και πάρε. Βγάζουν νόημα; Ναι. Το πώς θα τις δεις εξαρτάται από τη φάση στην οποία βρίσκεται το μυαλό σου εκείνη την ώρα.

Κι αυτό πιστεύω πως λέει κάτι πολύ σημαντικό για τη λογοτεχνία αλλά και για τον γραπτό λόγο εν γένει. Πολλά πράγματα είναι τελείως υποκειμενικά.

 

19 / 7 / 2019

(Μια επανάληψη από το παλιό blog.)

 

Προτού γράψεις κάτι, οσοδήποτε φανταστικό, πρέπει να μπορείς να πείσεις τον εαυτό σου ότι είναι πραγματικό, ότι θα μπορούσε κάπως, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, να συμβεί. Πρέπει να το δεις όπως θα έβλεπες κάτι αντικειμενικό, ρεαλιστικό· και μετά, απλά γράφεις εκείνο που βλέπεις.

Αν, στη λογοτεχνία, δεν έχεις τη δυνατότητα να πείσεις τον εαυτό σου για την πραγματικότητα εκείνου που γράφεις, τότε δεν έχει καλές πιθανότητες να μοιάζει πιστευτό, ή να έχει αληθινό ενδιαφέρον.

Πρέπει να μπορείς να αυτοπαραμυθιάζεσαι, ξέροντας ακριβώς τι κάνεις.

 

15 / 7 / 2019

Όπως έλεγα στο προηγούμενο post, διαβάζω αυτές τις μέρες το Black Gods and Scarlet Dreams της C.L. Moore. Είναι μια συλλογή ιστοριών από το 1930, οι μισές ηρωικής φαντασίας, οι άλλες μισές επιστημονικής φαντασίας. Αλλά και των δύο ειδών οι ιστορίες της Moore έχουν ένα κοινό γνώρισμα: ένα βαθύ πνευματιστικό, εσωτερικό στοιχείο. Συνεχώς μιλά για παράξενες ψυχικές καταστάσεις των ηρώων της οι οποίες δεν είναι εκείνο που θα περίμενες σήμερα λέγοντας ψυχικές καταστάσεις. Δεν είναι ούτε καν εκείνο το “ακατονόμαστο” και “απερίγραπτο” του Lovecraft ακριβώς. Είναι κάτι που μοιάζει μ’αυτό αλλά, συγχρόνως, τελείως διαφορετικό: είναι πιο συγκεκριμένο, σε όλες τις περιπτώσεις, και δίνει μια αίσθηση μεγαλύτερου βάθους. Επιπλέον, παρότι όλες αυτές οι ψυχικές καταστάσεις είναι εξωφρενικές, και μάλλον ποτέ δεν πρόκειται να τις γνωρίσει άνθρωπος, έχουν μια τρομερή αίσθηση αληθοφάνειας. Είναι κάτι που μπορείς να διανοηθείς όταν το διαβάζεις να περιγράφεται, αν και ξέρεις ότι είναι ψιλοαπίθανο να το βιώσει άνθρωπος – αν όχι τελείως αδύνατον.

Ωστόσο, αυτά σε κάνουν να παρατηρήσεις ότι οι αφηγήσεις εκείνης της εποχής ήταν πιο εσωτερικές. Εστιάζονταν περισσότερο στις παράξενες ψυχικές καταστάσεις απ’ό,τι οι μετέπειτα φανταστικές ιστορίες, πόσω μάλλον οι σημερινές.

Οι σημερινές ιστορίες είναι πολύ πιο οπτικές. Είναι εικόνες, βασικά. Αυτές, όμως, οι παλιές ιστορίες είναι περισσότερο σκέψη και αίσθηση. Είναι σαν από εκείνα τα πράγματα που θα τα αντιλαμβανόσουν εγκεφαλικά, ας πούμε, αλλά τα μάτια σου δεν θα μπορούσαν ποτέ να τα δουν.

Διαβάζω συγχρόνως και το Heroes Die του Stover. Δεν το έχω προχωρήσει και τόσο, αλλά μου αρέσει. Μοιάζει να είναι καλό βιβλίο φαντασίας. Αλλά δεν έχει τέτοιες ψυχικές καταστάσεις μέσα, ούτε κατά διάνοια. Είναι ένα σύγχρονο βιβλίο. Οι ψυχικές καταστάσεις των χαρακτήρων του είναι απλές. Για παράδειγμα, ο βασικός ήρωας θέλει να σώσει τη γυναίκα του παρότι αυτή ίσως και να τον κερατώνει. Θέλει τόσο πολύ να σώσει τη γυναίκα του που – γαμώ το κερατό μου γαμώ! – είναι έτοιμος να δολοφονήσει τους πάντες για να το καταφέρει! Επειδή... επειδή θέλει να τη σώσει, γαμώτο! Το νιώθει!

Εντάξει, είναι καψουρεμένος. Ένα γερό κίνητρο για να γίνει η ιστορία. ΟΚ. Τι άλλο; Αυτή δεν είναι καμιά πολύ παράξενη ψυχική κατάσταση· απλά μια λιγάκι υπερβολική ψυχική κατάσταση. Είναι οι κλασικές ψυχομπουρμπουλήθρες που χρησιμοποιούνται σε πολλά σύγχρονα βιβλία. (Και δεν το λέω αυτό ως αρνητική κριτική για το Heroes Die. Όπως ήδη είπα, μου αρέσει.)

Επειδή ζούμε σε μια κουλτούρα που είναι, κατά βάση, οπτική, έχουμε μάθει τα πάντα να τα βλέπουμε μπροστά μας, όχι να τα διανοούμαστε. Και έτσι γράφουμε. Χωρίς, συνήθως, να εμβαθύνουμε περισσότερο από τις διάφορες σαχλαμάρες της σύγχρονης ψυχολογίας. Σήμερα, ο συγγραφέας κατά πάσα πιθανότητα δεν θα καθίσει να γράψει για αλλόκοτες, ανέφικτες, φανταστικές ψυχικές καταστάσεις (εκτός αν είναι κάτι το “ανομολόγητο” – κενό – τίποτα – τίποτα – όπως από Lovecraft – τόσο παράξενο που, ξέρεις, δεν χρειάζεται να μπεις στον κόπο να ζουλήξεις το μυαλό σου για να προσπαθήσεις να το περιγράψεις). Απλά θα ανοίξει ένα ανεγκέφαλο εγχειρίδιο ψυχολογίας και θα πάρει μια ψυχική κατάσταση από εκεί, όπως θα έπαιρνε έτοιμη μια τεχνική βλάβη για μια μηχανή από ένα τεχνικό εγχειρίδιο.

Αυτό δεν είναι εξέλιξη. Όχι προς την ψυχική κατεύθυνση, σίγουρα.

 

13 / 7 / 2019

Πάντα όταν έρχομαι στην Αθήνα από διακοπές σε νησί, αμέσως παρατηρώ τη διαφορά στο περιβάλλον. Και δεν μιλάω για τα κλασικά: πολλή ρύπανση στην Αθήνα, δεν υπάρχει χώρος να αναπνεύσεις, όλο μεγάλα χτίρια που κρύβουν τον ουρανό, και τα λοιπά. Μιλάω για μια πιο μαλακή αίσθηση που έχει η όλη ατμόσφαιρα στην Αττική. Δεν είναι όπως στα νησιά. Εκεί, ο τόπος έχει κάτι το πιο άγριο. Το νιώθεις στον ίδιο τον αέρα. Είτε άπνοια έχει, είτε φυσάει μανιασμένα, πάντα υπάρχει κάτι το πιο άγριο.

Στην Αθήνα, χάνεις την αγριάδα ξαφνικά, κι αναρωτιέσαι πού πήγε. Όλα εδώ μοιάζουν πιο μαλάκα. Σαν να βουλιάζεις σε καναπέ.

Πρέπει να προσέχεις να μη σε πάρει ο ύπνος.

*

Κατά τα άλλα, διάβαζα κυρίως C.L. Moore αυτές τις μέρες, και έχει κάτι τρομερά ευφάνταστα σκηνικά σε ορισμένες από τις ιστορίες της. Και σε όλες τις ιστορίες υπάρχει κάτι το βαθιά πνευματιστικό, νομίζω, ώς εδώ που έχω φτάσει. Ορισμένα μοτίβα ίσως να επαναλαμβάνονται, αλλά μου φαίνεται ότι είναι ιδιοσυγκρασιακό, όχι κάποιο κλισέ της εποχής.

 

25 / 6 / 2019

Ακόμα μια παράξενη οντότητα στους τοίχους. Βέρος Αθηναίος, άραγε;

Μυστηριακές Οντότητες

 

161η σελίδα από τις 182

Προηγούμενη σελίδα

Επόμενη σελίδα

 

Επίσης . . .

Επιλογές Οκτωβρίου (6/10)


Jon Ching (παράξενη τέχνη) — Busy Bodies (φιλμ μικρού μήκους) — Διαλυμένα αυτοκίνητα στο Λονδίνο του ’90 — Το Μικρό Βιβλίο της Ειρήνης (1970) — Walter Simonson (φανταστική τέχνη) — Kelly Freas & Star Trek — Virgil Finlay & A. Merritt — Mick Farren (1943 - 2013) (ροκ μουσικός, συγγραφέας φαντασίας) — Panic (φιλμ μικρού μήκους – 1979) — Οι μύθοι του La Fontaine με εικόνες του Percy J. Billinghurst — Boris Artzybasheff (τέχνη, οι Μύθοι του Κόσμου) — Adventures of Monsieur De Mailly του David Lindsay (1876-1945) — Styrbiorn the Strong, του E. R. Eddison (1882-1945) — 10 νοτιοκορεάτικες ταινίες επιστημονικής φαντασίας — Bastardica (μπασταρδεύοντας γραμματοσειρές) — Wyrd Daze (περιοδικά, δωρεάν)

 

Βιβλιοκριτική: Swords and Deviltry· Swords Against Death, του Fritz Leiber


Έχω δύο ανθολογίες που περιλαμβάνουν, συνολικά, όλες τις ιστορίες του Fritz Leiber με τον Fafhrd και τον Gray Mouser. Παλιότερα, είχα διαβάσει μια ιστορία από τη δεύτερη ανθολογία· δεν θυμάμαι ποια ακριβώς, αλλά θυμάμαι ότι μου άρεσε. Τώρα, αποφάσισα να διαβάσω και τις δύο ανθολογίες, ξεκινώντας από την πρώτη, κανονικά.

Έχω ακούσει πολλά για τον Fritz Leiber, ειδικά για τις ιστορίες του με τον Fafhrd και τον Gray Mouser στην Lankhmar, και μάλιστα από διάφορους γνωστούς συγγραφείς (όπως Moorcock, για παράδειγμα). Οι περισσότεροι φαίνεται να τον θαυμάζουν: ίσως να τον θεωρούν και κάτι το ιδιαίτερο. Αυτό είχε δημιουργήσει μέσα στο μυαλό μου μια κάποια εντύπωση για τον Leiber η οποία δεν βγήκε πραγματική, δυστυχώς. Δεν απογοητεύτηκα ακριβώς από όσα που έχω διαβάσει ώς τώρα, αλλά δεν ήταν και εκείνο που περίμενα. Περίμενα κάτι που θα με συνεπάρει και θα με ξαφνιάσει όπως το Amber του Zelazny· όμως δεν είναι τέτοιο πράγμα. Όχι για εμένα, τουλάχιστον.

Μέχρι στιγμής έχω διαβάσει τα πρώτα δύο βιβλία – το Swords and Deviltry και το Swords Against Death – δηλαδή, τη μισή πρώτη ανθολογία. Αυτά τα δύο βιβλία, φυσικά, περιλαμβάνουν διάφορες ιστορίες, διάφορες περιπέτειες του Fafhrd και του Mouser. Μην ξεχνάτε ότι ο Leiber έγραφε για περιοδικά, οπότε υποχρεωτικά οι ιστορίες είναι μικρού μήκους η καθεμία· όμως είναι πολλές. Και εδώ δεν είναι τοποθετημένες με τη σειρά που τις έγραψε ο Leiber, αλλά με την ιστορική τους συνέχεια – έτσι όπως ο Leiber τις κατέταξε ύστερα από χρόνια. Οι ιστορίες, όμως, που είχε γράψει παλιότερα διαφέρουν αρκετά από τις νεότερες – και το καταλαβαίνεις εύκολα ότι γράφτηκαν πριν. Αυτές οι παλιότερες ιστορίες είναι απλές περιπέτειες όπου δυο τυχοδιωκτικοί ήρωες συναντούν κάτι παράξενα ή επικίνδυνο, ή και τα δύο μαζί, και κάπως το προσπερνάνε ή το κατατροπώνουν, και συνεχίζουν τον δρόμο τους, πηγαίνοντας σε άλλες περιπέτειες. Οι νεότερες ιστορίες μοιάζει να έχουν περισσότερο υπόβαθρο και να ασχολούνται πιο πολύ με τον κόσμο γύρω από τους ήρωές μας, καθώς και με το ποιοι πραγματικά είναι αυτοί, και τι θέλουν. Γενικά, είναι πιο γεμάτες, ας πούμε, από πληροφορίες. Οι δύο πρώτες ιστορίες, δε, στο Swords and Deviltry είναι ξεκάθαρα ιστορικό υπόβαθρο του Fafhrd και του Mouser· και είναι και οι δύο αρκετά καλές. Προσωπικά, προτιμώ αυτή του Mouser: είναι τρομερά διαβολική και ατμοσφαιρική. Αυτή του Fafhrd είναι... έτσι κι έτσι· και νομίζω ότι κάποιος θα μπορούσε να την ονομάσει ακόμα και «μισογύνικη» με όλες αυτές τις «καταπιεστικές γυναίκες-μάγισσες» της φυλής του Fafhrd· αλλά δεν πιστεύω ότι η πρόθεση του συγγραφέα ήταν τέτοια.

Το γεγονός, όμως, ότι μπλέκει ιστορίες που έγραψε παλιότερα με ιστορίες που έγραψε μετά δημιουργεί κάποια κενά, ίσως και κακώς εννοούμενες παραδοξότητες. Αν και καταφέρνει αρκετά καλά να συνδέσει μεταξύ τους όλες αυτές τις ιστορίες που έγραψε σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, σου δίνεται η εντύπωση ότι μερικά πράγματα δεν δένουν ακριβώς. Και το πιο χτυπητό είναι ότι στην πρώτη ιστορία με τον Gray Mouser – αυτή την ιστορία που μου άρεσε πάρα πολύ – ο Mouser είναι μάγος, και κάνει μάλιστα κάποιες πολύ διαβολικές και ισχυρές μαγείες. Στις επόμενες ιστορίες, ωστόσο, δεν φαίνεται ο Mouser να έχει καμία μαγική γνώση! Πώς είναι δυνατόν αυτό; Εγώ περίμενα ότι κάπου και στις επόμενες περιπέτειες ο Mouser θα έκανε κάτι το μαγικό. Μετά από δύο ολόκληρα βιβλία, όμως, δεν έχει κάνει τίποτα...

[Συνέχισε να διαβάζεις]

 

Επιλογές Σεπτεμβρίου (22/9)


Η «σατανική» Σταχτοπούτα του Netflix — Έξι Μέρες στον Luna One — Solarpunk πραγματικότητα — Η «κοσμική αμνησία» των μαύρων τρυπών — Το κρυφό περιοδικό επιστημονικής φαντασίας — Ιστορίες με λυκανθρώπους (1828-1931) — Οι παράξενες ιστορίες του Bertram Atkey — Ιστορίες με τρολ — Professor H's Wayback Machine — Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων της επιστημονικής φαντασίας — Εικονογραφήσεις του Harry Clarke για τα παραμύθια του Hans Christian Andersen — Paul Vincent Woodroffe (1875–1954) — Ντοκιμαντέρ για την επιστημονική φαντασία και άλλα σχετικά — 10 B-movies επιστημονικής φαντασίας — Symphonie Fantastique — Ένα παλιό βιβλίο «μεταμορφώσεων» — Η τέχνη του Eugene Tssui — Zendik Farm Arts Commune — King Gizzard & The Lizard Wizard — και πολύ περισσότερα έρχονται στο LinX