Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
4 / 2 / 2020

Πολλές φορές δεν μπορώ να καταλάβω πώς είναι δυνατόν σε κάποιους να αρέσει μια μορφή τέχνης αλλά να απεχθάνονται μια άλλη, ειδικά στον χώρο των τεχνών του φανταστικού. Για παράδειγμα, πώς είναι δυνατόν να αρέσουν σε κάποιον οι πίνακες του Frank Frazzeta αλλά να απεχθάνεται σουρεαλιστές όπως ο Max Ernst, ή αντιστρόφως. Μπορώ να καταλάβω ότι κάποιος μπορεί να έχει μια προτίμηση, αλλά όχι ότι κάτι από αυτά τού αρέσει ενώ το άλλο δεν θέλει ούτε να το βλέπει.

Και θα μου πεις, Ποια σχέση έχει, ρε φίλε, ο Frazzeta με τον Ernst; Καμία σχέση δεν έχουν!


Frank Frazzeta


Max Ernst

Μα, δεν είναι προφανές; Ο ένας είναι προέκταση του άλλου, φυσικά! Ή, από μια διαφορετική άποψη, είναι ίσως οι δύο όψεις του ίδιους νομίσματος. Του ίδιου νομίσματος. Και το νόμισμα είναι η Φαντασία. Γι’αυτό κιόλας μπορώ να γράψω ιστορίες όπου οι ήρωες είναι σαν να βγήκαν από πίνακα του Frazzeta αλλά περιφέρονται σε σκηνικά που είναι σαν να βγήκαν από πίνακα του Ernst.

Για εμένα δεν υπάρχει ουσιαστική διαφορά ανάμεσα σε αυτές τις μορφές. Είναι το ίδιο πράγμα, σε άλλη... μορφή.

 

3 / 2 / 2020

Κάνεις να πλησιάσεις αυτό το κατάστημα με κακές προθέσεις; Το ρομπότ-φύλακας σε τσακίζει στο ξύλο. Γνωστό πως χτυπά με τις τσάντες που κρατά στα χέρια του – και είναι βαριές παρότι δεν φαίνονται για τέτοιες. Σε έσχατη περίπτωση, εξαπολύει και ενεργειακές ριπές, βέλη, ή οβίδες. Από το στόμα του βγαίνουν μουσικές heavy metal όταν είναι “φτιαγμένο” οι οποίες αποτελούν ηχητική επίθεση, τραντάζοντας τα κόκαλα και ψήνοντας τα νεύρα· κάποιοι που έχουν δεχτεί τέτοια επίθεση έχει φανεί να αιμορραγούν από τη μύτη ή και τ’αφτιά.

*

(Αυτό το άγαλμα υπάρχει μέσα σε βιτρίνα αρκετά παλιού καταστήματος της Αθήνας, όχι και σε τόσο άγνωστο μέρος. Πολλοί ίσως να το έχουν δει. Σου θυμίζει κάτι;)

Μυστηριακές Οντότητες

 

1 / 2 / 2020

(Μια επανάληψη από το παλιό blog.)

 

Διαβάζω τώρα το Wyvern’s Spur και το έχω σχεδόν τελειώσει – το μισό στην παραλία, το άλλο μισό στο καράβι – και μέσα σ’αυτό το βιβλίο βλέπεις γιατί όντως τα κλισέ του D&D φαίνονται λιγάκι άσχημα μέσα σε μια λογοτεχνική ιστορία.

Σαν βιβλίο δεν είναι κακό. Η γραφή, αν και όχι τίποτα το τρομερό, δεν είναι άσχημη. Το βιβλίο δεν παίρνει τον εαυτό του πολύ σοβαρά – κάπου είναι και ψιλοκωμικό – κι αυτό μού αρέσει. Η πλοκή είναι αρκετά καλή και σε κρατάει: δεν είναι της πλάκας. Επιπλέον, υπολογίζει σωστά τη μαγεία του D&D, όσο είναι δυνατόν αυτό· την εντάσσει με αληθοφάνεια μέσα στην ιστορία. Για παράδειγμα, σε άλλα βιβλία του D&D μπορεί να δεις ανοησίες όπως να μην χρησιμοποιείται ένα μαγικό τέχνασμα στην αρχή, απλά και μόνο επειδή αυτό θα χαλούσε την πλοκή, αλλά προς το τέλος το μαγικό τέχνασμα χρησιμοποιείται για να λύσει την υπόθεση· οπότε η ιστορία χάνει κάθε αξιοπιστία, και νομίζεις ότι ο συγγραφέας σού κάνει πλάκα.

Το Wyvern’s Spur δεν πέφτει σε τέτοια παγίδα. Είναι καλό γι’αυτό που είναι, αν και μου αρέσει λιγότερο από το πρώτο αυτής της τριλογίας, το Azure Bonds.

Αλλά, όπως έλεγα, βλέπεις αμέσως ότι τα κλισέ του D&D χτυπάνε άσχημα μέσα σε μια λογοτεχνική ιστορία. Για παράδειγμα, ένας χαρακτήρας τραυματίζεται, του δίνουν healing potion, και γίνεται αμέσως καλά. Αυτό μπορεί να βγάζει νόημα μέσα σ’ένα παιχνίδι (αν και, προσωπικά, ακόμα και μέσα σ’ένα καλό αφηγηματικό παιχνίδι δεν μου αρέσει – προτιμώ τα αφηγηματικά παιχνίδια να θυμίζουν περισσότερο ιστορία και λιγότερο computer game) αλλά μέσα σ’ένα λογοτεχνικό βιβλίο φαίνεται κακό.

Το ερώτημα είναι γιατί. Μήπως επειδή είμαστε επηρεασμένοι; Αν δεν είχαμε δει τα healing potions σε δεκάδες επιτραπέζια και ηλεκτρονικά RPG, θα μας φαινόταν άσχημη η χρήση τους μέσα σε μια φανταστική ιστορία;

Πάρε για παράδειγμα τα διάφορα τεχνολογικά gadgets που βλέπεις σε σκηνικά cyberpunk. Πολλά απ’αυτά είναι σαν healing potion – κάνουν κάτι δια μαγείας, ουσιαστικά. Είναι κατά βάση το ίδιο πράγμα. Αλλά σου δίνουν μια άλλη αίσθηση γιατί δεν έχεις μάθει ότι είναι από παιχνίδια. Το να πίνει ο χαρακτήρας healing potion και να γίνεται αυτομάτως καλά, πάντα θα μοιάζει άσχημο.

Προσωπικά, οτιδήποτε είναι σαν από μηχανής θεός, πατάω-το-κουμπί-και-όλα-φτιάχνουν, δεν μου αρέσει. Ακόμα και σε φανταστικούς κόσμους δεν νομίζω ότι πρέπει να υπάρχουν τόσο εύκολες λύσεις. Ένα φίλτρο που βοηθά στη θεραπεία είναι εντάξει· ένα φίλτρο που το πίνεις και ξαφνικά γίνεσαι καλά δεν είναι εντάξει.

(Κάποια ακόμα σχόλια για το Wyvern’s Spur εδώ.)

 

29 / 1 / 2020

Γιατί αυτή η τύπισσα μού μοιάζει μαστουρωμένη;

Το συγκεκριμένο βιβλίο είχε πέσει στα χέρια μου όταν ήμουν μικρός. Δυστυχώς, ακόμα δεν έχω καταφέρει να διαβάσω την Κόρη του Βασιλιά της Χώρας των Ξωτικών· πάντα κάτι άλλο είναι στη μέση. Και τώρα πλέον, αν τη διαβάσω, μάλλον δεν θα τη διαβάσω σε μετάφραση. Συνεχώς την έχω στα υπόψη. Κάποια μέρα θα συναντηθούμε...

Παλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

 

28 / 1 / 2020

(Μια επανάληψη από το παλιό blog.)

 

Όσο πιο πολύ κοιτάζεις κάτι από κοντά τόσο πιο πολύπλοκο σού φαίνεται. Και από όσο πιο κοντά το κοιτάζεις τόσο ακόμα πιο πολύπλοκο σού φαίνεται. Συνεχίζοντας να το κοιτάζεις έτσι, είναι αναπόφευκτο ότι θα φτάσεις να πιστεύεις πως είναι απίστευτα, σουρεαλιστικά λαβυρινθώδες και άλυτο.

Παίρνοντας όμως λίγη απόσταση αρχίζεις να το βλέπεις διαφορετικά. Αφήνοντας τη σκέψη να καθαρίσει ενώ διατηρείς την απόσταση, η λύση γίνεται προφανής. Αναπτύσσοντας μια νοοτροπία τού καλώς εννοούμενου δεν-γαμιέται προσπερνάς το εμπόδιο σαν να μην– όχι “σαν να μην”: όντως έχει εξαφανιστεί!

Γράψε μια πρόταση. Δες την από κοντά για κάποια ώρα, από πολύ κοντά, και πολύ προσεχτικά. Υπάρχουν διάφοροι τρόποι για να γράψεις αυτή την πρόταση· σίγουρα δεν έχεις επιλέξει τον καλύτερο. Τώρα σου έρχονται κι άλλοι στο μυαλό. Να αλλάξεις την πρόταση; Να την αναποδογυρίσεις; Να προσθέσεις ένα επίρρημα; Να αφαιρέσεις ένα επίρρημα; Να τροποποιήσεις λίγο τη στίξη; Τι είναι πιο σωστό, επιτέλους; Πώς μπορείς να είσαι σίγουρος; (Σοφία του Άι Γάτου: Όλα είναι το ίδιο σωστά, μαλάκα.) Η αλήθεια είναι πως δεν μπορεί να είσαι ποτέ σίγουρος για τίποτα. Απλά έχεις πέσει στην παγίδα της υπερβολικά ζουμαρισμένης παρατήρησης, όταν το μυαλό εγκλωβίζεται στο συγκεκριμένο. Αν δεν είχες πέσει σ’αυτό το λάκκο, θα έγραφες την πρόταση, θα την κοίταζες για κανένα καταφανές λάθος, και μετά θα προχωρούσες – και θα ήσουν ευχαριστημένος μ’αυτό. Και έτσι ακριβώς πρέπει να είσαι. Κάνοντας ένα βήμα πίσω και κοιτάζοντας από μια κάποια απόσταση.

Όχι, δεν είναι συμβουλή για συγγραφείς αυτή. Απλώς το παραπάνω είναι ένα παράδειγμα. Η ίδια παγίδα ισχύει για τα πάντα, και ο ίδιος τρόπος αντιμετώπισης.

Αν και αποφεύγω τα αρχαιόπληκτα παραδείγματα, δες τι έκανε ο Μέγας Αλέξανδρος με τον Γόρδιο Δεσμό. Θα μπορούσε να τον κοιτάζει από κοντά, μπλεγμένος στον λαβύρινθο τού πώς να τον λύσει. Και ποτέ έτσι δεν θα τον έλυνε. Αντιθέτως, έκανε ένα βήμα πίσω. Κοίταξε το τρομερό πρόβλημα κουλαρισμένος από κάποια απόσταση. Και τι είδε; Ένα γαμημένο σχοινί. Τράβηξε το λεπίδι του, το έκοψε, και πέρασε χαιρετώντας συγχρόνως με την επίδειξη του μεσαίου δαχτύλου.

Πάντα είναι πιο απλό απ’ό,τι νομίζεις.

 

142η σελίδα από τις 183

Προηγούμενη σελίδα

Επόμενη σελίδα

 

Επίσης . . .

Περί Γραφής: Τελεία και ΟΧΙ Παύλα, Ξανά


Αυτό το άρθρο είναι συνέχεια του προηγούμενου: Τελεία και ΟΧΙ Παύλα. Εν μέρει, μου έδωσε έμπνευση να το γράψω κάποιος που ανέφερε κάτι σε ένα από τα σόσιαλ μύδια. Και λέω εν μέρει γιατί δεν χρειάζομαι ποτέ και πολλή έμπνευση για να γράψω για τη στίξη. Έχω μια σχέση αγάπης-μίσους μαζί της. Ξεκίνησα να γράφω ως τελείως άσχετος με τη στίξη, μην έχοντας ιδέα ποια θα μπορούσε ποτέ να ήταν η χρήση της άνω τελείας: ίσως ακόμα και του κόμματος. Έφτασα σε σημείο να νομίζω ότι έβαζα σωστά τη στίξη, αλλά απλά το νόμιζα μόνο. Και κατέληξα να συμπεράνω πόσο ανόητος είσαι όταν νομίζεις ότι «ξέρεις» τη χρήση της στίξης, και πόσο υποκειμενική μπορεί να είναι η στίξη. Αλλά όχι και στα πάντα. Υπάρχουν κι ορισμένα σταθερά πράγματα. Και υπάρχει και μια κάποια... αισθητική. Ναι, αισθητική.

Έτσι, γράφουμε τώρα συνέχεια του προηγούμενου άρθρου γιατί, πολύ απλά, το θεωρώ ενδιαφέρον να γράψω συνέχεια. Και έχει νόημα. Ακολουθήστε με...

Σχετικά με την παύλα μπορεί να υπάρξει ένα ερώτημα: Γιατί να μην κολλά επάνω στις λέξεις; Να, για παράδειγμα, δες τι γίνεται με όλα τα άλλα σημεία στίξης: κολλάνε επάνω στις λέξεις. Η παύλα γιατί να μην κολλά; Στο πηγάδι κατούρησε;

Το θέμα είναι το εξής: όλα τα άλλα σημεία στίξης (εκτός, ίσως, από το θαυμαστικό) είναι αρκετά παλιά. Η παύλα – εκτός αν κάνω τρομερό λάθος – είναι πιο πρόσφατη. Δεν υπήρχε παλιά. Και, παρότι ουσιαστικά συντακτικό σημείο στίξης (όχι σχολιαστικό, όπως το θαυμαστικό), είναι κάπως ιδιαίτερο, και έχει κατά καιρούς χρησιμοποιηθεί με διάφορους τρόπους. Ακόμα και σαν να ήταν σχολιαστικό!

Η παύλα, σε κάποια κείμενα, μπορεί να βρεθεί να αντικαθιστά μέχρι και την τελεία, ή μπορεί να μπαίνει και μαζί με την τελεία. Ή όπου αλλού μπορείς να διανοηθείς. Πολλοί πιστεύουν, δε, ότι χρησιμοποιείται απλώς για να τονίσει την επόμενη λέξη, ή φράση: ή τη λέξη, ή φράση, που κλείνεται ανάμεσα στις παύλες.

Επικρατεί μια σύγχυση.

Αλλά, στην πραγματικότητα, σύγχυση δεν υφίσταται. Είναι συντακτικό σημείο στίξης, ουσιαστικά, όχι σχολιαστικό.

Όλα τα άλλα σημεία στίξης κολλάνε επάνω στις λέξεις, ναι. Αλλά κολλάνε ανεξαιρέτως (πλην της παρένθεσης) στο τέλος της λέξης, ποτέ στην αρχή. Κόμμα, τελεία, άνω τελεία, ερωτηματικό, θαυμαστικό... τα έχετε δει ποτέ στην αρχή; Πάντα στο τέλος κολλάνε.

Και ρωτάω τώρα: Η παύλα πού κολλάει; Στην αρχή, ή στο τέλος;

[Συνέχισε να διαβάζεις]

 

Επιλογές Οκτωβρίου (21/10)


Sanjulián (τέχνη) & Rudolf Kalvach (παράξενες κάρτες – 1907) & Hannah Flowers (τέχνη) & Το σπίτι που εξαφανίστηκε & Michael Kaluta (τέχνη) & Οι εικονογράφοι του Poe & Η γηραιότερη χελώνα της γης (αθάνατη;) & 221 Camera Obscuras & Infinite Jungle (στον browser σας) & Robin F. Williams (τέχνη) & Rottweilin (τέχνη) & Στα ίχνη των Shonokin (του Manly Wade Wellman) & Κόμιξ με τον Elric (1970) & περισσότερα στο LinX

 

Περί Γραφής: Τελεία και ΟΧΙ παύλα


Σε ελληνικά κείμενα (λογοτεχνικά και μη) είναι αρκετά συχνό να συναντήσουμε το εξής συντακτικό φαινόμενο το οποίο θα δείξω με ένα απλό παράδειγμα γιατί έτσι είναι πολύ πιο εύκολο:

Οι καβαλάρηδες έρχονταν μέσα από το λιόγερμα, πάνω από τους λόφους –μια ντουζίνα φιγούρες σε ψηλά άλογα, γκρίζα και λευκά, με μανδύες να τινάζονται πίσω τους–, αλλά δεν είχαν προσέξει ότι στο κατόπι τους ήταν τέσσερις απειλητικές κατάμαυρες σκιές...

Αυτό το κείμενο μοιάζει καλό, γενικά· και είναι, ουσιαστικά. Αλλά προσέξτε πώς χρησιμοποιούνται οι παύλες. Σαν παρενθέσεις! Η πρώτη παύλα κολλάει επάνω στο μια και η δεύτερη (που κλείνει την παρένθεση) κολλάει επάνω στο τους· και μετά απ’αυτή τη δεύτερη παύλα έρχεται κι ένα κόμμα.

Εδώ το πρόβλημα είναι διπλό.

Πρόβλημα πρώτο: Γιατί οι παύλες να κολλάνε επάνω στις λέξεις σαν να είναι παρενθέσεις; Η παύλα δεν είναι παρένθεση· είναι τελείως διαφορετικό σημείο στίξης.

Πρόβλημα δεύτερο: Τι δουλειά έχει το κόμμα μετά την παύλα; Δεν έχει καμία δουλειά εκεί· η παύλα, κανονικά, το αντικαθιστά. Δεν είναι παρένθεση.

[Συνέχισε να διαβάζεις]