
Τα σαγόνια των τοίχων... Τι, άραγε, τρώνε οι τοίχοι;
|
|
Μια στιγμή... |

Τα σαγόνια των τοίχων... Τι, άραγε, τρώνε οι τοίχοι;
(Μια επανάληψη από το παλιό blog.)
Δεν εμπιστεύομαι τους καλλιτεχνικούς διαγωνισμούς – είτε πρόκειται για λογοτεχνία, είτε για κινηματογράφο, είτε για ζωγραφική, είτε για ποίηση, είτε για οτιδήποτε. Συνήθως οι κριτές, εκείνοι που αποφασίζουν για τη “νίκη”, είναι μια επιτροπή από πολύ συγκεκριμένα άτομα που ή εκλέγουν τον εαυτό τους γι’αυτή τη θέση, ή τους βάζει εκεί κάποια ομάδα μέσα στην οποία βρίσκονται ή με την οποία είναι φιλικοί. Υποτίθεται πως είναι ειδήμονες στο θέμα – αλλά θα μπορούσαν να υπάρξουν κι άλλοι τέτοιοι “ειδήμονες”. Και, σε τελική ανάλυση, ποιος είναι πιο ειδήμων από ποιον;
Οι αποφάσεις που παίρνουν για τον διαγωνισμό βασίζονται, κυρίως, στη δική τους ιδεολογία, ή στο ποιες ιδέες θέλουν να προωθήσουν μέσα στην κοινωνία τους. Ή βασίζονται (συγχρόνως ή μη) στο τι θέλουν να προωθήσουν στην αγορά, τι θέλουν να κάνουν να πουληθεί. Ισχυρίζονται ότι τα κριτήριά τους είναι αντικειμενικά, ότι “ξέρουν από αυτά τα πράγματα”, αλλά πόσο πραγματικά αντικειμενικοί είναι; Και πόσο καλά “ξέρουν από αυτά”; Ένα μάλλον αμφιλεγόμενο, εύκολα αμφισβητούμενο θέμα.
Σε κάποιες σπάνιες περιπτώσεις, ίσως να προσπαθούν όντως να είναι “αντικειμενικοί”. Αλλά ακόμα κι αυτή η αντικειμενικότητα πάντα πρέπει να μπαίνει μέσα σε εισαγωγικά, λόγω της φύσης του θέματος. Είναι μια υποκειμενική αντικειμενικότητα – μια αντίφαση.
Ο λόγος είναι απλός. Σε έναν διαγωνισμό τέχνης δεν είναι εύκολο να βγάλεις αντικειμενικό νικητή. Ίσως, μάλιστα, να είναι τελείως αδύνατο. Στον αθλητισμό, αντιθέτως, είναι πολύ εφικτό. Βάλε τρεις αθλητές να τρέξουν από εδώ ώς εκεί, και αμέσως βλέπεις ποιος φτάνει πρώτος, ποιος νίκησε. Ναι, μπορείς να πεις ότι κάποιος δεν ήταν σε φόρμα τότε, ή ότι κάποιος άλλος έτυχε να είναι σε περισσότερη φόρμα απ’ό,τι συνήθως. Μπορείς να αμφισβητήσεις ποιος είναι γενικά ο καλύτερος δρομέας. Αλλά δεν μπορείς να αμφισβητήσεις ποιος έφτασε πρώτος στη συγκεκριμένη διαδρομή. Αυτός είναι και ο νικητής. (Ακόμα κι εγώ, που είμαι ιδεολογικά αντίθετος στο πνεύμα του ανταγωνισμού, δεν μπορώ να το αμφισβητήσω αυτό.)
Στην τέχνη, όμως, δεν είναι το ίδιο. Βάλε τρεις καλλιτέχνες να κάνουν από ένα έργο τέχνης, και πες μας ποιο είναι το καλύτερο. Για πες μας… Ύστερα από ένα συγκεκριμένο επίπεδο καλλιτεχνικής ικανότητας, ό,τι και να πεις θα είναι υποκειμενικό. Θα είναι σαν να λες τι αρέσει σ’εσένα, όχι ποιο έργο είναι καλύτερο. Γιατί, πολύ απλά, δεν υπάρχει καλύτερο. Το “καλύτερο” στην τέχνη είναι προπαγάνδα.
Οι επιτροπές τέτοιων διαγωνισμών, είτε ενσυνείδητα το καταλαβαίνουν είτε όχι, ουσιαστικά προπαγάνδα κάνουν. Αυτός είναι και ο λόγος που ποτέ δεν εμπιστευόμουν, ούτε εμπιστεύομαι, κανενός είδους βραβείο. Δεν μου λέει τίποτα ότι ο τάδε έχει πάρει το τάδε βραβείο τέχνης. Ή, μάλλον, το μόνο που μου λέει είναι ότι, για κάποιο λόγο, ήταν αρεστός στην επιτροπή των πέντε, δέκα ατόμων που τότε έπαιρνε τις αποφάσεις. Και γι’αυτό, επίσης, προσωπικά δεν θέλω να συμμετέχω σε διαγωνισμούς. Δεν μου γεννούν την εμπιστοσύνη, και δεν μου αρέσει αυτό που κάνουν.
Το τι θα διαλέξει μια επιτροπή μάς λέει περισσότερα πράγματα για την ίδια την επιτροπή – για τα άτομα που την απαρτίζουν – παρά για το εκλεγμένο έργο τέχνης.
Είναι όπως όταν κάποιος σού πει ότι είσαι ηλίθιος. Αυτό δείχνει πιο πολλά για εκείνον – για το τι θεωρεί “ηλίθιο”, ή για το τι τον έκανε να θέλει να σε βρίσει – παρά για εσένα.
Στην εποχή της ελεύθερης πληροφορίας του Διαδικτύου, όπου δεν κάνουν πια κουμάντο μόνο οι λίγοι, οι δικτυωμένοι, και οι λεφτάδες στο ποιες ιδέες κυκλοφορούν, θα περίμενε κανείς ότι θα είχαμε οι ίδιοι βρει έναν τρόπο να εντοπίζουμε και να ξεχωρίζουμε τα έργα τέχνης που είναι για εμάς κορυφαία, όχι για ένα αμφιλεγόμενο “κονκλάβιο”· αλλά δυστυχώς, ακόμα, υστερούμε λιγάκι σ’αυτό.
Alternate link: https://www.fantastikosorizontas.gr/skiodi-paralipomena/_oute_ligo

Τον βλέπεις πώς σε βλέπει; Τον βλέπεις;
Όπως είχα πει σ’ένα προηγούμενο post, στις διακοπές κάνω διακοπή, δηλαδή δεν μπαίνω στο διαδίκτυο για δέκα, δεκαπέντε μέρες. Θέλω αποτοξίνωση, θέλω κάτι διαφορετικό. Το έκανα αυτό από παλιά, και θυμάμαι τότε ότι, όταν επέστρεφα πάλι στο διαδίκτυο, έβρισκα τόσα πολλά πράγματα να με περιμένουν που δεν προλάβαινα να τα κοιτάξω.
Σήμερα, δεν συμβαίνει το ίδιο. Βασικά, συμβαίνει το αντίθετο. Δεν βρίσκω αρκετά πράγματα που να θεωρώ ότι μ’ενδιαφέρουν. Και τώρα παρακολουθώ τουλάχιστον τα τριπλάσια websites απ’ό,τι παρακολουθούσα τότε. Παρακολουθώ δεκάδες RSS feed, προσπαθώντας μέσα σ’όλα αυτά να εντοπίσει – μάταια, ορισμένες φορές – κάτι που αληθινά να αισθανθώ ότι με ενδιαφέρει. Παλιά – εν έτει 2009, ας πούμε – παρακολουθούσα τέσσερα, πέντε websites.
Παραδέχομαι ότι ίσως να φταίω, ώς έναν βαθμό, ο ίδιος. Έχω δει πολλά πλέον, έχω μεγαλώσει· δεν εντυπωσιάζομαι τόσο εύκολα. Αλλά δεν νομίζω ότι είναι μόνο αυτό. Δεν νομίζω ότι αυτό αποτελεί καν το 25% της νοσηρής κατάστασης.
Το διαδίκτυο είναι πεσμένο. Πολύ απλά, κανένας δεν ανεβάζει πια το υλικό που ανέβαινε τότε. Ούτε υπάρχει ο ίδιος ενθουσιασμός για τίποτα. Ούτε κατά διάνοια.
Ναι, κυκλοφορεί τώρα περισσότερος κόσμος στο διαδίκτυο, αναμφίβολα. Όμως ο περισσότερος κόσμος δεν συνεπάγεται περισσότερα ενδιαφέροντα πράγματα. Και, όπως φαίνεται, αυτά τα δύο είναι, ώς ένα σημείο, αντιστρόφως ανάλογα ίσως. Επικρατεί μια γενικευμένη αποτελμάτωση.
Τώρα, μπορεί ν’αφήσω το διαδίκτυο για καμιά δεκαριά μέρες ενώ δεν είμαι σε διακοπές (και λέγοντας να το αφήσω εννοώ να μην κοιτάξω τα δεκάδες feed που παρακολουθώ, όχι να μη συνδεθώ καθόλου) και μετά να βρω μόνο ένα οριακά ενδιαφέρον πράγμα... δύο... τρία. Άντε, το πολύ, τέσσερα. Και δεν είχα κοιτάξει τίποτα για δέκα μέρες. Παλιά, δέκα μέρες ήταν ένας αιώνας στο διαδίκτυο. Δεν ήξερες τι να πρωτοδείς. Αισθανόσουν ότι είχες χάσει θησαυρούς.
Δεν ισχύει πια. Ακόμα μια βαρετή βόλτα...
Όταν το πιο ενδιαφέρον που βρίσκεις είναι μαλακίες για τον κορονοϊό, τότε ξέρεις ότι εδώ κάτι δεν πάει καθόλου καλά. (Ευτυχώς που έχουμε κορονοπανούκλα για να συζητάμε κάτι οριακά ενδιαφέρον... Κατάντια.)
Και δεν είμαι ο μόνος που έχω παρατηρήσει ότι το διαδίκτυο είναι πεσμένο. Από τότε που έγινε internet of things, έγινε και internet of blings – και, ναι, το ξέρω ότι αυτή η τελευταία δεν είναι πραγματική λέξη.
Χρειάζεται απεγνωσμένα μια Διαδικτυακή Αναγέννηση. Θα γίνει ποτέ;
Τελευταία ακούω ότι έγινε ένας μικρός σάλος με δύο νέα σκίτσα του Αρκά για τις μάσκες. Ένα, δύο. (Και με πιάνει ανατριχίλα που βάζω links για το Facebook, αλλά μην είμαστε προκατειλημμένοι...)
Εντάξει, εκτός του ότι αυτά τα συγκεκριμένα δεν είναι και τίποτα το σπουδαίο ως σκίτσα ή ως αστεία, ο Αρκάς έχει σκιτσάρει στο παρελθόν κάποια πολύ πετυχημένα πράγματα – βλ. Ισοβίτης – αλλά και κάποια που δεν ήταν και τόσο πετυχημένα. Φυσικό, ύστερα από όλα αυτά που έχει φτιάξει· δεν το λέω ως μομφή.
Και είμαι σίγουρος ότι σήμερα, με αυτά τα σκίτσα για τις μάσκες, οι θιασώτες των μασκών θα έχουν αναμφίβολα καταχαρεί αφού προωθούν την προπαγάνδα τους εναντίον των... εεε... συνωμοσιολόγων, φυσικά· συνωμοσιολόγων...
Αλλά εγώ έχω να προτείνω στον κύριο Αρκά να κάνει ένα άλλο σκίτσο: Να ζωγραφίσει μια πλατεία που θα είναι γεμάτη νεκρούς, μασκοφορεμένους νεκρούς. Και παραδίπλα στην πλατεία θα στέκονται δύο ζωντανοί, μασκοφορεμένοι ζωντανοί, και ο ένας θα λέει στην άλλη: «Είδες που σ’τα έλεγα, Ευλαμπία; Οι μάσκες μάς έσωσαν!»
121η σελίδα από τις 183
Επίσης . . .
Περί Γραφής: Τελεία και ΟΧΙ Παύλα, Ξανά
Αυτό το άρθρο είναι συνέχεια του προηγούμενου: Τελεία και ΟΧΙ Παύλα. Εν μέρει, μου έδωσε έμπνευση να το γράψω κάποιος που ανέφερε κάτι σε ένα από τα σόσιαλ μύδια. Και λέω εν μέρει γιατί δεν χρειάζομαι ποτέ και πολλή έμπνευση για να γράψω για τη στίξη. Έχω μια σχέση αγάπης-μίσους μαζί της. Ξεκίνησα να γράφω ως τελείως άσχετος με τη στίξη, μην έχοντας ιδέα ποια θα μπορούσε ποτέ να ήταν η χρήση της άνω τελείας: ίσως ακόμα και του κόμματος. Έφτασα σε σημείο να νομίζω ότι έβαζα σωστά τη στίξη, αλλά απλά το νόμιζα μόνο. Και κατέληξα να συμπεράνω πόσο ανόητος είσαι όταν νομίζεις ότι «ξέρεις» τη χρήση της στίξης, και πόσο υποκειμενική μπορεί να είναι η στίξη. Αλλά όχι και στα πάντα. Υπάρχουν κι ορισμένα σταθερά πράγματα. Και υπάρχει και μια κάποια... αισθητική. Ναι, αισθητική.
Έτσι, γράφουμε τώρα συνέχεια του προηγούμενου άρθρου γιατί, πολύ απλά, το θεωρώ ενδιαφέρον να γράψω συνέχεια. Και έχει νόημα. Ακολουθήστε με...
Σχετικά με την παύλα μπορεί να υπάρξει ένα ερώτημα: Γιατί να μην κολλά επάνω στις λέξεις; Να, για παράδειγμα, δες τι γίνεται με όλα τα άλλα σημεία στίξης: κολλάνε επάνω στις λέξεις. Η παύλα γιατί να μην κολλά; Στο πηγάδι κατούρησε;
Το θέμα είναι το εξής: όλα τα άλλα σημεία στίξης (εκτός, ίσως, από το θαυμαστικό) είναι αρκετά παλιά. Η παύλα – εκτός αν κάνω τρομερό λάθος – είναι πιο πρόσφατη. Δεν υπήρχε παλιά. Και, παρότι ουσιαστικά συντακτικό σημείο στίξης (όχι σχολιαστικό, όπως το θαυμαστικό), είναι κάπως ιδιαίτερο, και έχει κατά καιρούς χρησιμοποιηθεί με διάφορους τρόπους. Ακόμα και σαν να ήταν σχολιαστικό!
Η παύλα, σε κάποια κείμενα, μπορεί να βρεθεί να αντικαθιστά μέχρι και την τελεία, ή μπορεί να μπαίνει και μαζί με την τελεία. Ή όπου αλλού μπορείς να διανοηθείς. Πολλοί πιστεύουν, δε, ότι χρησιμοποιείται απλώς για να τονίσει την επόμενη λέξη, ή φράση: ή τη λέξη, ή φράση, που κλείνεται ανάμεσα στις παύλες.
Επικρατεί μια σύγχυση.
Αλλά, στην πραγματικότητα, σύγχυση δεν υφίσταται. Είναι συντακτικό σημείο στίξης, ουσιαστικά, όχι σχολιαστικό.
Όλα τα άλλα σημεία στίξης κολλάνε επάνω στις λέξεις, ναι. Αλλά κολλάνε ανεξαιρέτως (πλην της παρένθεσης) στο τέλος της λέξης, ποτέ στην αρχή. Κόμμα, τελεία, άνω τελεία, ερωτηματικό, θαυμαστικό... τα έχετε δει ποτέ στην αρχή; Πάντα στο τέλος κολλάνε.
Και ρωτάω τώρα: Η παύλα πού κολλάει; Στην αρχή, ή στο τέλος;
Επιλογές Οκτωβρίου (21/10)
Sanjulián (τέχνη) & Rudolf Kalvach (παράξενες κάρτες – 1907) & Hannah Flowers (τέχνη) & Το σπίτι που εξαφανίστηκε & Michael Kaluta (τέχνη) & Οι εικονογράφοι του Poe & Η γηραιότερη χελώνα της γης (αθάνατη;) & 221 Camera Obscuras & Infinite Jungle (στον browser σας) & Robin F. Williams (τέχνη) & Rottweilin (τέχνη) & Στα ίχνη των Shonokin (του Manly Wade Wellman) & Κόμιξ με τον Elric (1970) & περισσότερα στο LinX

Περί Γραφής: Τελεία και ΟΧΙ παύλα
Σε ελληνικά κείμενα (λογοτεχνικά και μη) είναι αρκετά συχνό να συναντήσουμε το εξής συντακτικό φαινόμενο το οποίο θα δείξω με ένα απλό παράδειγμα γιατί έτσι είναι πολύ πιο εύκολο:
Οι καβαλάρηδες έρχονταν μέσα από το λιόγερμα, πάνω από τους λόφους –μια ντουζίνα φιγούρες σε ψηλά άλογα, γκρίζα και λευκά, με μανδύες να τινάζονται πίσω τους–, αλλά δεν είχαν προσέξει ότι στο κατόπι τους ήταν τέσσερις απειλητικές κατάμαυρες σκιές...
Αυτό το κείμενο μοιάζει καλό, γενικά· και είναι, ουσιαστικά. Αλλά προσέξτε πώς χρησιμοποιούνται οι παύλες. Σαν παρενθέσεις! Η πρώτη παύλα κολλάει επάνω στο μια και η δεύτερη (που κλείνει την παρένθεση) κολλάει επάνω στο τους· και μετά απ’αυτή τη δεύτερη παύλα έρχεται κι ένα κόμμα.
Εδώ το πρόβλημα είναι διπλό.
Πρόβλημα πρώτο: Γιατί οι παύλες να κολλάνε επάνω στις λέξεις σαν να είναι παρενθέσεις; Η παύλα δεν είναι παρένθεση· είναι τελείως διαφορετικό σημείο στίξης.
Πρόβλημα δεύτερο: Τι δουλειά έχει το κόμμα μετά την παύλα; Δεν έχει καμία δουλειά εκεί· η παύλα, κανονικά, το αντικαθιστά. Δεν είναι παρένθεση.