Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
4 / 6 / 2021

Από παλιά με εξέπλητταν κάποιες συμβουλές που δίνουν ορισμένα βιβλία για το πώς να γράφεις λογοτεχνία, ή παρόμοιες οδηγίες που δίνουν κάποια εργαστήρια δημιουργικής γραφής – αναφερόμενος, κυρίως αλλά όχι αποκλειστικά, στη διεθνή λογοτεχνία. Παρουσιάζουν «κανόνες» ως γενικές αλήθειες οι οποίοι, όμως, δεν είναι γενικές αλήθειες αλλά προτιμήσεις. (Πολύ λίγα πράγματα, άλλωστε, στη λογοτεχνία είναι «γενικές αλήθειες», αν το καλοσκεφτείς.)

Μικρός, που κυνηγούσα πολύ περισσότερο πράγματα όπως βιβλία για το πώς να γράφεις, είχε τύχει να διαβάσω συμβουλές που, ακόμα και τότε, μου φαίνονταν αστείες αν όχι αρτηριοσκληρωτικές και αντιδημιουργικές. Είχα διαβάσει, για παράδειγμα, ότι ο «κακός» (villain) της ιστορίας πρέπει να έχει εμφανιστεί ώς το κεφάλαιο 3. Ή, ότι δεν μπορείς να προσθέτεις καινούργιους χαρακτήρες μετά από το 1/3 του βιβλίου. Ή, ότι η πλοκή πρέπει να ακολουθεί μια συγκεκριμένη μορφή σταδιακής ανόδου, κορύφωσης, και πτώσης (τέλους ιστορίας).

Όλα αυτά στοχεύουν στο να γράψει κανείς, υποτίθεται, καλύτερες ιστορίες για τον αναγνώστη. Αλλά τι σημαίνει «καλύτερη ιστορία» για τον αναγνώστη; Το να διαβάζει συνεχώς την ίδια και την ίδια μορφή, χωρίς παρεκκλίσεις; Να αποχαυνώνεται;

Ουσιαστικά, όλα αυτά ποντάρουν στη διαμόρφωση μιας αγοράς που θέλει να θεωρεί τους αναγνώστες λιγάκι κουτούς, ανθρώπους που ζητάνε διαρκή επανάληψη χωρίς να πεθαίνουν από την ανία.

Ορισμένες άλλες «συμβουλές» που μπορεί να ακούσεις έχουν να κάνουν ξεκάθαρα με την αγορά «την οποία έχεις στόχο». Όπως: αν θες να πουλήσεις στην αγορά τρόμου, πρέπει να γράφεις έτσι κι έτσι κι έτσι· αν θες να πουλήσεις στην αγορά ρομάντζου, πρέπει να γράφεις αυτό κι αυτό κι αυτό.

Ναι, σίγουρα υπάρχουν κάποιες διαφοροποιήσεις ανάμεσα στα λογοτεχνικά είδη· όμως, αν συνεχώς αυτά τα είδη ακολουθούν παγιωμένες μορφές, τότε δεν βλέπεις και καμιά εξέλιξη...

Έτσι, ακόμα και σήμερα, που υποτίθεται πως έχουν ανοίξει οι ορίζοντες με το διαδίκτυο και ο καθένας μπορεί να κυκλοφορήσει ό,τι θέλει, δύσκολα βρίσκεις πραγματικά δημιουργικές γραφές που ξεφεύγουν από τα καθιερωμένα πλαίσια.

Στην Ελλάδα, το πρόβλημα δεν είναι ακριβώς αυτό, γιατί δεν έχουμε ουσιαστικά αγορά βιβλίου της προκοπής· αλλά έχουμε παρόμοια προβλήματα για τα οποία είχα γράψει πρόσφατα.

 

1 / 6 / 2021

Παρότι το Forbidden Knowledge προς το τέλος δεν με άφησε και τόσο ικανοποιημένο, αποφάσισα να πάω στη συνέχειά του, το A Dark and Hungry God Arises. Αμέσως παρατηρείς ότι η αφήγηση αλλάζει κάπως, καθώς εδώ χρησιμοποιούνται πολύ περισσότερες οπτικές γωνίες χαρακτήρων. Είναι γραμμένο περίπου σαν το A Song of Ice and Fire, του GRR Martin, με το όνομα του χαρακτήρα οπτικής γωνίας στην αρχή κάθε κεφαλαίου· αλλά εδώ δεν γίνεται πάντα εναλλαγή ανά κεφάλαιο, έτσι μπορεί να έχεις, πχ, τρία συνεχόμενα κεφάλαια με τον ίδιο χαρακτήρα.

Αυτό είναι λιγάκι ανανεωτικό σε σχέση με το τέλος του Forbidden Knowledge, αλλά και πάλι η ιστορία έχω την αίσθηση ότι κινείται με ρυθμό σαλιγκαριού. Υπάρχει τόση πολύ ενδοσκόπηση στους χαρακτήρες που αυτό λειτουργεί ως εμπόδιο για να προχωρήσουμε παρακάτω. Από την άλλη, είναι, βέβαια, αρχή ακόμα για να βγάλουμε συμπεράσματα...

Το Legions of Antares, ένα από τα βιβλία της σειράς Dray Prescot το οποίο διαβάζω τώρα, καθώς και όλα τα βιβλία αυτής της σειράς, είναι το τελείως αντίθετο πράγμα από το A Dark and Hungry God Arises. Η ιστορία κινείται με φρενήρεις ρυθμούς· κινείται τόσο γρήγορα, σε κάποιες στιγμές, που σε ζαλίζει, δυσκολεύεσαι (οριακά) να την παρακολουθήσεις. Ωστόσο, το Legions of Antares δεν είναι σαν τα παλιότερα βιβλία της σειράς Dray Prescot (όχι τα πρώτα πέντε – αυτά δεν ήταν και τόσο καλά – αλλά τα επόμενα)· εκείνα είχαν περισσότερη δημιουργικότητα και ενθουσιασμό, νομίζω. Εδώ είναι σαν να υπάρχει μια σχετική ακινησία στην ιστορία παρότι η πλοκή κινείται εξωφρενικά γρήγορα!

Η αλήθεια είναι πως αυτή τη χρονιά, μέχρι στιγμής, δεν έχω βρει κανένα βιβλίο που να με συνεπάρει. Μου άρεσαν περισσότερο το Their Master's War, του Mick Farren, και το The Lazarus Effect, του Frank Herbert. Αλλά τίποτα περισσότερο από αυτό. Λίγο πιο πάνω από το μέτριο.

Ορισμένες φορές τυχαίνει να μη μπορείς να βρεις καλό βιβλίο, και μετά ίσως να βρεις τρία καλά βιβλία στη σειρά! Και όταν λέω «καλό βιβλίο» το εννοώ από υποκειμενική άποψη κυρίως. Κάποια βιβλία μπορεί να μην είναι «αντικειμενικά» καλά από λογοτεχνική άποψη αλλά, για διάφορους λόγους, να μου αρέσουν – να παίζουν με μια ενδιαφέρουσα ιδέα, να επιδεικνύουν τρομερή δημιουργικότητα, ή απλά να έχουν πλάκα.

 

31 / 5 / 2021

Η Κυρά των Δηλητηρίων.

Μυστηριακές Οντότητες

 

29 / 5 / 2021

Κυκλοφορεί ένας μύθος για τις λογοτεχνικές ιστορίες ανάμεσα σε διάφορους λογοτέχνες, αλλά και σε εργαστήρια γραφής, ότι αν δεν έχεις συγκεκριμένο σχέδιο για την πλοκή θα φτάσεις σε αδιέξοδο και δεν θα μπορείς να προχωρήσεις, δεν θα ξέρεις τι να γράψεις παρακάτω, θα αναγκάστεις να τα παρατήσεις ή να φτάσεις σε κάποιο βλακώδες τέλος υποχρεωτικά.

Αλλά αυτό δεν αληθεύει. Χρόνια γράφω ιστορίες τελείως διαισθητικά. Ποτέ δεν έχω προδιαγράψει τι θα συμβεί παρακάτω μέσα στην πλοκή, απλώς μερικές φορές έχω μια κάποια γενική ιδέα. Δεν έχω ποτέ φτάσει σε αδιέξοδο. Μερικές φορές μπορεί να σου δοθεί η εντύπωση ότι έχεις φτάσει σε αδιέξοδο, αλλά δεν είναι πραγματικά αδιέξοδο. Γιατί όλες οι ιστορίες έχουν κάποια συνέχεια· είναι μια αφηγηματική ροή. Η αφηγηματική ροή δεν σταματά μέχρι που να καταλήξει σε κάποιο φυσικό τέλος. Το πρόβλημα δεν είναι ποτέ ότι έχεις φτάσει σε αδιέξοδο· το πρόβλημα είναι ότι έχεις χάσει, για κάποιο λόγο, την αφηγηματική ροή. Όταν την ξαναβρείς, απλά συνεχίζεις να την ακολουθείς και βλέπεις πού θα σε οδηγήσει. Αρκετές φορές μπορεί να σε εκπλήξει, να φτάσεις κάπου όπου δεν περίμενες. Αλλά αυτό δεν είναι κακό: είναι μέρος της όλης διαδικασίας.

Σε τελική ανάλυση, αν γράψεις κάτι που εκπλήσσει εσένα, δεν θα είναι επίσης μια έκπληξη για τον αναγνώστη; Κατά πάσα πιθανότητα, θα είναι.

Γι’αυτό πάντα πρέπει να αφηγείσαι μια ιστορία σαν να την παρακολουθούσες, όχι σαν να την κατέγραφες διαδικαστικά.

 

27 / 5 / 2021

Χάος...

Μυστηριακές Οντότητες

 

90η σελίδα από τις 183

Προηγούμενη σελίδα

Επόμενη σελίδα

 

Επίσης . . .

Περί Γραφής: Τελεία και ΟΧΙ Παύλα, Ξανά


Αυτό το άρθρο είναι συνέχεια του προηγούμενου: Τελεία και ΟΧΙ Παύλα. Εν μέρει, μου έδωσε έμπνευση να το γράψω κάποιος που ανέφερε κάτι σε ένα από τα σόσιαλ μύδια. Και λέω εν μέρει γιατί δεν χρειάζομαι ποτέ και πολλή έμπνευση για να γράψω για τη στίξη. Έχω μια σχέση αγάπης-μίσους μαζί της. Ξεκίνησα να γράφω ως τελείως άσχετος με τη στίξη, μην έχοντας ιδέα ποια θα μπορούσε ποτέ να ήταν η χρήση της άνω τελείας: ίσως ακόμα και του κόμματος. Έφτασα σε σημείο να νομίζω ότι έβαζα σωστά τη στίξη, αλλά απλά το νόμιζα μόνο. Και κατέληξα να συμπεράνω πόσο ανόητος είσαι όταν νομίζεις ότι «ξέρεις» τη χρήση της στίξης, και πόσο υποκειμενική μπορεί να είναι η στίξη. Αλλά όχι και στα πάντα. Υπάρχουν κι ορισμένα σταθερά πράγματα. Και υπάρχει και μια κάποια... αισθητική. Ναι, αισθητική.

Έτσι, γράφουμε τώρα συνέχεια του προηγούμενου άρθρου γιατί, πολύ απλά, το θεωρώ ενδιαφέρον να γράψω συνέχεια. Και έχει νόημα. Ακολουθήστε με...

Σχετικά με την παύλα μπορεί να υπάρξει ένα ερώτημα: Γιατί να μην κολλά επάνω στις λέξεις; Να, για παράδειγμα, δες τι γίνεται με όλα τα άλλα σημεία στίξης: κολλάνε επάνω στις λέξεις. Η παύλα γιατί να μην κολλά; Στο πηγάδι κατούρησε;

Το θέμα είναι το εξής: όλα τα άλλα σημεία στίξης (εκτός, ίσως, από το θαυμαστικό) είναι αρκετά παλιά. Η παύλα – εκτός αν κάνω τρομερό λάθος – είναι πιο πρόσφατη. Δεν υπήρχε παλιά. Και, παρότι ουσιαστικά συντακτικό σημείο στίξης (όχι σχολιαστικό, όπως το θαυμαστικό), είναι κάπως ιδιαίτερο, και έχει κατά καιρούς χρησιμοποιηθεί με διάφορους τρόπους. Ακόμα και σαν να ήταν σχολιαστικό!

Η παύλα, σε κάποια κείμενα, μπορεί να βρεθεί να αντικαθιστά μέχρι και την τελεία, ή μπορεί να μπαίνει και μαζί με την τελεία. Ή όπου αλλού μπορείς να διανοηθείς. Πολλοί πιστεύουν, δε, ότι χρησιμοποιείται απλώς για να τονίσει την επόμενη λέξη, ή φράση: ή τη λέξη, ή φράση, που κλείνεται ανάμεσα στις παύλες.

Επικρατεί μια σύγχυση.

Αλλά, στην πραγματικότητα, σύγχυση δεν υφίσταται. Είναι συντακτικό σημείο στίξης, ουσιαστικά, όχι σχολιαστικό.

Όλα τα άλλα σημεία στίξης κολλάνε επάνω στις λέξεις, ναι. Αλλά κολλάνε ανεξαιρέτως (πλην της παρένθεσης) στο τέλος της λέξης, ποτέ στην αρχή. Κόμμα, τελεία, άνω τελεία, ερωτηματικό, θαυμαστικό... τα έχετε δει ποτέ στην αρχή; Πάντα στο τέλος κολλάνε.

Και ρωτάω τώρα: Η παύλα πού κολλάει; Στην αρχή, ή στο τέλος;

[Συνέχισε να διαβάζεις]

 

Επιλογές Οκτωβρίου (21/10)


Sanjulián (τέχνη) & Rudolf Kalvach (παράξενες κάρτες – 1907) & Hannah Flowers (τέχνη) & Το σπίτι που εξαφανίστηκε & Michael Kaluta (τέχνη) & Οι εικονογράφοι του Poe & Η γηραιότερη χελώνα της γης (αθάνατη;) & 221 Camera Obscuras & Infinite Jungle (στον browser σας) & Robin F. Williams (τέχνη) & Rottweilin (τέχνη) & Στα ίχνη των Shonokin (του Manly Wade Wellman) & Κόμιξ με τον Elric (1970) & περισσότερα στο LinX

 

Περί Γραφής: Τελεία και ΟΧΙ παύλα


Σε ελληνικά κείμενα (λογοτεχνικά και μη) είναι αρκετά συχνό να συναντήσουμε το εξής συντακτικό φαινόμενο το οποίο θα δείξω με ένα απλό παράδειγμα γιατί έτσι είναι πολύ πιο εύκολο:

Οι καβαλάρηδες έρχονταν μέσα από το λιόγερμα, πάνω από τους λόφους –μια ντουζίνα φιγούρες σε ψηλά άλογα, γκρίζα και λευκά, με μανδύες να τινάζονται πίσω τους–, αλλά δεν είχαν προσέξει ότι στο κατόπι τους ήταν τέσσερις απειλητικές κατάμαυρες σκιές...

Αυτό το κείμενο μοιάζει καλό, γενικά· και είναι, ουσιαστικά. Αλλά προσέξτε πώς χρησιμοποιούνται οι παύλες. Σαν παρενθέσεις! Η πρώτη παύλα κολλάει επάνω στο μια και η δεύτερη (που κλείνει την παρένθεση) κολλάει επάνω στο τους· και μετά απ’αυτή τη δεύτερη παύλα έρχεται κι ένα κόμμα.

Εδώ το πρόβλημα είναι διπλό.

Πρόβλημα πρώτο: Γιατί οι παύλες να κολλάνε επάνω στις λέξεις σαν να είναι παρενθέσεις; Η παύλα δεν είναι παρένθεση· είναι τελείως διαφορετικό σημείο στίξης.

Πρόβλημα δεύτερο: Τι δουλειά έχει το κόμμα μετά την παύλα; Δεν έχει καμία δουλειά εκεί· η παύλα, κανονικά, το αντικαθιστά. Δεν είναι παρένθεση.

[Συνέχισε να διαβάζεις]