Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
23 / 4 / 2021

Πριν από κάνα μήνα είχα γράψει ένα post για το αιώνιο πρόβλημα που έχουν οι συγγραφείς – ειδικά οι λογοτέχνες – στην Ελλάδα: να μη μπορούν να βγάλουν φράγκο από τα βιβλία τους.

Το post το είχα γράψει με έναυσμα ένα άρθρο που είχα διαβάσει στον Αναγνώστη. Το ξανασκεφτόμουν τώρα το θέμα και θέλω να επεκτείνω.

Ναι, σίγουρα υπάρχει ένα πρόβλημα γενικής νοοτροπίας στο γιατί οι συγγραφείς δεν μπορούν να βγάλουν λεφτά στην Ελλάδα· όμως αυτό το πρόβλημα εστιάζεται, νομίζω, σε δύο πράγματα. Και είναι κάτι που προϋπήρχε· δεν το έφερε η οικονομική κρίση, ούτε η πανδημία, αν και αυτά το επιδείνωσαν αναμφίβολα.

Στην Ελλάδα, αιωνίως, μόνο δύο ειδών λογοτεχνικά βιβλία μπορούσαν να πουλήσουν – να βγάλει ο συγγραφέας μερικά ελάχιστα χρήματα, συνήθως – ή να επιφέρουν παλαμάκια από κάποιο κοινό ή κανένα βραβείο από κάποια επιτροπή. Και αυτά τα δύο είδη λογοτεχνικών βιβλίων είναι τα εξής:

Ή πρέπει κάποιος να γράφει για «ευαίσθητα κοινωνικά θέματα», για τον «άνθρωπο της διπλανής πόρτας» ή για κάτι παρόμοιο· ή πρέπει να γράφει για εθνικά θέματα όπως αυτά που σχετίζονται με Αρχαία Ελλάδα, την Ελληνική Επανάσταση, και τα λοιπά. (Υπάρχει, βέβαια, κι ένα τρίτο είδος – το ρομάντζο – που πουλάει κυρίως, αν όχι αποκλειστικά, σε γυναικείο κοινό· αλλά δεν αναφέρομαι σ’αυτό γιατί είναι παγκόσμιο φαινόμενο, όχι μόνο ελληνικό, και πάντα θα ισχύει: και δεν ξέρω καν αν θα το χαρακτήριζα αρνητικό που ισχύει.)

Δηλαδή, στην Ελλάδα, για να είναι ένα λογοτεχνικό βιβλίο mainstream και να μπορεί να λάβει τη μικρή αναγνώριση που μπορεί να λάβει πρέπει να αναφέρεται σε συγκεκριμένες ιδεοληψίες ή εμμονές των Ελλήνων οι οποίες νομίζεις πως ή σχετίζονται με την Αριστερά (κοινωνικά θέματα και τα λοιπά, συνήθως) ή τη Δεξιά (εθνικά θέματα και τα λοιπά, συνήθως).

Δεν φαίνεται να υπάρχει κανένας χώρος για τίποτα πέρα από αυτά τα δύο. Τα βιβλία που δεν ανταποκρίνονται σε αυτά τα κριτήρια, ειδικά τα αντισυμβατικά βιβλία, ή παραγκωνίζονται ή αγνοούνται επιδεικτικά, ασχέτως της ικανότητας, της έμπνευσης, ή της αισθητικής του συγγραφέα τους. Επικρατεί η λογική «ή γράφεις αυτό που θέλουμε να γράψεις ή άι γαμήσου». (Εξαίρεση αποτελούν, φυσικά, τα πολύ γνωστά βιβλία που μας έρχονται από το εξωτερικά τα οποία, ασχέτως αντισυμβατικότητας, πωλούνται με το καλάθι.)

Υφίστανται και κάποιες ομάδες που υποτίθεται πως αντιπροσωπεύουν τα «εναλλακτικά» είδη, ή τα αντισυμβατικά· αλλά κι αυτοί πάλι είναι βυθισμένοι σε μια άλλη νοσηρή κατάσταση. Αν σε ξέρουν και σε θεωρούν δικό τους, μπορεί – μπορεί – να πουν πέντε λόγια για σένα (και μέχρι εκεί, βέβαια, φτάνει συνήθως η επιρροή τους). Κι αυτό συμβαίνει όταν δεν έχουν άσκοπους διαξιφισμούς αναμεταξύ τους.

Επικρατεί, γενικά, σε όλους τους λογοτεχνικούς χώρους μια κατάσταση στατικότητας και στασιμότητας, που όχι μόνο καταστρέφει την οποιαδήποτε αληθινή αγορά θα μπορούσε να δημιουργηθεί αλλά και αποτρέπει ενεργά – αν όχι δηλωμένα – την οποιαδήποτε μορφή λογοτεχνίας ξεφεύγει από το δίπολο που ανέφερα παραπάνω ή την οποιαδήποτε αντισυμβατική λογοτεχνία εν γένει.

Δεν είναι παράξενο που οι συγγραφείς αποθαρρύνονται και τα παραπατάνε, ή που δεν προσπαθούν αρκετά να βελτιώσουν τη γραφή τους, ή που τελικά κάνουν ότι τους υποδεικνύει το επικρατούν λογοτεχνικό σύστημα. Οδηγούνται εκεί.

Μη βλέπετε τι κάνω εγώ και πιθανώς και ορισμένοι άλλοι. Είμαστε η εξαίρεση. Εγώ δεν θα μπορούσα να υπάρξω χωρίς να γράφω τη λογοτεχνία που θέλω να γράφω. Είμαστε φανατικοί της λογοτεχνίας. Γράφουμε ούτως ή άλλως, ασχέτως πωλήσεων, ασχέτως οποιασδήποτε αναγνώρισης. Γιατί η μεγαλύτερη αμοιβή μας είναι η ίδια διαδικασία.

Και, αν και αληθινά πιστεύω ότι η ίδια η διαδικασία είναι η αληθινή αμοιβή οποιουδήποτε αληθινή συγγραφέα, δεν είναι αυτό μοντέλο για να στηθεί μια ανεξάρτητη λογοτεχνική σκηνή και από αυτήν να προκύψει και μια βιώσιμη αγορά λογοτεχνικών βιβλίων, όπου ο καθένας – ανεξαρτήτως γνωριμιών ή φιλικών σχέσεων με ομάδες ή κόμματα – θα μπορεί να δημοσιεύσει τα βιβλία του και να έχει μια βασική πρόσοδο από αυτά.

Τέτοιο πράγμα, όμως, μοιάζει εξωφρενικό να μπορεί να συμβεί...

 

 

Επίσης . . .

Περί Γραφής: Τελεία και ΟΧΙ Παύλα, Ξανά


Αυτό το άρθρο είναι συνέχεια του προηγούμενου: Τελεία και ΟΧΙ Παύλα. Εν μέρει, μου έδωσε έμπνευση να το γράψω κάποιος που ανέφερε κάτι σε ένα από τα σόσιαλ μύδια. Και λέω εν μέρει γιατί δεν χρειάζομαι ποτέ και πολλή έμπνευση για να γράψω για τη στίξη. Έχω μια σχέση αγάπης-μίσους μαζί της. Ξεκίνησα να γράφω ως τελείως άσχετος με τη στίξη, μην έχοντας ιδέα ποια θα μπορούσε ποτέ να ήταν η χρήση της άνω τελείας: ίσως ακόμα και του κόμματος. Έφτασα σε σημείο να νομίζω ότι έβαζα σωστά τη στίξη, αλλά απλά το νόμιζα μόνο. Και κατέληξα να συμπεράνω πόσο ανόητος είσαι όταν νομίζεις ότι «ξέρεις» τη χρήση της στίξης, και πόσο υποκειμενική μπορεί να είναι η στίξη. Αλλά όχι και στα πάντα. Υπάρχουν κι ορισμένα σταθερά πράγματα. Και υπάρχει και μια κάποια... αισθητική. Ναι, αισθητική.

Έτσι, γράφουμε τώρα συνέχεια του προηγούμενου άρθρου γιατί, πολύ απλά, το θεωρώ ενδιαφέρον να γράψω συνέχεια. Και έχει νόημα. Ακολουθήστε με...

Σχετικά με την παύλα μπορεί να υπάρξει ένα ερώτημα: Γιατί να μην κολλά επάνω στις λέξεις; Να, για παράδειγμα, δες τι γίνεται με όλα τα άλλα σημεία στίξης: κολλάνε επάνω στις λέξεις. Η παύλα γιατί να μην κολλά; Στο πηγάδι κατούρησε;

Το θέμα είναι το εξής: όλα τα άλλα σημεία στίξης (εκτός, ίσως, από το θαυμαστικό) είναι αρκετά παλιά. Η παύλα – εκτός αν κάνω τρομερό λάθος – είναι πιο πρόσφατη. Δεν υπήρχε παλιά. Και, παρότι ουσιαστικά συντακτικό σημείο στίξης (όχι σχολιαστικό, όπως το θαυμαστικό), είναι κάπως ιδιαίτερο, και έχει κατά καιρούς χρησιμοποιηθεί με διάφορους τρόπους. Ακόμα και σαν να ήταν σχολιαστικό!

Η παύλα, σε κάποια κείμενα, μπορεί να βρεθεί να αντικαθιστά μέχρι και την τελεία, ή μπορεί να μπαίνει και μαζί με την τελεία. Ή όπου αλλού μπορείς να διανοηθείς. Πολλοί πιστεύουν, δε, ότι χρησιμοποιείται απλώς για να τονίσει την επόμενη λέξη, ή φράση: ή τη λέξη, ή φράση, που κλείνεται ανάμεσα στις παύλες.

Επικρατεί μια σύγχυση.

Αλλά, στην πραγματικότητα, σύγχυση δεν υφίσταται. Είναι συντακτικό σημείο στίξης, ουσιαστικά, όχι σχολιαστικό.

Όλα τα άλλα σημεία στίξης κολλάνε επάνω στις λέξεις, ναι. Αλλά κολλάνε ανεξαιρέτως (πλην της παρένθεσης) στο τέλος της λέξης, ποτέ στην αρχή. Κόμμα, τελεία, άνω τελεία, ερωτηματικό, θαυμαστικό... τα έχετε δει ποτέ στην αρχή; Πάντα στο τέλος κολλάνε.

Και ρωτάω τώρα: Η παύλα πού κολλάει; Στην αρχή, ή στο τέλος;

[Συνέχισε να διαβάζεις]

 

Επιλογές Οκτωβρίου (21/10)


Sanjulián (τέχνη) & Rudolf Kalvach (παράξενες κάρτες – 1907) & Hannah Flowers (τέχνη) & Το σπίτι που εξαφανίστηκε & Michael Kaluta (τέχνη) & Οι εικονογράφοι του Poe & Η γηραιότερη χελώνα της γης (αθάνατη;) & 221 Camera Obscuras & Infinite Jungle (στον browser σας) & Robin F. Williams (τέχνη) & Rottweilin (τέχνη) & Στα ίχνη των Shonokin (του Manly Wade Wellman) & Κόμιξ με τον Elric (1970) & περισσότερα στο LinX

 

Περί Γραφής: Τελεία και ΟΧΙ παύλα


Σε ελληνικά κείμενα (λογοτεχνικά και μη) είναι αρκετά συχνό να συναντήσουμε το εξής συντακτικό φαινόμενο το οποίο θα δείξω με ένα απλό παράδειγμα γιατί έτσι είναι πολύ πιο εύκολο:

Οι καβαλάρηδες έρχονταν μέσα από το λιόγερμα, πάνω από τους λόφους –μια ντουζίνα φιγούρες σε ψηλά άλογα, γκρίζα και λευκά, με μανδύες να τινάζονται πίσω τους–, αλλά δεν είχαν προσέξει ότι στο κατόπι τους ήταν τέσσερις απειλητικές κατάμαυρες σκιές...

Αυτό το κείμενο μοιάζει καλό, γενικά· και είναι, ουσιαστικά. Αλλά προσέξτε πώς χρησιμοποιούνται οι παύλες. Σαν παρενθέσεις! Η πρώτη παύλα κολλάει επάνω στο μια και η δεύτερη (που κλείνει την παρένθεση) κολλάει επάνω στο τους· και μετά απ’αυτή τη δεύτερη παύλα έρχεται κι ένα κόμμα.

Εδώ το πρόβλημα είναι διπλό.

Πρόβλημα πρώτο: Γιατί οι παύλες να κολλάνε επάνω στις λέξεις σαν να είναι παρενθέσεις; Η παύλα δεν είναι παρένθεση· είναι τελείως διαφορετικό σημείο στίξης.

Πρόβλημα δεύτερο: Τι δουλειά έχει το κόμμα μετά την παύλα; Δεν έχει καμία δουλειά εκεί· η παύλα, κανονικά, το αντικαθιστά. Δεν είναι παρένθεση.

[Συνέχισε να διαβάζεις]