Μόλις ήρθαμε από διακοπές. Καλό χειμώνα σε όλους.

|
|
Μια στιγμή... |
Το κέρατό μου γαμώ! Τι είν’ αυτοί οι λεχρίτες που δαγκώνουν τον λαιμό (και το πόδι) της όμορφης κενταυρίνας;
Βγάζεις ολόκληρη ιστορία απ’αυτό το πράγμα άμα θέλεις...
Άσε που δεν είναι “κενταυρίνα” ακριβώς. Οι κένταυροι είθισται να έχουν και χέρια και κορμό, όχι μόνο σώμα αλόγου (ή ελαφιού).
(Μια επανάληψη από το παλιό blog.)
Τι άποψη έχεις για τους πειρατές; Όχι, δεν μιλάω γι’αυτούς του Διαδικτύου· μιλάω για τους παλιούς, κακούς (;) πειρατές που κούρσευαν καράβια. Κι όταν λέω για άποψη δεν εννοώ αν τους συμπαθείς ή όχι· εννοώ πώς τους φαντάζεσαι.
Ο περισσότερος κόσμος νομίζει ότι ο παλιός πειρατής ήταν ένας τύπος με ξύλινο πόδι, γάντζο στο χέρι, καλύπτρα στο ένα μάτι, γελοίο κωνικό καπέλο στο κεφάλι, και παπαγάλο στον ώμο. Ή έναν συνδυασμό από τα άνωθεν τα στοιχεία.
Αυτή η εικόνα του πειρατή έγινε δημοφιλής από το A General History of the Pyrates και ενισχύθηκε τρομερά από τη δημοφιλή κουλτούρα τις τελευταίες δεκαετίες. Αλλά είναι τραγελαφική εικόνα, και καμιά σχέση δεν έχει με την πραγματικότητα, ή με τη λογική. Είναι πιο πολύ για διακωμώδηση των πειρατών παρά για οτιδήποτε άλλο. Αυτός είναι και ο λόγος που οι περισσότερες σύγχρονες ταινίες με πειρατές ή είναι κωμωδίες ή στα όρια της κωμωδίας. Δεν βγάζουν πια καλές ταινίες με πειρατές. Πιο σωστά παρουσιάζονται οι πειρατές στα διάφορα έργα επιστημονικής φαντασίας, ως κουρσάροι του διαστήματος, παρά οι υποτιθέμενα “πραγματικοί” κουρσάροι. Και, όχι, ούτε το Pirates of the Caribbean μού άρεσε· σταμάτησα να τα βλέπω ή από το πρώτο ή από το δεύτερο της σειράς ‒ δεν θυμάμαι ακριβώς, και πραγματικά δεν θέλω να θυμηθώ.
Αν ψάχνεις να δεις μια καλή ταινία με πειρατές, δες το Captain Blood. Τρομερή ταινία, για οποιαδήποτε εποχή.
Τέτοιες ιστορίες με κουρσάρους θέλω να βλέπω. Αλλά είναι πια πολύ δύσκολο να τις βρεις.
Και γιατί, θα μου πεις, κόπτομαι τώρα για τους πειρατές; Βασικά, ανέκαθεν μου άρεσαν οι πειρατές, και ανέκαθεν πίστευα ότι σήμερα τούς έχουν *αμήσει. Επιπλέον, τελευταία γράφω κάτι περιπέτειες με πειρατές, και το έχω πάρει λιγάκι προσωπικά το θέμα.
Εκτός αυτού, είναι ακόμα καλοκαίρι (σχετικά). Φαντάσου με τέτοιο καιρό να ήσουν κουρσάρους στο Port Royal, τη Χρυσή Εποχή της Πειρατείας. At the height of its popularity, the city had one drinking house for every 10 residents… (What the fuck?)
Παρεμπιπτόντως, για όσους νομίζουν ότι οι πειρατές είναι μόνο κάτι από το παρελθόν, ας μάθουν ότι υπάρχουν και σήμερα πολλοί σύγχρονοι πειρατές, ειδικά στις ακτές της Σομαλίας. Ορίστε και μια λίστα με καράβια που έχουν κουρσέψει από το 2005. Δεν θα ήθελα να συναντήσω αυτούς τους τύπους…
(Και ποιος είναι αυτός ο χαρούμενος κύριος, ο Jolly Roger;)
(Απλά επειδή αυτό το τραγούδι δεν θα μπορούσε να λείπει από ένα τέτοιο post. Θα ήταν παράνομο.)
Το να στρέφεις την ανοιχτή σου παλάμη προς κάποιον – να τον μουντζώνεις, κοινώς – νομίζεις ότι είναι σαν να του λες “Στο διάολο!” ή “Άι γαργαλμήσου, μαλθάκλα”, ή κάτι τέτοιο. Σωστά; Νομίζεις ότι είναι σαν να του κάνεις κωλοδάχτυλο. Έτσι;
Ναι. Αλλά το σημάδι της ανοιχτής παλάμης δεν είχε ανέκαθεν αυτή την έννοια. Και ακόμα και σήμερα σε ορισμένες περιοχές της Ελλάδας το ξέρουν. Και στην Ανατολή – ειδικά στο Ιράν και στις Ινδίες, αν δεν κάνω λάθος – φτιάχνουν “μούντζες” επάνω ή γύρω από τις πόρτες των σπιτιών τους, για καλοτυχία ή για να κρατάνε έξω το Κακό.
Και αυτή ήταν η αρχική έννοια της μούντζας, το να στρέφεις την ανοιχτή παλάμη προς κάποιον ή κάτι: να κρατάς μακριά το Κακό. Υποτίθεται ότι αυτή η χειρονομία απομακρύνει μοχθηρά πνεύματα και δαίμονες. Εν ολίγοις, κανονικά, μουντζώνεις κάποιον όταν πιστεύεις ότι είναι δαιμονισμένος, ή υπό την επίδραση κάποιας βλαπτικής νοητικής ενέργειας.
Και υποθέτω πως έτσι κατέληξε να έχει τη σημερινή έννοια. Όταν κάποιος νομίζουμε ότι λέει μαλακίες, τον μουντζώνουμε. Γιατί; Διότι, για να λέει τόσο μεγάλες μαλακίες, δεν μπορεί να είναι στα καλά του· πρέπει να είναι δαιμονισμένος. Στρέφεις την ανοιχτή σου παλάμη προς τη μεριά του για να κρατήσεις μακριά το κακό πνεύμα που τον διακατέχει.
Να το έχεις υπόψη σου προτού ξαναμουντζώσεις, ή προτού σε ξαναμουντζώσουν.

Στη λογοτεχνία, ο αφηγητής, παρότι απαραίτητος – χωρίς αυτόν δεν υφίσταται κείμενο – είναι σχεδόν πάντα μια παραδοξότητα, κάτι που λογικά δεν θα μπορούσε να υπάρχει.
Αν το κείμενο είναι γραμμένο σε 3ο πρόσωπο, ποιος είναι αυτός που ξέρει τις σκέψεις και τις αισθήσεις τόσων άλλων ανθρώπων; Που γνωρίζει τα πάντα για τους πάντες; Και γιατί τα αποκαλύπτει σταδιακά όπως τα αποκαλύπτει;
Αν το κείμενο είναι γραμμένο σε 2ο πρόσωπο, τότε ασ’ το, μιλάμε για ακόμα πιο περίεργη κατάσταση. Ποιος είναι αυτός που σου λέει τι κάνεις εσύ; Κάποιος δαίμονας μέσα από το μυαλό σου;
Αν το κείμενο είναι γραμμένο σε 1ο πρόσωπο και σε ενεστώτα χρόνο – στο τώρα – τότε πώς είναι δυνατόν κάποιος να τα αφηγείται λες κι έγιναν πριν; Είναι σαν να μοιραζόμαστε τη συνείδηση του χαρακτήρα εκείνη την ώρα – πράγμα εξωφρενικό.
Αν το 1ο πρόσωπο είναι γραμμένο σε παρελθοντικό χρόνο, τότε μόνο μπορεί να ειπωθεί ότι βγάζει, σε ορισμένες περιπτώσεις, κάποιο νόημα η έννοια του αφηγητή, είτε ως συγγραφέα ημερολογιακού τύπου είτε ως ανθρώπου που λέει προφορικά μια ιστορία. Αλλά σ’αυτές τις δυο περιπτώσεις, πολύ σπάνια κάποιος γράφει (ή αφηγείται προφορικά) τους λογοτεχνικούς διαλόγους που έχουμε στα περισσότερα βιβλία της συγκεκριμένης μορφής. Κανονικά, δε, ίσως να μην έπρεπε να γράφει καθόλου διαλόγους, ή ελάχιστους. (Βλέπε και ένα σχετικό άρθρο μου γι’αυτό το θέμα.) Επομένως, ο αφηγητής πάλι είναι συνήθως μια παραδοξότητα.
Γι’αυτό κιόλας σπάνια είναι σκόπιμο να αναρωτιέσαι στη λογοτεχνία ποιος είναι ο αφηγητής – κάτι που έχει, κατά περιόδους, προβληματίσει πολλούς συγγραφείς, αναγνώστες, και κριτικούς. Το λογοτεχνικό κείμενο είναι μια πύλη προς ένα ζωντανό όνειρο.
158η σελίδα από τις 183
Επίσης . . .
Περί Γραφής: Τελεία και ΟΧΙ Παύλα, Ξανά
Αυτό το άρθρο είναι συνέχεια του προηγούμενου: Τελεία και ΟΧΙ Παύλα. Εν μέρει, μου έδωσε έμπνευση να το γράψω κάποιος που ανέφερε κάτι σε ένα από τα σόσιαλ μύδια. Και λέω εν μέρει γιατί δεν χρειάζομαι ποτέ και πολλή έμπνευση για να γράψω για τη στίξη. Έχω μια σχέση αγάπης-μίσους μαζί της. Ξεκίνησα να γράφω ως τελείως άσχετος με τη στίξη, μην έχοντας ιδέα ποια θα μπορούσε ποτέ να ήταν η χρήση της άνω τελείας: ίσως ακόμα και του κόμματος. Έφτασα σε σημείο να νομίζω ότι έβαζα σωστά τη στίξη, αλλά απλά το νόμιζα μόνο. Και κατέληξα να συμπεράνω πόσο ανόητος είσαι όταν νομίζεις ότι «ξέρεις» τη χρήση της στίξης, και πόσο υποκειμενική μπορεί να είναι η στίξη. Αλλά όχι και στα πάντα. Υπάρχουν κι ορισμένα σταθερά πράγματα. Και υπάρχει και μια κάποια... αισθητική. Ναι, αισθητική.
Έτσι, γράφουμε τώρα συνέχεια του προηγούμενου άρθρου γιατί, πολύ απλά, το θεωρώ ενδιαφέρον να γράψω συνέχεια. Και έχει νόημα. Ακολουθήστε με...
Σχετικά με την παύλα μπορεί να υπάρξει ένα ερώτημα: Γιατί να μην κολλά επάνω στις λέξεις; Να, για παράδειγμα, δες τι γίνεται με όλα τα άλλα σημεία στίξης: κολλάνε επάνω στις λέξεις. Η παύλα γιατί να μην κολλά; Στο πηγάδι κατούρησε;
Το θέμα είναι το εξής: όλα τα άλλα σημεία στίξης (εκτός, ίσως, από το θαυμαστικό) είναι αρκετά παλιά. Η παύλα – εκτός αν κάνω τρομερό λάθος – είναι πιο πρόσφατη. Δεν υπήρχε παλιά. Και, παρότι ουσιαστικά συντακτικό σημείο στίξης (όχι σχολιαστικό, όπως το θαυμαστικό), είναι κάπως ιδιαίτερο, και έχει κατά καιρούς χρησιμοποιηθεί με διάφορους τρόπους. Ακόμα και σαν να ήταν σχολιαστικό!
Η παύλα, σε κάποια κείμενα, μπορεί να βρεθεί να αντικαθιστά μέχρι και την τελεία, ή μπορεί να μπαίνει και μαζί με την τελεία. Ή όπου αλλού μπορείς να διανοηθείς. Πολλοί πιστεύουν, δε, ότι χρησιμοποιείται απλώς για να τονίσει την επόμενη λέξη, ή φράση: ή τη λέξη, ή φράση, που κλείνεται ανάμεσα στις παύλες.
Επικρατεί μια σύγχυση.
Αλλά, στην πραγματικότητα, σύγχυση δεν υφίσταται. Είναι συντακτικό σημείο στίξης, ουσιαστικά, όχι σχολιαστικό.
Όλα τα άλλα σημεία στίξης κολλάνε επάνω στις λέξεις, ναι. Αλλά κολλάνε ανεξαιρέτως (πλην της παρένθεσης) στο τέλος της λέξης, ποτέ στην αρχή. Κόμμα, τελεία, άνω τελεία, ερωτηματικό, θαυμαστικό... τα έχετε δει ποτέ στην αρχή; Πάντα στο τέλος κολλάνε.
Και ρωτάω τώρα: Η παύλα πού κολλάει; Στην αρχή, ή στο τέλος;
Επιλογές Οκτωβρίου (21/10)
Sanjulián (τέχνη) & Rudolf Kalvach (παράξενες κάρτες – 1907) & Hannah Flowers (τέχνη) & Το σπίτι που εξαφανίστηκε & Michael Kaluta (τέχνη) & Οι εικονογράφοι του Poe & Η γηραιότερη χελώνα της γης (αθάνατη;) & 221 Camera Obscuras & Infinite Jungle (στον browser σας) & Robin F. Williams (τέχνη) & Rottweilin (τέχνη) & Στα ίχνη των Shonokin (του Manly Wade Wellman) & Κόμιξ με τον Elric (1970) & περισσότερα στο LinX

Περί Γραφής: Τελεία και ΟΧΙ παύλα
Σε ελληνικά κείμενα (λογοτεχνικά και μη) είναι αρκετά συχνό να συναντήσουμε το εξής συντακτικό φαινόμενο το οποίο θα δείξω με ένα απλό παράδειγμα γιατί έτσι είναι πολύ πιο εύκολο:
Οι καβαλάρηδες έρχονταν μέσα από το λιόγερμα, πάνω από τους λόφους –μια ντουζίνα φιγούρες σε ψηλά άλογα, γκρίζα και λευκά, με μανδύες να τινάζονται πίσω τους–, αλλά δεν είχαν προσέξει ότι στο κατόπι τους ήταν τέσσερις απειλητικές κατάμαυρες σκιές...
Αυτό το κείμενο μοιάζει καλό, γενικά· και είναι, ουσιαστικά. Αλλά προσέξτε πώς χρησιμοποιούνται οι παύλες. Σαν παρενθέσεις! Η πρώτη παύλα κολλάει επάνω στο μια και η δεύτερη (που κλείνει την παρένθεση) κολλάει επάνω στο τους· και μετά απ’αυτή τη δεύτερη παύλα έρχεται κι ένα κόμμα.
Εδώ το πρόβλημα είναι διπλό.
Πρόβλημα πρώτο: Γιατί οι παύλες να κολλάνε επάνω στις λέξεις σαν να είναι παρενθέσεις; Η παύλα δεν είναι παρένθεση· είναι τελείως διαφορετικό σημείο στίξης.
Πρόβλημα δεύτερο: Τι δουλειά έχει το κόμμα μετά την παύλα; Δεν έχει καμία δουλειά εκεί· η παύλα, κανονικά, το αντικαθιστά. Δεν είναι παρένθεση.