
Αρπάξανε τα μυαλά μας φωτιά...
|
|
Μια στιγμή... |
Κυκλοφόρησε αυτό το βιντεάκι πρόσφατα, όπου ένας ηλικιωμένος ανώμαλος ρίχνει ξύλο σε έναν νεαρό μέσα σ’ένα λεωφορείο επειδή ο νεαρός δεν φορά μάσκα.
Εντάξει, κι εμένα μου έχει τύχει να βρεθώ σε διαπληκτισμό μέσα σε λεωφορείο σχετικά με τις μάσκες – και μέσα σε ανελκυστήρα, επίσης! Όμως ξύλο; Όχι. Είπαμε...
Εκείνο για το οποίο αναρωτιέμαι είναι ποιος κρατάει την κάμερα και μετά έδωσε το βίντεο στο Έθνος. Γιατί αυτό μπορεί να έχει διάφορες προεκτάσεις για το θέμα – από στημένο μέχρι τυχαίο. Τελευταία φορά που τσέκαρα, πάντως, στην πίσω μεριά των λεωφορείων δεν έχει κάμερα...
Alternate link: https://fantastikosorizontas.gr/skiodi-paralipomena/_maska_mpounies

Να μασκοφορεί κανείς, ή να μη μασκοφορεί;
Φαίνεται πως σύντομα θα δούμε στους κινηματογράφους την καινούργια ταινία Dune. To Dune, για όσους δεν το γνωρίζουν, είναι από τα αγαπημένα μου βιβλία, μαζί με το Amber του Zelazny. Ίσως, μάλιστα, να μου αρέσει περισσότερο από το Amber. Μου άρεσε ακόμα και η παλιά ταινία Dune, αυτή που είχε κάνει ο David Lynch. Εντάξει, είχε τα μειονεκτήματά της – αλλά τι δεν έχει μειονεκτήματα; Είναι μια πολύ ψυχεδελική, πολύ παράξενη ταινία. Τι άλλο να ζητήσεις; Είναι από τις αγαπημένες μου ταινίες.

Τώρα, αυτή την καινούργια ταινία την έχει φτιάξει ο Denis Villeneuve, πράγμα που με ανησυχεί, αλλά ελπίζω να πέσω έξω και να είναι καταπληκτική ταινία.
Μου δόθηκε όμως η ευκαιρία να σκεφτώ όλα εκείνα που δεν μου άρεσαν στο Blade Runner 2049, που επίσης είχε φτιάξει ο κύριος Villeneuve. Είχα κατά νου από παλιά να το σχολιάσω, αλλά όλο κάτι άλλο ήθελα να γράψω και το παραμέριζα, ώσπου ξεχάστηκε. Τώρα το ξαναθυμήθηκα.
Η ταινία ήταν πολύ κακή. Μου κάνει εντύπωση πόσο απροκάλυπτα είχε προωθηθεί, και αυτή και το όνομα του Villeneuve. Ίσως απλά ο Villeneuve να έχει πολλές διασυνδέσεις ικανές να δημιουργούν hype γύρω από τον εαυτό του... Δεν έχω τίποτα εναντίον μου. Αληθινά δεν μπορώ να καταλάβω τι το καλό είχε το Blade Runner 2049. Η ταινία φώναζε από την αρχή ώς το τέλος «Πάρτε με σοβαρά! Είμαι σοβαρή ταινία εγώ! Με βάθος!» Και πώς έδειχνε το «βάθος» της;
Παρουσίαζε πελώριες πόλεις με γιγάντια χτίρια, όλα φτιαγμένα με γραφικά υπολογιστή, αλλά χωρίς καθόλου ανθρώπους. Νεκρές πόλεις όπου συνέχεια έβρεχε...
Οι διάλογοι ήταν τόσο εσκεμμένα αργοί που έμοιαζαν αστείοι. Μιλούσε κάποιος και ο άλλος έκανε τουλάχιστον 10 δευτερόλεπτα να του απάντηση – τουλάχιστον. Έτσι, για να φανεί πόσο βαθύ ήταν το περιεχόμενο. Ασχέτως αν στην πραγματικότητα δεν ήταν.
Προσπαθεί η ταινία να δημιουργήσει συναισθηματική φόρτιση με κάτι σαχλαμάρες όπως το ότι ο πρωταγωνιστής βρίσκει ένα παλιό παιχνίδι που του φέρνει αναμνήσεις.
Η ταινία είναι άσκοπα μεγάλη· θα μπορούσε να διαδραματιζόταν και στον μισό χρόνο, και θα ήταν καλύτερη. Η πλοκή είναι αργοκίνητη χωρίς κανέναν σοβαρό λόγο και, ως εκ τούτου, τελείως βαρετή. Σου δίνει την εντύπωση ότι δεν γίνεται τίποτα το σημαντικό. Μια... κενότητα. Ξέρεις – βάθος, όχι αστεία.
Και στο τέλος τι γίνεται; Πέφτει ένα γερό ξύλο με ένα κακό ρομπότ, και αυτό είναι. Και μετά, στέκονται δύο τύποι μπροστά σε μια ερημιά και φυσάει ο αέρας... και φυσάει ο αέρας... και φυσάει ο αέρας... και φυσάει ο αέρας... και φυσάει ο αέρας... και τελικά ο ένας από τους δύο τύπους λέει κάτι όπως: «Καταιγίδα έρχεται», και ο άλλος, μετά από τουλάχιστον μισό λεπτό άσκοπης σιωπής (για να μην είμαστε και βιαστικοί), απαντά κάτι όπως: «Ναι.» Μιλάμε τώρα για βάθος, γαμώτο. Σοβαρότητα. Όχι αστεία.
Εγώ τέτοιο βάθος δεν το καταλαβαίνω, και καμία σοβαρότητα δεν βλέπω σε κάτι τέτοιο.
Αλλά αναρωτήθηκα: Είναι δυνατόν και η παλιά ταινία Blade Runner να ήταν τόσο χάλια; Είχα χρόνια να τη δω, από πολύ παλιά· και ήμουν πολύ μικρός τότε. Κάθισα, λοιπόν, και την ξαναείδα. Και η ταινία είναι εκπληκτική, από κάθε άποψη, για κάθε εποχή. Καμία σχέση μ’αυτή την πομπώδη, δήθεν βαθιά ανοησία του Villeneuve. Η παλιά ταινία Blade Runner είναι αληθινά βαθιά ταινία, χωρίς να χρειάζεται να κάνει άσκοπες σκηνοθετικές ποζεριές.
Οι πόλεις της είναι ζωντανές πόλεις, τύπου chinatown, ακριβώς όπως υποτίθεται πως είναι οι πόλεις στα περισσότερα cyberpunk σκηνικά. Και από την αρχή ώς το τέλος – ειδικά στο τέλος – υπάρχει μια θεματολογία δημιουργού-και-δημιουργήματος. Σαν να λέμε ανθρώπου-και-Θεού. Σαν να λέμε, πότε το δημιούργημα ξεπερνά τον δημιουργό του, ή αποφασίζει να του εναντιωθεί. Και ο Rutger Hauer είναι φανταστικός στον ρόλο του «κακού» ανδροειδούς. Είναι σαν τον Λούσιφερ. Τον βλέπεις, ειδικά στο τέλος, και σου σηκώνεται η τρίχα κάγκελα. Δεν είναι ένας απλοϊκός κακός, μόνο για να τον σκοτώσει ο πρωταγωνιστής. Και από εκεί – και από άλλα – φαίνεται το βάθος της ταινίας.

Το Blade Runner βασίζεται σε ένα κλασικό θέμα παράνοιας που υπήρχε σε όλες τις εποχές και πιθανώς πάντα θα υπάρχει: ότι ανάμεσά μας, ανάμεσα στους ανθρώπους, υπάρχουν κάποιου που δεν είναι άνθρωποι ακριβώς αλλά είναι ίδιοι με εμάς και εξωφρενικά δύσκολο να τους ξεχωρίσεις. Η ταινία έτσι ξεκινά. Ξεκινά με τη λογική ότι μπορείς να ανιχνεύσεις ποιος είναι μη-πραγματικός άνθρωπος κάνοντας μερικές ψυχολογικές ερωτήσεις. Είναι σαν να παρωδεί αυτούς που πιστεύουν ότι μπορούν να εντοπίσουν τους υποτιθέμενους «sociopaths» με μερικές συνεντεύξεις. Για κάποιους οι «sociopaths» – όποιους τυχαίνει να χαρακτηρίζουν έτσι – είναι οι «μη-άνθρωποι». Το μυαλό τους δεν φτάνει και πολύ μακριά...
Όπως και νάχει, η ταινία είναι βασισμένη σε αυτό το κλασικό θέμα παράνοιας, και αποκεί και πέρα επεκτείνει, και δημιουργεί μια πλοκή με αληθινό ενδιαφέρον, καλούς διαλόγους, και τρομερή ατμόσφαιρα, που σε κρατά κολλημένο ώς τέλος.
Καμία σχέση, δηλαδή, με το Blade Runner 2049.
Και τώρα που ακούω ότι ο Villeneuve έφτιαξε το καινούργιο Dune, φοβάμαι μην έχει κάνει ό,τι έκανε στο Blade Runner. Από το trailer που είδα, όμως, μου φαίνεται ότι πιθανώς το Dune να είναι πολύ καλύτερο. Το εύχομαι. Αν ναι, τότε ίσως να γίνει από τις αγαπημένες μου ταινίες.
(Για οποιαδήποτε τυχαία λάθη φταίει ο δαίμων του πληκτροιοκλογίου.)

Ο μεγάλος αδελφός παρακολουθεί τον μικρό αδελφό, κι ο ανιψιός τον ξάδελφο.
118η σελίδα από τις 183
Επίσης . . .
Περί Γραφής: Τελεία και ΟΧΙ Παύλα, Ξανά
Αυτό το άρθρο είναι συνέχεια του προηγούμενου: Τελεία και ΟΧΙ Παύλα. Εν μέρει, μου έδωσε έμπνευση να το γράψω κάποιος που ανέφερε κάτι σε ένα από τα σόσιαλ μύδια. Και λέω εν μέρει γιατί δεν χρειάζομαι ποτέ και πολλή έμπνευση για να γράψω για τη στίξη. Έχω μια σχέση αγάπης-μίσους μαζί της. Ξεκίνησα να γράφω ως τελείως άσχετος με τη στίξη, μην έχοντας ιδέα ποια θα μπορούσε ποτέ να ήταν η χρήση της άνω τελείας: ίσως ακόμα και του κόμματος. Έφτασα σε σημείο να νομίζω ότι έβαζα σωστά τη στίξη, αλλά απλά το νόμιζα μόνο. Και κατέληξα να συμπεράνω πόσο ανόητος είσαι όταν νομίζεις ότι «ξέρεις» τη χρήση της στίξης, και πόσο υποκειμενική μπορεί να είναι η στίξη. Αλλά όχι και στα πάντα. Υπάρχουν κι ορισμένα σταθερά πράγματα. Και υπάρχει και μια κάποια... αισθητική. Ναι, αισθητική.
Έτσι, γράφουμε τώρα συνέχεια του προηγούμενου άρθρου γιατί, πολύ απλά, το θεωρώ ενδιαφέρον να γράψω συνέχεια. Και έχει νόημα. Ακολουθήστε με...
Σχετικά με την παύλα μπορεί να υπάρξει ένα ερώτημα: Γιατί να μην κολλά επάνω στις λέξεις; Να, για παράδειγμα, δες τι γίνεται με όλα τα άλλα σημεία στίξης: κολλάνε επάνω στις λέξεις. Η παύλα γιατί να μην κολλά; Στο πηγάδι κατούρησε;
Το θέμα είναι το εξής: όλα τα άλλα σημεία στίξης (εκτός, ίσως, από το θαυμαστικό) είναι αρκετά παλιά. Η παύλα – εκτός αν κάνω τρομερό λάθος – είναι πιο πρόσφατη. Δεν υπήρχε παλιά. Και, παρότι ουσιαστικά συντακτικό σημείο στίξης (όχι σχολιαστικό, όπως το θαυμαστικό), είναι κάπως ιδιαίτερο, και έχει κατά καιρούς χρησιμοποιηθεί με διάφορους τρόπους. Ακόμα και σαν να ήταν σχολιαστικό!
Η παύλα, σε κάποια κείμενα, μπορεί να βρεθεί να αντικαθιστά μέχρι και την τελεία, ή μπορεί να μπαίνει και μαζί με την τελεία. Ή όπου αλλού μπορείς να διανοηθείς. Πολλοί πιστεύουν, δε, ότι χρησιμοποιείται απλώς για να τονίσει την επόμενη λέξη, ή φράση: ή τη λέξη, ή φράση, που κλείνεται ανάμεσα στις παύλες.
Επικρατεί μια σύγχυση.
Αλλά, στην πραγματικότητα, σύγχυση δεν υφίσταται. Είναι συντακτικό σημείο στίξης, ουσιαστικά, όχι σχολιαστικό.
Όλα τα άλλα σημεία στίξης κολλάνε επάνω στις λέξεις, ναι. Αλλά κολλάνε ανεξαιρέτως (πλην της παρένθεσης) στο τέλος της λέξης, ποτέ στην αρχή. Κόμμα, τελεία, άνω τελεία, ερωτηματικό, θαυμαστικό... τα έχετε δει ποτέ στην αρχή; Πάντα στο τέλος κολλάνε.
Και ρωτάω τώρα: Η παύλα πού κολλάει; Στην αρχή, ή στο τέλος;
Επιλογές Οκτωβρίου (21/10)
Sanjulián (τέχνη) & Rudolf Kalvach (παράξενες κάρτες – 1907) & Hannah Flowers (τέχνη) & Το σπίτι που εξαφανίστηκε & Michael Kaluta (τέχνη) & Οι εικονογράφοι του Poe & Η γηραιότερη χελώνα της γης (αθάνατη;) & 221 Camera Obscuras & Infinite Jungle (στον browser σας) & Robin F. Williams (τέχνη) & Rottweilin (τέχνη) & Στα ίχνη των Shonokin (του Manly Wade Wellman) & Κόμιξ με τον Elric (1970) & περισσότερα στο LinX

Περί Γραφής: Τελεία και ΟΧΙ παύλα
Σε ελληνικά κείμενα (λογοτεχνικά και μη) είναι αρκετά συχνό να συναντήσουμε το εξής συντακτικό φαινόμενο το οποίο θα δείξω με ένα απλό παράδειγμα γιατί έτσι είναι πολύ πιο εύκολο:
Οι καβαλάρηδες έρχονταν μέσα από το λιόγερμα, πάνω από τους λόφους –μια ντουζίνα φιγούρες σε ψηλά άλογα, γκρίζα και λευκά, με μανδύες να τινάζονται πίσω τους–, αλλά δεν είχαν προσέξει ότι στο κατόπι τους ήταν τέσσερις απειλητικές κατάμαυρες σκιές...
Αυτό το κείμενο μοιάζει καλό, γενικά· και είναι, ουσιαστικά. Αλλά προσέξτε πώς χρησιμοποιούνται οι παύλες. Σαν παρενθέσεις! Η πρώτη παύλα κολλάει επάνω στο μια και η δεύτερη (που κλείνει την παρένθεση) κολλάει επάνω στο τους· και μετά απ’αυτή τη δεύτερη παύλα έρχεται κι ένα κόμμα.
Εδώ το πρόβλημα είναι διπλό.
Πρόβλημα πρώτο: Γιατί οι παύλες να κολλάνε επάνω στις λέξεις σαν να είναι παρενθέσεις; Η παύλα δεν είναι παρένθεση· είναι τελείως διαφορετικό σημείο στίξης.
Πρόβλημα δεύτερο: Τι δουλειά έχει το κόμμα μετά την παύλα; Δεν έχει καμία δουλειά εκεί· η παύλα, κανονικά, το αντικαθιστά. Δεν είναι παρένθεση.