Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
19 / 9 / 2020

Κυκλοφόρησε αυτό το βιντεάκι πρόσφατα, όπου ένας ηλικιωμένος ανώμαλος ρίχνει ξύλο σε έναν νεαρό μέσα σ’ένα λεωφορείο επειδή ο νεαρός δεν φορά μάσκα.

Εντάξει, κι εμένα μου έχει τύχει να βρεθώ σε διαπληκτισμό μέσα σε λεωφορείο σχετικά με τις μάσκες – και μέσα σε ανελκυστήρα, επίσης! Όμως ξύλο; Όχι. Είπαμε...

Εκείνο για το οποίο αναρωτιέμαι είναι ποιος κρατάει την κάμερα και μετά έδωσε το βίντεο στο Έθνος. Γιατί αυτό μπορεί να έχει διάφορες προεκτάσεις για το θέμα – από στημένο μέχρι τυχαίο. Τελευταία φορά που τσέκαρα, πάντως, στην πίσω μεριά των λεωφορείων δεν έχει κάμερα...

 

 

Alternate link: https://fantastikosorizontas.gr/skiodi-paralipomena/_maska_mpounies

 

17 / 9 / 2020

Να μασκοφορεί κανείς, ή να μη μασκοφορεί;

Μυστηριακές Οντότητες

 

14 / 9 / 2020

Φαίνεται πως σύντομα θα δούμε στους κινηματογράφους την καινούργια ταινία Dune. To Dune, για όσους δεν το γνωρίζουν, είναι από τα αγαπημένα μου βιβλία, μαζί με το Amber του Zelazny. Ίσως, μάλιστα, να μου αρέσει περισσότερο από το Amber. Μου άρεσε ακόμα και η παλιά ταινία Dune, αυτή που είχε κάνει ο David Lynch. Εντάξει, είχε τα μειονεκτήματά της – αλλά τι δεν έχει μειονεκτήματα; Είναι μια πολύ ψυχεδελική, πολύ παράξενη ταινία. Τι άλλο να ζητήσεις; Είναι από τις αγαπημένες μου ταινίες.

Τώρα, αυτή την καινούργια ταινία την έχει φτιάξει ο Denis Villeneuve, πράγμα που με ανησυχεί, αλλά ελπίζω να πέσω έξω και να είναι καταπληκτική ταινία.

Μου δόθηκε όμως η ευκαιρία να σκεφτώ όλα εκείνα που δεν μου άρεσαν στο Blade Runner 2049, που επίσης είχε φτιάξει ο κύριος Villeneuve. Είχα κατά νου από παλιά να το σχολιάσω, αλλά όλο κάτι άλλο ήθελα να γράψω και το παραμέριζα, ώσπου ξεχάστηκε. Τώρα το ξαναθυμήθηκα.

Η ταινία ήταν πολύ κακή. Μου κάνει εντύπωση πόσο απροκάλυπτα είχε προωθηθεί, και αυτή και το όνομα του Villeneuve. Ίσως απλά ο Villeneuve να έχει πολλές διασυνδέσεις ικανές να δημιουργούν hype γύρω από τον εαυτό του... Δεν έχω τίποτα εναντίον μου. Αληθινά δεν μπορώ να καταλάβω τι το καλό είχε το Blade Runner 2049. Η ταινία φώναζε από την αρχή ώς το τέλος «Πάρτε με σοβαρά! Είμαι σοβαρή ταινία εγώ! Με βάθος!» Και πώς έδειχνε το «βάθος» της;

Παρουσίαζε πελώριες πόλεις με γιγάντια χτίρια, όλα φτιαγμένα με γραφικά υπολογιστή, αλλά χωρίς καθόλου ανθρώπους. Νεκρές πόλεις όπου συνέχεια έβρεχε...

Οι διάλογοι ήταν τόσο εσκεμμένα αργοί που έμοιαζαν αστείοι. Μιλούσε κάποιος και ο άλλος έκανε τουλάχιστον 10 δευτερόλεπτα να του απάντηση – τουλάχιστον. Έτσι, για να φανεί πόσο βαθύ ήταν το περιεχόμενο. Ασχέτως αν στην πραγματικότητα δεν ήταν.

Προσπαθεί η ταινία να δημιουργήσει συναισθηματική φόρτιση με κάτι σαχλαμάρες όπως το ότι ο πρωταγωνιστής βρίσκει ένα παλιό παιχνίδι που του φέρνει αναμνήσεις.

Η ταινία είναι άσκοπα μεγάλη· θα μπορούσε να διαδραματιζόταν και στον μισό χρόνο, και θα ήταν καλύτερη. Η πλοκή είναι αργοκίνητη χωρίς κανέναν σοβαρό λόγο και, ως εκ τούτου, τελείως βαρετή. Σου δίνει την εντύπωση ότι δεν γίνεται τίποτα το σημαντικό. Μια... κενότητα. Ξέρεις – βάθος, όχι αστεία.

Και στο τέλος τι γίνεται; Πέφτει ένα γερό ξύλο με ένα κακό ρομπότ, και αυτό είναι. Και μετά, στέκονται δύο τύποι μπροστά σε μια ερημιά και φυσάει ο αέρας... και φυσάει ο αέρας... και φυσάει ο αέρας... και φυσάει ο αέρας... και φυσάει ο αέρας... και τελικά ο ένας από τους δύο τύπους λέει κάτι όπως: «Καταιγίδα έρχεται», και ο άλλος, μετά από τουλάχιστον μισό λεπτό άσκοπης σιωπής (για να μην είμαστε και βιαστικοί), απαντά κάτι όπως: «Ναι.» Μιλάμε τώρα για βάθος, γαμώτο. Σοβαρότητα. Όχι αστεία.

Εγώ τέτοιο βάθος δεν το καταλαβαίνω, και καμία σοβαρότητα δεν βλέπω σε κάτι τέτοιο.

Αλλά αναρωτήθηκα: Είναι δυνατόν και η παλιά ταινία Blade Runner να ήταν τόσο χάλια; Είχα χρόνια να τη δω, από πολύ παλιά· και ήμουν πολύ μικρός τότε. Κάθισα, λοιπόν, και την ξαναείδα. Και η ταινία είναι εκπληκτική, από κάθε άποψη, για κάθε εποχή. Καμία σχέση μ’αυτή την πομπώδη, δήθεν βαθιά ανοησία του Villeneuve. Η παλιά ταινία Blade Runner είναι αληθινά βαθιά ταινία, χωρίς να χρειάζεται να κάνει άσκοπες σκηνοθετικές ποζεριές.

Οι πόλεις της είναι ζωντανές πόλεις, τύπου chinatown, ακριβώς όπως υποτίθεται πως είναι οι πόλεις στα περισσότερα cyberpunk σκηνικά. Και από την αρχή ώς το τέλος – ειδικά στο τέλος – υπάρχει μια θεματολογία δημιουργού-και-δημιουργήματος. Σαν να λέμε ανθρώπου-και-Θεού. Σαν να λέμε, πότε το δημιούργημα ξεπερνά τον δημιουργό του, ή αποφασίζει να του εναντιωθεί. Και ο Rutger Hauer είναι φανταστικός στον ρόλο του «κακού» ανδροειδούς. Είναι σαν τον Λούσιφερ. Τον βλέπεις, ειδικά στο τέλος, και σου σηκώνεται η τρίχα κάγκελα. Δεν είναι ένας απλοϊκός κακός, μόνο για να τον σκοτώσει ο πρωταγωνιστής. Και από εκεί – και από άλλα – φαίνεται το βάθος της ταινίας.

Το Blade Runner βασίζεται σε ένα κλασικό θέμα παράνοιας που υπήρχε σε όλες τις εποχές και πιθανώς πάντα θα υπάρχει: ότι ανάμεσά μας, ανάμεσα στους ανθρώπους, υπάρχουν κάποιου που δεν είναι άνθρωποι ακριβώς αλλά είναι ίδιοι με εμάς και εξωφρενικά δύσκολο να τους ξεχωρίσεις. Η ταινία έτσι ξεκινά. Ξεκινά με τη λογική ότι μπορείς να ανιχνεύσεις ποιος είναι μη-πραγματικός άνθρωπος κάνοντας μερικές ψυχολογικές ερωτήσεις. Είναι σαν να παρωδεί αυτούς που πιστεύουν ότι μπορούν να εντοπίσουν τους υποτιθέμενους «sociopaths» με μερικές συνεντεύξεις. Για κάποιους οι «sociopaths» – όποιους τυχαίνει να χαρακτηρίζουν έτσι – είναι οι «μη-άνθρωποι». Το μυαλό τους δεν φτάνει και πολύ μακριά...

Όπως και νάχει, η ταινία είναι βασισμένη σε αυτό το κλασικό θέμα παράνοιας, και αποκεί και πέρα επεκτείνει, και δημιουργεί μια πλοκή με αληθινό ενδιαφέρον, καλούς διαλόγους, και τρομερή ατμόσφαιρα, που σε κρατά κολλημένο ώς τέλος.

Καμία σχέση, δηλαδή, με το Blade Runner 2049.

Και τώρα που ακούω ότι ο Villeneuve έφτιαξε το καινούργιο Dune, φοβάμαι μην έχει κάνει ό,τι έκανε στο Blade Runner. Από το trailer που είδα, όμως, μου φαίνεται ότι πιθανώς το Dune να είναι πολύ καλύτερο. Το εύχομαι. Αν ναι, τότε ίσως να γίνει από τις αγαπημένες μου ταινίες.

 

(Για οποιαδήποτε τυχαία λάθη φταίει ο δαίμων του πληκτροιοκλογίου.)

 

13 / 9 / 2020

Ο μεγάλος αδελφός παρακολουθεί τον μικρό αδελφό, κι ο ανιψιός τον ξάδελφο.

Μυστηριακές Οντότητες

 

10 / 9 / 2020

Ξαπλωμένος σε έρημες παραλίες διανοήθηκα να διαβάσω William Gibson. To Count Zero, το οποίο είχα αρκετό καιρό υπόψη να διαβάσω αλλά όλο, για κάποιο λόγο, το ανέβαλλα. Εκτός των άλλων, το Neuromancer (μεταφρασμένο στα ελληνικά ως Νευρομάντης – αλλά εγώ το είχα διαβάσει στα αγγλικά) δεν μου είχε αρέσει και τόσο. Το έχω διαβάσει δυο φορές – μία φορά όταν ήμουν μικρός (που είχα καταλάβει ελάχιστα πράγματα) και μια φορά πριν από μερικά χρόνια. Το βασικό πρόβλημα αυτού του βιβλίου, για εμένα, είναι η συνεχής χρήση τεχνολογικών όρων που ο αναγνώστης πιθανώς να μη γνωρίζει καθώς και η χρήση μιας ειδικής τεχνοαργκό του ίδιου του συγγραφέα. Πολλές φορές δεν μπορείς να καταλάβεις για τι ακριβώς μιλάει. Είναι όχημα; Είναι οίκημα; Είναι συσκευή; Τι στο διάολο είναι; Καταλαβαίνεις τι εννοώ; Κατά τα άλλα, έχει ομολογουμένως κάποιες ενδιαφέρουσες ιδέες που, σήμερα πλέον, μπορούν άνετα να χαρακτηριστούν ρετροφουτουριστικές, υποθέτω. Ωστόσο, γενικά, δεν μπορώ να πω ότι μου άρεσε ιδιαίτερα ως μυθιστόρημα παρά τα όλα όσα ακούγονται γι’αυτο.

Το Count Zero το έχω σχεδόν τελειώσει· μερικές σελίδες απομένουν. Και μου άρεσε πολύ περισσότερο. Από την αρχή κιόλας. Μετά, είχε πάλι μια περίεργη τεχνοαργκό και κάτι τεχνικές ορολογίες, αλλά τις συνηθίζεις πολύ πιο εύκολα απ’ό,τι στο Neuromancer και βρίσκεις το ενδιαφέρον στην ιστορία και στους χαρακτήρες.

Το Count Zero υποτίθεται ότι είναι συνέχεια του Neuromancer, αλλά διαβάζεται άνετα και από μόνο του τελείως. Για να είμαι ειλικρινής, δεν θυμάμαι σχεδόν τίποτα τώρα από το Neuromancer, όμως δεν είχα πρόβλημα με το Count Zero. Απλά τα δύο αυτά βιβλία διαδραματίζονται στον ίδιο κόσμο – που είναι ο δικός μας α λα cyberpunk στο μέλλον-που-ποτέ-δεν-ήρθε.

Υπάρχουν άνθρωποι που χαρακτηρίζουν τον William Gibson «προφήτη». Πραγματικά δεν ξέρω αν συμφωνώ μ’αυτό, ή αν είναι τρελά υπερεκτιμημένος. Όμως το ύφος του σ’αυτό το βιβλίο μού άρεσε – απλό, άνετο, ποτέ δεν σταματάει να κινείται η ιστορία, έξυπνος διάλογος, χαρακτήρες που μοιάζουν ζωντανοί από την ίδια τους τη δραστηριότητα, όχι επειδή κάποιος γράφει ατελείωτες βαρετές παραγράφους γι’αυτούς.

Ορισμένες τεχνικές ορολογίες μπορεί να μην ξέρεις ακριβώς τι είναι, όμως από τα συμφραζόμενα καταλαβαίνεις πιο εύκολα απ’ό,τι στο Neuromancer. Αν και είναι και κάποια πράγματα που σχετίζονται τελείως με την εποχή που γράφτηκε το βιβλίο – 1986. Για παράδειγμα, αναφέρεται σε γαιοδεσικούς θόλους (geodesic domes) σαν να είναι κάτι το δεδομένο που θα έπρεπε να ξέρεις, όπως λέμε τι είναι η πολυκατοικία. Δυστυχώς, σήμερα ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι δεν έχουν ιδέα τι είναι αυτή η καταπληκτική ιδέα του Buckminster Fuller, πόσω μάλλον για τις πιο παράξενες και αντισυμβατικές ιδέες του.

Έχω τη γενική εντύπωση πως από το 1990 και ύστερα, τα πάντα άρχισαν να πηγαίνουν σταδιακά κατά διαόλου. Όλα τα καταπληκτικά και εμπνευσμένα πράγματα φαίνεται να έγιναν 1960-1980. Δυστυχώς δεν προχώρησαν από τότε. Κάποιο φρένο μπήκε. Ως συνήθως.

 

118η σελίδα από τις 182

Προηγούμενη σελίδα

Επόμενη σελίδα

 

Επίσης . . .

Επιλογές Οκτωβρίου (6/10)


Jon Ching (παράξενη τέχνη) — Busy Bodies (φιλμ μικρού μήκους) — Διαλυμένα αυτοκίνητα στο Λονδίνο του ’90 — Το Μικρό Βιβλίο της Ειρήνης (1970) — Walter Simonson (φανταστική τέχνη) — Kelly Freas & Star Trek — Virgil Finlay & A. Merritt — Mick Farren (1943 - 2013) (ροκ μουσικός, συγγραφέας φαντασίας) — Panic (φιλμ μικρού μήκους – 1979) — Οι μύθοι του La Fontaine με εικόνες του Percy J. Billinghurst — Boris Artzybasheff (τέχνη, οι Μύθοι του Κόσμου) — Adventures of Monsieur De Mailly του David Lindsay (1876-1945) — Styrbiorn the Strong, του E. R. Eddison (1882-1945) — 10 νοτιοκορεάτικες ταινίες επιστημονικής φαντασίας — Bastardica (μπασταρδεύοντας γραμματοσειρές) — Wyrd Daze (περιοδικά, δωρεάν)

 

Βιβλιοκριτική: Swords and Deviltry· Swords Against Death, του Fritz Leiber


Έχω δύο ανθολογίες που περιλαμβάνουν, συνολικά, όλες τις ιστορίες του Fritz Leiber με τον Fafhrd και τον Gray Mouser. Παλιότερα, είχα διαβάσει μια ιστορία από τη δεύτερη ανθολογία· δεν θυμάμαι ποια ακριβώς, αλλά θυμάμαι ότι μου άρεσε. Τώρα, αποφάσισα να διαβάσω και τις δύο ανθολογίες, ξεκινώντας από την πρώτη, κανονικά.

Έχω ακούσει πολλά για τον Fritz Leiber, ειδικά για τις ιστορίες του με τον Fafhrd και τον Gray Mouser στην Lankhmar, και μάλιστα από διάφορους γνωστούς συγγραφείς (όπως Moorcock, για παράδειγμα). Οι περισσότεροι φαίνεται να τον θαυμάζουν: ίσως να τον θεωρούν και κάτι το ιδιαίτερο. Αυτό είχε δημιουργήσει μέσα στο μυαλό μου μια κάποια εντύπωση για τον Leiber η οποία δεν βγήκε πραγματική, δυστυχώς. Δεν απογοητεύτηκα ακριβώς από όσα που έχω διαβάσει ώς τώρα, αλλά δεν ήταν και εκείνο που περίμενα. Περίμενα κάτι που θα με συνεπάρει και θα με ξαφνιάσει όπως το Amber του Zelazny· όμως δεν είναι τέτοιο πράγμα. Όχι για εμένα, τουλάχιστον.

Μέχρι στιγμής έχω διαβάσει τα πρώτα δύο βιβλία – το Swords and Deviltry και το Swords Against Death – δηλαδή, τη μισή πρώτη ανθολογία. Αυτά τα δύο βιβλία, φυσικά, περιλαμβάνουν διάφορες ιστορίες, διάφορες περιπέτειες του Fafhrd και του Mouser. Μην ξεχνάτε ότι ο Leiber έγραφε για περιοδικά, οπότε υποχρεωτικά οι ιστορίες είναι μικρού μήκους η καθεμία· όμως είναι πολλές. Και εδώ δεν είναι τοποθετημένες με τη σειρά που τις έγραψε ο Leiber, αλλά με την ιστορική τους συνέχεια – έτσι όπως ο Leiber τις κατέταξε ύστερα από χρόνια. Οι ιστορίες, όμως, που είχε γράψει παλιότερα διαφέρουν αρκετά από τις νεότερες – και το καταλαβαίνεις εύκολα ότι γράφτηκαν πριν. Αυτές οι παλιότερες ιστορίες είναι απλές περιπέτειες όπου δυο τυχοδιωκτικοί ήρωες συναντούν κάτι παράξενα ή επικίνδυνο, ή και τα δύο μαζί, και κάπως το προσπερνάνε ή το κατατροπώνουν, και συνεχίζουν τον δρόμο τους, πηγαίνοντας σε άλλες περιπέτειες. Οι νεότερες ιστορίες μοιάζει να έχουν περισσότερο υπόβαθρο και να ασχολούνται πιο πολύ με τον κόσμο γύρω από τους ήρωές μας, καθώς και με το ποιοι πραγματικά είναι αυτοί, και τι θέλουν. Γενικά, είναι πιο γεμάτες, ας πούμε, από πληροφορίες. Οι δύο πρώτες ιστορίες, δε, στο Swords and Deviltry είναι ξεκάθαρα ιστορικό υπόβαθρο του Fafhrd και του Mouser· και είναι και οι δύο αρκετά καλές. Προσωπικά, προτιμώ αυτή του Mouser: είναι τρομερά διαβολική και ατμοσφαιρική. Αυτή του Fafhrd είναι... έτσι κι έτσι· και νομίζω ότι κάποιος θα μπορούσε να την ονομάσει ακόμα και «μισογύνικη» με όλες αυτές τις «καταπιεστικές γυναίκες-μάγισσες» της φυλής του Fafhrd· αλλά δεν πιστεύω ότι η πρόθεση του συγγραφέα ήταν τέτοια.

Το γεγονός, όμως, ότι μπλέκει ιστορίες που έγραψε παλιότερα με ιστορίες που έγραψε μετά δημιουργεί κάποια κενά, ίσως και κακώς εννοούμενες παραδοξότητες. Αν και καταφέρνει αρκετά καλά να συνδέσει μεταξύ τους όλες αυτές τις ιστορίες που έγραψε σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, σου δίνεται η εντύπωση ότι μερικά πράγματα δεν δένουν ακριβώς. Και το πιο χτυπητό είναι ότι στην πρώτη ιστορία με τον Gray Mouser – αυτή την ιστορία που μου άρεσε πάρα πολύ – ο Mouser είναι μάγος, και κάνει μάλιστα κάποιες πολύ διαβολικές και ισχυρές μαγείες. Στις επόμενες ιστορίες, ωστόσο, δεν φαίνεται ο Mouser να έχει καμία μαγική γνώση! Πώς είναι δυνατόν αυτό; Εγώ περίμενα ότι κάπου και στις επόμενες περιπέτειες ο Mouser θα έκανε κάτι το μαγικό. Μετά από δύο ολόκληρα βιβλία, όμως, δεν έχει κάνει τίποτα...

[Συνέχισε να διαβάζεις]

 

Επιλογές Σεπτεμβρίου (22/9)


Η «σατανική» Σταχτοπούτα του Netflix — Έξι Μέρες στον Luna One — Solarpunk πραγματικότητα — Η «κοσμική αμνησία» των μαύρων τρυπών — Το κρυφό περιοδικό επιστημονικής φαντασίας — Ιστορίες με λυκανθρώπους (1828-1931) — Οι παράξενες ιστορίες του Bertram Atkey — Ιστορίες με τρολ — Professor H's Wayback Machine — Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων της επιστημονικής φαντασίας — Εικονογραφήσεις του Harry Clarke για τα παραμύθια του Hans Christian Andersen — Paul Vincent Woodroffe (1875–1954) — Ντοκιμαντέρ για την επιστημονική φαντασία και άλλα σχετικά — 10 B-movies επιστημονικής φαντασίας — Symphonie Fantastique — Ένα παλιό βιβλίο «μεταμορφώσεων» — Η τέχνη του Eugene Tssui — Zendik Farm Arts Commune — King Gizzard & The Lizard Wizard — και πολύ περισσότερα έρχονται στο LinX