Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
16 / 10 / 2020

Στα τελευταία βιβλία μου – τουλάχιστον από τα μέσα του πρώτου κύκλου του Θρυμματισμένου Σύμπαντος και μετά, αν δεν κάνω λάθος – γράφω συστηματικά τη λέξη χυμεία με ύψιλον αντί για το συνηθισμένο χημεία. Το ίδιο και όλα τα σχετικά παράγωγα, όπως το χυμικός και τα λοιπά.

Δεν είναι τυπογραφικό λάθος, και ούτε είναι τυχαίο. Η λέξη χημεία είναι παραφθορά. Η αρχική, σωστότερη λέξη είναι η χυμεία. (Υπάρχει μια αναφορά για αυτό και στο λεξικό του Μπαμπινιώτη. Σε άλλο λεξικό δεν το έχω συναντήσει, αλλά ίσως να υπάρχει και αλλού.) Η λέξη χυμεία προέρχεται από τη λέξη χέω, χύνω, δηλαδή την ανάμιξη υγρών ή την τήξη σωμάτων από στέρεα μορφή σε υγρή. Αυτό ακριβώς που είναι η χυμεία, γι’αυτό και νομίζω πως πρέπει να γράφεται με ύψιλον.

Η λέξη χημεία είναι παραφθορά προερχόμενη από τη λέξη αλχημεία. Η λέξη αλχημεία δεν είναι ελληνική· δεν προέρχεται από αλ + χημεία. Δεν υπάρχει πρόθεμα αλ- στα ελληνικά. Η λέξη αυτή προέρχεται από το αραβικό al-kimiya. Το γεγονός ότι γράφεται, στα ελληνικά, με ήτα και έψιλον-γιώτα είναι τυχαίο, και διατηρείται ώς σήμερα. Δεν έχει καμιά σχέση με τη λέξη χημεία. Επιπλέον, ακόμα και νοηματικά, η αλχημεία είναι μια σχεδόν «μαγική» επιστήμη που δεν συνδέεται παρά ελάχιστα με τη συμβατική χυμεία.

Γι’αυτό γράφω τη χυμεία, και όλα τα παράγωγά της, με ύψιλον.

 

15 / 10 / 2020

(Μια επανάληψη από το παλιό blog.)

 

Κατά πάσα πιθανότητα, θα έχεις ακούσει το ρητό Ό,τι πληρώνεις παίρνεις – που σημαίνει, συνήθως, πως αν πληρώσεις κάτι ακριβά θα είναι καλό· αν δεν το πληρώσεις ακριβά δεν θα είναι καλό.

Αυτό ισχύει όντως σε κάποιες περιπτώσεις· αλλά σε πολλές άλλες περιπτώσεις, πάλι, δεν ισχύει. Μπορεί να αγοράσεις κάτι πιο φτηνά και να είναι καλύτερο, ενώ να δώσεις περισσότερα λεφτά για κάτι που αποδεικνύεται χάλια – με αποτέλεσμα να κλαις τα λεφτά σου.

Το Ό,τι πληρώνεις παίρνεις σίγουρα δεν είναι κάτι που ισχύει σε οτιδήποτε καλλιτεχνικό, και συνήθως δεν ισχύει για οτιδήποτε μπορεί να βρεις στο διαδίκτυο.

Αλλά φαίνεται, δυστυχώς, να έχουμε μια καχυποψία για όλα τα πράγματα που είναι δωρεάν, ενώ το ακριβώς αντίθετο θα έπρεπε να ισχύει.

Βλέπεις τον κόσμο να είναι πρόθυμος να πληρώσει για κάτι που είναι κακό αντί να πάει να βρει κάτι που είναι δωρεάν και καλό. Είναι αληθινά αξιοπερίεργο. Είναι σαν αυτοί οι άνθρωποι να θέλουν από μόνοι τους να βασανίζουν τον εαυτό τους.

Μέχρι ενός σημείου μπορείς να πεις ότι φταίει η διαφήμιση/προπαγάνδα. Αυτός που είναι πρόθυμος να πετάξει πολλά λεφτά στη διαφήμιση, κάνει το προϊόν του συνέχεια να παρουσιάζεται μπροστά στον κόσμο μέχρι που να “μπει μες στο κεφάλι τους” και να πάνε να το αγοράσουν, είτε είναι καλό είτε είναι κακό.

Αλλά, από την άλλη, με όσα λέγονται πλέον για τα ολέθρια της διαφήμισης (άμεσης ή έμμεσης), όλοι ξέρουν ότι δεν πρέπει να την εμπιστεύονται. Επομένως, γιατί εξακολουθούν να θέλουν να βασανίζουν τον εαυτό τους;

Είναι σαν κάτι να μην πηγαίνει καθόλου καλά εδώ.

Εκ πείρας έχω διαπιστώσει αρκετές φορές ότι, ειδικά στο διαδίκτυο, πράγματα για τα οποία πληρώνεις μπορεί να είναι πολύ χειρότερα από πράγματα για τα οποία δεν πληρώσεις.

Χωρίς να θέλω να αναφέρω ονόματα (για να μη νομίσει κανείς ότι προσπαθώ να δυσφημίσω τίποτα), έχει τύχει να αγοράσω ηλεκτρονικά βιβλία που ήταν χάλια. Και δεν εννοώ ότι εμένα προσωπικά δεν μου άρεσαν για αισθητικούς λόγους. Εννοώ ότι οι παράγραφοι ήταν άνω-κάτω, και ήταν γεμάτα τυπογραφικά λάθη. Το ένα, παρά τα προβλήματά του, διαβαζόταν. Το άλλο, επειδή είχε και μια κάποια ειδική μορφοποίηση σε ένα κομμάτι του, δεν διαβαζόταν. Και ήταν και τα δύο βιβλία από μεγάλους εκδότες.

(Επίσης, έχω αγοράσει και χάρτινα βιβλία που ήταν χάλια – τραγικά χάλια – από Έλληνες εκδότες, αλλά αυτό είναι ένα άλλο θέμα…)

Έχω βρει δωρεάν ηλεκτρονικά βιβλία που ήταν απείρως καλύτερα από αυτά. Είναι απλά γεγονός.

Το ίδιο ισχύει και για διάφορα προγράμματα (ή apps, όπως είναι σήμερα της μόδας να τα λένε). Τα περισσότερα που χρησιμοποιώ είναι δωρεάν. Δεν τα έχω βρει σπασμένα. Είναι δωρεάν. Και είναι άψογα. Είναι καλύτερα από άλλα προγράμματα που πωλούνται, και μάλιστα αρκετά ακριβά.

Παρ’όλ’ αυτά, ξαναλέω πως δεν μπορώ να καταλάβω τι μανία είναι αυτή που, συλλογικά, δείχνει να έχει η ανθρωπότητα με το να θέλει να πληρώνει για κάτι όταν θα μπορούσε να το βρίσκει δωρεάν στο ίδιο, ή και σε ανώτερο, επίπεδο ποιότητας.

Προτιμάμε να προσπαθούμε να αρπάξουμε λεφτά και να δώσουμε λεφτά, παρά να έχουμε κάποια τουλάχιστον αγαθά που να είναι δωρεάν για όλους. Γι’αυτό κιόλας μπορεί κάποιος τόσο εύκολα να μας κοροϊδέψει και να κάνει ό,τι έκανε στο σύγχρονο διαδίκτυο με τη διαφήμιση. Μας κοροϊδεύει επειδή είμαστε ευκολόπιστοι.

Ενώ θα έπρεπε να ισχύει το αντίθετο. Θα έπρεπε να προτιμάμε να έχουμε κάποια αγαθά που είναι δωρεάν και ανοιχτά για όλους, παρά συνέχεια να προσπαθούσε να αρπάξουμε λεφτά και να δώσουμε λεφτά. Αν είχαμε αυτή τη νοοτροπία, τότε θα ήμασταν λιγότερο ευάλωτοι σε αυτούς που θέλουν να διαλύσουν ωφέλιμες καταστάσεις προς όλους ώστε να ελέγχουν τη συμπεριφορά μας.

Γιατί το βασικό πρόβλημα εδώ είναι ο έλεγχος των ιδεών και της κουλτούρας. Θέλουν να σε βάλουν να πληρώνεις για πράγματα που σήμερα θα μπορούσες να έχεις δωρεάν επειδή το οικονομικό σύστημα δρα, κρυφά, ως μηχανή λογοκρισίας από αυτούς που το κοντρολάρουν. Προωθούν τις ιδέες και τις νοοτροπίες που θέλουν να εξαπλώνονται μες στην κοινωνία και καταπνίγουν αυτές που δεν θέλουν να εξαπλώνονται.

Το παιχνίδι τους βασίζεται επάνω σου. Στο φόβο σου, και στο πόσο ευκολόπιστος είσαι. Σταμάτα να παίζεις το παιχνίδι τους. Παίξε το δικό σου παιχνίδι.

Πριν από μερικά χρόνια, αυτό δεν ήταν εύκολο να γίνει. Τα πάντα περνούσαν από την ελεγκτική μηχανή της αγοράς. Δημοκρατία υπήρχε μόνο στα χαρτιά. Όταν μερικοί μεγαλοεκδότες κάνουν ό,τι θέλουν, ενώ είναι ελεγχόμενοι από κρατικούς μηχανισμούς και μυστικές υπηρεσίες, ουσιαστικά είναι μηχανισμός λογοκρισίας.

Σήμερα, με το διαδίκτυο, υπάρχει μια πιθανότητα να κάνουμε κάτι πιο ελεύθερο. Αλλά δεν μπορούμε να το κάνουμε αυτό όταν οι ίδιοι σαμποτάρουμε τον εαυτό μας, εξακολουθώντας να πιστεύουμε τα ψέματα που μας πουλούσαν εδώ και χρόνια.

Από το 2017, από τώρα, άλλαξε τη σκέψη σου. Άλλαξε τον προγραμματισμό του μυαλό σου. Άρχισε να κάνεις κάτι καλύτερο.

 

12 / 10 / 2020

Βόδια στους τοίχους.

Μυστηριακές Οντότητες

 

10 / 10 / 2020

Μέχρι στιγμής δεν είχα ακούσει για το Black Sails, και απορώ γιατί. Δεν είχε προωθηθεί αρκετά, ή απλά έτυχε να μην υποπέσει στην αντίληψή μου; Όπως και νάχει, χαίρομαι πολύ που το ανακάλυψα τώρα. Καταρρίπτει, μάλιστα, αυτό που συνήθως λέω, ότι σήμερα δεν φτιάχνουν πια καλές ταινίες με πειρατές, ότι είναι όλες χαζές κωμωδίες κατά βάθος χωρίς την παραμικρή σοβαρότητα.

Το Black Sails δεν έχει καμία σχέση με αυτά που βλέπουμε τα τελευταία χρόνια στις οθόνες. Είναι μια γαμάτη σειρά γεμάτη πειρατές. Για χαρακτήρες έχει κάποιες κλασικές πειρατικές φιγούρες που ή είναι ιστορικές ή μυθιστορηματικές, όπως Captain Flint, Mr. Silver, Jack Rackham, Ann Bonnie. Δε νομίζω, βέβαια, ότι κάνουν τα ίδια πράγματα που έκαναν στην πραγματική Ιστορία ή στα μυθιστορήματα, όμως αυτό δεν έχει καμία απολύτως σημασία. Το Black Sails έχει μια πλοκή που δεν σε αφήνει καθόλου να χαλαρώσεις, κρατά το ενδιαφέρον σε κάθε στιγμή, γίνεται από κωμική μέχρι επική μέχρι θανάσιμη, και συνεχώς εμβαθύνει στους χαρακτήρες ως προσωπικότητες.

Τώρα είμαι στη δεύτερη σεζόν και δεν μπορώ να ξεκολλήσω. Έχω εθιστεί. Γιατί, εκτός των άλλων – εκτός του ότι είναι, ομολογουμένως, γαμάτη σειρά – είναι και κάτι ακόμα: επιτέλους, μια σύγχρονη σοβαρή ιστορία με πειρατές στις οθόνες μας.

Θεματολογικά, δεν εξιδανικεύει τους πειρατές, δεν τους κάνει μονοδιάστατους καλούς που αντιμετωπίζουν κακούς Άγγλους ή Ισπανούς. Οι πειρατές είναι καθάρματα: σκοτώνουν, βιάζουν, κλέβουν. Είναι πειρατές. Και είναι τρομαχτικοί. Όμως, συγχρόνως, έχουν τα δικά τους ιδανικά και τη δική τους ηθική, και εναντιώνονται σε απολυταρχία, εκμετάλλευση, και καθεστώς δουλείας.

Σε πολλές περιπτώσεις δεν μπορούσα καν να αποφασίσω ποιον χαρακτήρα συμπαθώ και ποιον αντιπαθώ. Οι πάντες μοιάζουν συμπαθητικοί και αντιπαθητικοί ταυτόχρονα. Σαν πραγματικές προσωπικότητες.

Ο διάλογος επίσης είναι άψογος. Θυμίζει παλιά εποχή αλλά χωρίς να είναι παρωχημένος ή τραγελαφικός. Κάθε πέμπτη λέξη είναι το fuck. Βρίζουν σαν πούστηδες. Είπαμε, είναι πειρατές.

Το βασικό σκηνικό της σειράς είναι το Nassau, ένα παλιό πειρατικό λιμάνι στις Μπαχάμες. Το τι γίνεται μέσα σ’αυτή τη μικρή πόλη πρέπει να το δεις για να το πιστέψεις.

Η σειρά είναι εκπληκτική. Σίγουρα αξίζει να τη δεις αν σου αρέσουν οι πειρατές. Κι αν όχι, ίσως να σου αλλάξει τη γνώμη για τις σύγχρονες πειρατικές ιστορίες.

 

5 / 10 / 2020

Μάσκες και πιστόλια. Άγρια πράγματα.

Μυστηριακές Οντότητες

 

116η σελίδα από τις 183

Προηγούμενη σελίδα

Επόμενη σελίδα

 

Επίσης . . .

Περί Γραφής: Τελεία και ΟΧΙ Παύλα, Ξανά


Αυτό το άρθρο είναι συνέχεια του προηγούμενου: Τελεία και ΟΧΙ Παύλα. Εν μέρει, μου έδωσε έμπνευση να το γράψω κάποιος που ανέφερε κάτι σε ένα από τα σόσιαλ μύδια. Και λέω εν μέρει γιατί δεν χρειάζομαι ποτέ και πολλή έμπνευση για να γράψω για τη στίξη. Έχω μια σχέση αγάπης-μίσους μαζί της. Ξεκίνησα να γράφω ως τελείως άσχετος με τη στίξη, μην έχοντας ιδέα ποια θα μπορούσε ποτέ να ήταν η χρήση της άνω τελείας: ίσως ακόμα και του κόμματος. Έφτασα σε σημείο να νομίζω ότι έβαζα σωστά τη στίξη, αλλά απλά το νόμιζα μόνο. Και κατέληξα να συμπεράνω πόσο ανόητος είσαι όταν νομίζεις ότι «ξέρεις» τη χρήση της στίξης, και πόσο υποκειμενική μπορεί να είναι η στίξη. Αλλά όχι και στα πάντα. Υπάρχουν κι ορισμένα σταθερά πράγματα. Και υπάρχει και μια κάποια... αισθητική. Ναι, αισθητική.

Έτσι, γράφουμε τώρα συνέχεια του προηγούμενου άρθρου γιατί, πολύ απλά, το θεωρώ ενδιαφέρον να γράψω συνέχεια. Και έχει νόημα. Ακολουθήστε με...

Σχετικά με την παύλα μπορεί να υπάρξει ένα ερώτημα: Γιατί να μην κολλά επάνω στις λέξεις; Να, για παράδειγμα, δες τι γίνεται με όλα τα άλλα σημεία στίξης: κολλάνε επάνω στις λέξεις. Η παύλα γιατί να μην κολλά; Στο πηγάδι κατούρησε;

Το θέμα είναι το εξής: όλα τα άλλα σημεία στίξης (εκτός, ίσως, από το θαυμαστικό) είναι αρκετά παλιά. Η παύλα – εκτός αν κάνω τρομερό λάθος – είναι πιο πρόσφατη. Δεν υπήρχε παλιά. Και, παρότι ουσιαστικά συντακτικό σημείο στίξης (όχι σχολιαστικό, όπως το θαυμαστικό), είναι κάπως ιδιαίτερο, και έχει κατά καιρούς χρησιμοποιηθεί με διάφορους τρόπους. Ακόμα και σαν να ήταν σχολιαστικό!

Η παύλα, σε κάποια κείμενα, μπορεί να βρεθεί να αντικαθιστά μέχρι και την τελεία, ή μπορεί να μπαίνει και μαζί με την τελεία. Ή όπου αλλού μπορείς να διανοηθείς. Πολλοί πιστεύουν, δε, ότι χρησιμοποιείται απλώς για να τονίσει την επόμενη λέξη, ή φράση: ή τη λέξη, ή φράση, που κλείνεται ανάμεσα στις παύλες.

Επικρατεί μια σύγχυση.

Αλλά, στην πραγματικότητα, σύγχυση δεν υφίσταται. Είναι συντακτικό σημείο στίξης, ουσιαστικά, όχι σχολιαστικό.

Όλα τα άλλα σημεία στίξης κολλάνε επάνω στις λέξεις, ναι. Αλλά κολλάνε ανεξαιρέτως (πλην της παρένθεσης) στο τέλος της λέξης, ποτέ στην αρχή. Κόμμα, τελεία, άνω τελεία, ερωτηματικό, θαυμαστικό... τα έχετε δει ποτέ στην αρχή; Πάντα στο τέλος κολλάνε.

Και ρωτάω τώρα: Η παύλα πού κολλάει; Στην αρχή, ή στο τέλος;

[Συνέχισε να διαβάζεις]

 

Επιλογές Οκτωβρίου (21/10)


Sanjulián (τέχνη) & Rudolf Kalvach (παράξενες κάρτες – 1907) & Hannah Flowers (τέχνη) & Το σπίτι που εξαφανίστηκε & Michael Kaluta (τέχνη) & Οι εικονογράφοι του Poe & Η γηραιότερη χελώνα της γης (αθάνατη;) & 221 Camera Obscuras & Infinite Jungle (στον browser σας) & Robin F. Williams (τέχνη) & Rottweilin (τέχνη) & Στα ίχνη των Shonokin (του Manly Wade Wellman) & Κόμιξ με τον Elric (1970) & περισσότερα στο LinX

 

Περί Γραφής: Τελεία και ΟΧΙ παύλα


Σε ελληνικά κείμενα (λογοτεχνικά και μη) είναι αρκετά συχνό να συναντήσουμε το εξής συντακτικό φαινόμενο το οποίο θα δείξω με ένα απλό παράδειγμα γιατί έτσι είναι πολύ πιο εύκολο:

Οι καβαλάρηδες έρχονταν μέσα από το λιόγερμα, πάνω από τους λόφους –μια ντουζίνα φιγούρες σε ψηλά άλογα, γκρίζα και λευκά, με μανδύες να τινάζονται πίσω τους–, αλλά δεν είχαν προσέξει ότι στο κατόπι τους ήταν τέσσερις απειλητικές κατάμαυρες σκιές...

Αυτό το κείμενο μοιάζει καλό, γενικά· και είναι, ουσιαστικά. Αλλά προσέξτε πώς χρησιμοποιούνται οι παύλες. Σαν παρενθέσεις! Η πρώτη παύλα κολλάει επάνω στο μια και η δεύτερη (που κλείνει την παρένθεση) κολλάει επάνω στο τους· και μετά απ’αυτή τη δεύτερη παύλα έρχεται κι ένα κόμμα.

Εδώ το πρόβλημα είναι διπλό.

Πρόβλημα πρώτο: Γιατί οι παύλες να κολλάνε επάνω στις λέξεις σαν να είναι παρενθέσεις; Η παύλα δεν είναι παρένθεση· είναι τελείως διαφορετικό σημείο στίξης.

Πρόβλημα δεύτερο: Τι δουλειά έχει το κόμμα μετά την παύλα; Δεν έχει καμία δουλειά εκεί· η παύλα, κανονικά, το αντικαθιστά. Δεν είναι παρένθεση.

[Συνέχισε να διαβάζεις]