Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
19 / 7 / 2025

Διαβάζω το The Sword and the Sorcerer, το μυθιστόρημα που είναι βασισμένο στην παλιά ομώνυμη ταινία, και δεν είναι τόσο άσχημο όσο θα περίμενα από βιβλίο βασισμένο σε ταινία. Για την ακρίβεια, δεν είναι καθόλου άσχημο. Σίγουρα, δεν είναι και από τα καλύτερα μυθιστορήματα φαντασίας, αλλά ούτε και από τα χειρότερα. Είναι μια ιστορία ηρωικής φαντασίας με αρκετά από τα κλασικά – κλισέ, ίσως – στοιχεία, όμως τα χρησιμοποιεί με τέτοιο τρόπο που κάνει ανατροπές με ενδιαφέρον. Το ίδιο ίσχυε και για την ταινία, αν θυμάμαι καλά: η πλοκή της ήταν ενδιαφέρουσα, αλλά, ως ταινία, είχε και κάτι πράγματα φριχτά. Θέλω να την ξαναδώ (αφού τελειώσω το βιβλίο) για να τη θυμηθώ. Ένα, πάντως, από τα φριχτά που θυμάμαι είναι ότι 2-3 φορές έδειχνε ακριβώς τις ίδιες σκηνές όταν ο ήρωας κάλπαζε με το άλογό του μες στο δάσος. Ακριβώς τις ίδιες σκηνές: επανάληψη. Δεν ήθελαν να μπουν στον κόπο (και, μάλλον, δεν είχαν και λεφτά να πληρώσουν) ώστε να τραβήξουν άλλες σκηνές, οπότε έπαιζαν τις ίδιες κάθε φορά που ο ήρωας ταξίδευε στο δάσος.

Τέλος πάντων· το βιβλίο μοιάζει καλύτερο από την ταινία. Μοιάζει τόσο καλό που θα μπορούσε να ήταν εκεί και χωρίς την ταινία.

Αλλά εκείνο που θέλω να σχολιάσω εδώ δεν είναι το βιβλίο γενικά (ούτε την ταινία)· είναι κάτι που παρατήρησα μέσα στο βιβλίο το οποίο μου φάνηκε ενδιαφέρον.

Αναφέρει μια φανταστική πόλη, την Elysium (ναι, ακόμα ένα κλισέ όνομα), σ’ένα φανταστικό βασίλειο, το Eh-Dan (eh? ehhh... OK), και αναφέρει και κάποιες άλλες φανταστικές τοποθεσίες. Αλλά, επίσης, αναφέρει και πραγματικές τοποθεσίες – όπως τη Ρώμη, την Περσία, την Ελλάδα... Ανήκει, δηλαδή, σε εκείνο το είδος της φανταστικής αφήγησης που βάζει φανταστικές τοποθεσίες «κάπου στον κόσμο μας» χωρίς όμως να αλλάζει αισθητά τον κόσμο. Δεν είναι εναλλακτική ιστορία (ο κόσμος μας αλλαγμένος, η ιστορία εξελιγμένη διαφορετικά). Ούτε είναι (άλλος) ένας φανταστικός κόσμος copy/paste του δικού μας αλλά με μερικές αλλαγές. Είναι ο ίδιος ο δικός μας κόσμος, «σε κάποια παλιά εποχή», όπου αναφέρονται τοποθεσίες και βασιλεία τα οποία δεν υπήρξαν ποτέ, αλλά αυτά είναι τα κεντρικά μέρη της αφήγησης ενώ ο υπόλοιπος κόσμος, ο «πραγματικός», μοιάζει σχεδόν παραμυθένιος, ή είναι απλώς μέρος του background.

Αυτό θυμίζει τα κλασικά παραμύθια. Ξέρεις, ήταν μια φορά κι έναν καιρό ένας βασιληάς, σ’ένα μεγάλο βασίλειο στα όρια της διάλυσης, όπου έρχονταν έμποροι από τη Ρωσία φέρνοντας γούνες και έμποροι από τη μακρινή Ελλάδα φέρνοντας ελιές, κρασί, και βοτάνια μυρωδικά. Το βασίλειο είναι φανταστικό, παραμυθένιο, φυσικά· αλλά ο κόσμος είναι ο πραγματικός κόσμος. Όμως παρουσιάζεται μόνο ως φευγαλέες αναφορές, ως τίποτα περισσότερο από υπόβαθρο, ομιχλώδες σκηνικό.

Αυτό είναι κάτι που, σε μεγάλο μέρος, έχει εξαφανιστεί πλέον από τη φανταστική λογοτεχνία. Πολύ σπάνια το βλέπεις σε σύγχρονα βιβλία. Ίσως και να μην το βλέπεις καθόλου. Προσωπικά, δεν θυμάμαι πότε ήταν η τελευταία φορά που το είδα. Συνήθως, ή η πλοκή τρέχει σε έναν κόσμο copy/paste του αληθινού, ή σε έναν κόσμο τελείως διαφορετικό, ή σε έναν κόσμο εναλλακτικής ιστορίας.

Όμως αυτό το παραμυθοειδές είδος με τις φευγαλέες αναφορές στον «πραγματικό» κόσμο έχει μια ιδιαίτερη γοητεία που κινδυνεύει να ξεχαστεί. Σήμερα δεν γράφουν οι τρεις Μαύροι Μάγοι του Βλοργκ’θάαρ είχαν καταβροχθίσει βασίλεια και αυτοκρατορίες με τις μαγγανείες τους και εξόπλιζαν τους στρατούς τους με όπλα που τους έφερναν άπληστοι έμποροι από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Μοιάζει σχεδόν με παραδοξολογία. Αφού αυτοί οι μάγοι είχαν πατήσει τόσα βασίλεια και αυτοκρατορίες, πώς δεν είχαν συναντήσει και τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία; Παράλογο! Ψεύτικο... Σωστά;

Μπορεί. Ή, μάλλον, όχι. Γιατί έχει τη δική του ιδιαίτερη γοητεία ως αφήγηση.

 

11 / 7 / 2025

Όπως ίσως θα έχετε προσέξει, στα τελευταία βιβλία που έχω δημοσιεύσει – αυτά της Αναζήτησης του Οφιομαχητή – δεν προσφέρω μορφή mobi (ενώ στα παλιότερα βιβλία του Θρυμματισμένου Σύμπαντος πρόσφερα). Ο λόγος γι’αυτό είναι ότι πλέον δεν νομίζω πως υπάρχουν και πολλές συσκευές που διαβάζουν μόνο mobi αλλά όχι epub· και μου φαίνεται πως το mobi γενικά δεν πολυχρησιμοποιείται πια. Το epub έχει εξελιχτεί ως μια αρκετά universal μορφή εύκαμπτου ηλεκτρονικού βιβλίου, όπως το pdf είναι η βασική μορφή σταθερού – μη εύκαμπτου – ηλεκτρονικού βιβλίου.

Υπάρχουν πολλές και διάφορες μορφές για ebooks οι οποίες είναι άλλες πιο σπάνιες, άλλες λιγότερο σπάνιες. Προφανώς, δεν μπορώ να τις προσφέρω όλες. Προσφέρω, όμως, πάντα ένα αρχείο html. Αυτό το αρχείο δεν είναι για να το διαβάσει κανείς ως ebook (αν και, βέβαια, μπορεί). Εκτός των άλλων, αν παρατηρήσετε, τα χωρίσματα ανάμεσα στα κεφάλαια είναι πολύ μικρά· αν ήθελα να το φτιάξω ως «κανονικό» βιβλίο, λογικά θα άφηνα μεγαλύτερα κενά για να φαίνεται πιο ωραίο. Το αρχείο html είναι εκεί ως βασικό template. Από αυτό μπορείτε να εξάγετε οποιαδήποτε άλλη εύκαμπτη μορφή ηλεκτρονικού βιβλίου: epub ή οτιδήποτε άλλο. Ακόμα και pdf μπορείτε να εξάγετε· αλλά το pdf που δίνω εγώ δεν το έχω φτιάξει έτσι: το έχω εξάγει από σταθερό κειμενογράφο.

Αυτή η μετατροπή δεν είναι καθόλου δύσκολη· ο καθένας μπορεί να την κάνει με ένα δωρεάν πρόγραμμα. Προσωπικά προτείνω το Calibre, το οποίο είναι άψογο στις μετατροπές ηλεκτρονικών βιβλίων από τη μια μορφή στην άλλη. Αν του «ταΐσετε» το αρχείο html, μπορεί να σας δώσει epub ή οτιδήποτε άλλο. Θα πρότεινα επίσης την εφαρμογή του μέσω command line για όσους έχουν ευχέρεια με cmd· είναι πολύ πιο γρήγορο, και μ’αρέσει περισσότερο από το άκομψο UI που έχουν κάνει τελευταία για αυτό το πρόγραμμα.

*

Το υπέροχο με τα ηλεκτρονικά βιβλία είναι, εκτός των άλλων, το πόσο ευμετάβλητα είναι. Μπορείς από τη μια μορφή να το περάσεις στην άλλη. Μπορείς να το διαβάσεις είτε από τον υπολογιστή σου είτε από το κινητό σου είτε από κάποιο e-reader.

Μην εμπιστεύεστε ποτέ κανέναν που δίνει ebooks τα οποία τρέχουν μόνο σε μία συγκεκριμένη συσκευή, ή που δεν μπορείς να τα μεταχειριστείς χωρίς σύνδεση στο διαδίκτυο. Είναι εκμετάλλευση, και μέγιστο ψέμα. Απλώς τα έχουν φτιάξει έτσι ώστε να μη μπορείς να τα μεταχειριστείς πιο εύκολα· δεν είναι αυτή η φυσική τους κατάσταση. Έχουν εσκεμμένα βάλει κλειδαριές εκεί που δεν θα έπρεπε να υπάρχουν κλειδαριές.

Δυστυχώς, αυτά τα κακά έχει φέρει η εμπορευματοποίηση του διαδικτύου. Αλλά η πραγματική μαγεία του είναι η ελευθερία που σου προσφέρει. Οποιοσδήποτε περιορισμός στο διαδίκτυο είναι πλασματικός, και φαίνεται. Φαίνεται πολύ άσχημα. Σχεδόν φασιστικά, πολλές φορές.

Από την άλλη, βέβαια, πώς θα βγάλει λεφτά ο κόσμος; Κλέφτες θα γίνουν; Κι εγώ ο ίδιος συχνά λέω ότι οι συγγραφείς δεν βγάζουν φράγκο – πράγμα απαράδεκτο. Τι θα γινόταν όμως αν πουλούσα τα ebooks μου; Αγνοώντας το τραγικό θέμα της Εφορίας με τους ελεύθερους επαγγελματίες (το τεκμαρτό των 15.000 €, που καθιστά κατευθείαν ανούσια την οποιαδήποτε μικρή επαγγελματική δραστηριότητα), πόσα λεφτά θα έβγαζα; Πολύ λίγα, είμαι σίγουρος, γιατί τέτοια είναι, γενικά, η κατάσταση. Επιπλέον, για εμένα, η λογοτεχνία δεν ήταν ποτέ ένα μέσο για να βγάζω λεφτά· γράφω λογοτεχνία από πολύ μικρός. Η λογοτεχνία ανέκαθεν ήταν ένα μέσο για να ζω. Είναι σουρεαλιστικό αυτό που λέω, ίσως, αλλά είναι αλήθεια. Η λογοτεχνία, για εμένα, προσφέρει εκείνο το κάτι επιπλέον στη ζωή που την κάνει να έχει νόημα. Και πιστεύω πως αυτό είναι κάτι που όλοι οι άνθρωποι πρέπει να βρουν – κάτι το επιπλέον αλλά βασικό που κάνει τη ζωή τους να έχει νόημα. Πολλοί, δυστυχώς, δεν το βρίσκουν ποτέ.

Ο Carl Jung είχε πει ότι ο άνθρωπος δεν αντέχει μια ζωή χωρίς νόημα. Και είναι αλήθεια. Οι περισσότεροι δεν την αντέχουν, ασχέτως αν το έχουν συνειδητοποιήσει ή όχι. Τους παίρνει από κάτω στα μουλωχτά.

Η τέχνη – όχι μόνο η λογοτεχνία – προσφέρει ένα κάποιο «μπαχαρικό» στη ζωή· ίσως και κάτι πολύ περισσότερο από «μπαχαρικό». Σου δίνει νόημα. Είναι σημαντική.

Και θα σας κάνω την εξής απλή ερώτηση: Αν έπρεπε να επιλέξεις ανάμεσα σε 500 € παραπάνω κάθε μήνα ή σε απεριόριστη δωρεάν πρόσβαση σε χιλιάδες έργα τέχνης (βιβλία, ταινίες, πίνακες, μουσική, οτιδήποτε), τι θα διάλεγες;

Θα διάλεγες τα 500 γαμημένα ευρώ; Να τα κάνεις τι σε σύγκριση με την απεριόριστη πρόσβαση στα πάντα;

Το διαδίκτυο μπορεί να σου δώσει, ουσιαστικά, απεριόριστη πρόσβαση στα πάντα. Και ακόμα περισσότερο απ’ό,τι σήμερα. Απλώς πιστεύω πως οι κοινωνίες μας δεν ήταν ακόμα αρκετά ώριμες για το διαδίκτυο, κι αυτό φαίνεται. Αμέσως, πολλοί έσπευσαν να το εμπορευματοποιήσουν ή να το εκφυλίσουν με διάφορους άλλους τρόπους. Παρ’όλ’ αυτά ο βασικός, ελεύθερος πυρήνας του παραμένει· και νομίζω – έχω την πεποίθηση – ότι θα είναι πάντα εκεί.

Τι θα κάνεις, λοιπόν, με τα επιπλέον 500 € που μπορεί να έπαιρνες από το περιορισμένο διαδίκτυο; Τα λεφτά απλώς είναι για να σε εξυπηρετούν ώστε να κάνεις άλλα πράγματα που είναι πιο σημαντικά για εσένα. Δεν έχουν νόημα από μόνα τους. Αλλιώς, πιάσε και καρφίτσωσε πενηντάευρα γύρω-γύρω στους τοίχους και κάτσε να τα βλέπεις. Είναι ωραία; Τι σου προσφέρουν έτσι, από μόνα τους; Προφανώς, τίποτα. Εκείνο που σου προσφέρουν τα λεφτά είναι, ουσιαστικά, ελευθερία από τους περιορισμούς της καθημερινής πραγματικότητας – λογαριασμούς, Εφορίες, τρόφιμα, ζημιές, και τα λοιπά. Αν έχεις τα λεφτά, τα καλύπτεις αυτά και μετά ασχολείσαι με πράγματα που έχουν πραγματικά νόημα για εσένα. Αυτός είναι και ο σκοπός. Γι’αυτό είμαστε άνθρωποι.

Σκέψου το ξανά, λοιπόν: 500 € επιπλέον ή απεριόριστη πρόσβαση σε χιλιάδες δωρεάν έργα τέχνης;

Η μαγεία του διαδικτύου... Και μπορεί να συμβεί. Συμβαίνει, ουσιαστικά.

Και θα μου πεις: Ο καλλιτέχνης να μην πληρώνεται;

Μα, εγώ είμαι ο πρώτος που λέω Κάνετε δωρεές, ρε πούστηδες. Είναι ανάγκη να παίρνεις το κομμάτι με αντίτιμο, όταν μπορείς απλά να κάνεις δωρεά;

Το αντίτιμο έχει νόημα για τα πράγματα που δεν μπορούν εύκολα να παραχθούν δωρεάν. Το ηλεκτρονικό βιβλίο – παρά τα ψέματα που λένε ορισμένοι – μπορεί να παραχθεί εύκολα δωρεάν: απλώς λίγη τεχνογνωσία χρειάζεται, τίποτα περισσότερο. Το χάρτινο βιβλίο δεν μπορεί να παραχθεί δωρεάν: έχεις κόστη εκτύπωσης, κόστη μεταφοράς, και τα λοιπά. Αυτά πρέπει κάπως να τα αποσβέσεις (αν είσαι τυχερός – που σπάνια είσαι). Το ηλεκτρονικό βιβλίο έχει απλώς, για εμένα τουλάχιστον, ένα εναλλακτικό κόστος – ότι πρέπει να φάω δυο, τρεις ώρες να το φτιάξω. Αυτό δεν είναι και τόσο τραγικό. Το να γράψω, δε, το ίδιο το βιβλίο, αυτό θα το έκανα ούτως ή άλλως. Δεν το κάνω με κάποιο σκοπό προς τα έξω· το κάνω για εμένα. Ωστόσο, το κάνω επαγγελματικά, το κάνω όσο καλύτερα μπορώ. Το κάνω, βασικά, πιο προσεχτικά και πιο φανατικά απ’ό,τι αν ήταν απλώς για να πάρω χρήματα. Τότε θα έκανα μόνο τα απολύτως απαραίτητα.

Και νομίζω πως πολλοί καλλιτέχνες, ειδικά στην Ελλάδα (αλλά και παντού – απλώς αλλού η Αγορά είναι πιο καλή και το δέλεάρ της ισχυρότερο), κάνουν τέχνη με αυτή τη νοοτροπία. Τα πράγματα, βέβαια, μπορεί να εκφυλίζονται για διάφορους λόγους – που είναι κακό – όμως νομίζω ότι αυτή η βάση παραμένει. Ο καλλιτέχνης φτιάχνει κάτι, πρωτίστως, επειδή γουστάρει να το φτιάξει. Και αυτό είναι καλύτερο παρά όταν το φτιάχνει έχοντας στο μυαλό του την Αγορά ή οτιδήποτε άλλο.

Σκέψου, λοιπόν, πώς θα ήταν στο διαδίκτυο χωρίς καμία εμπορευματοποίηση της τέχνης πέρα από δωρεές. Θα είχες απεριόριστη πρόσβαση στο οτιδήποτε. Ανεξέλεγκτα, θα διάβαζες τα βιβλία που γούσταρες, θα άκουγες τη μουσική που γούσταρες, θα έβλεπες τις ταινίες που γούσταρες, και πάει λέγοντας.

Μόνο που δεν χρειάζεται να το φαντάζεσαι. Μπορείς να το κάνεις. Υπάρχει η δυνατότητα. Στο διαδίκτυο οι περιορισμοί είναι πλασματικοί, όχι η ελευθερία.

 

7 / 6 / 2025

Εφιαλτικές σκιές.

Μυστηριακές Οντότητες

 

19 / 5 / 2025

Ανοιξιάτικος παπαγάλος.

Μυστηριακές Οντότητες

 

5 / 5 / 2025

Δεν ξέρω αν αυτό είναι της μόδας, τυχαίο, ή απλά ύποπτο, αλλά έχετε προσέξει πόσοι «βιαστές» ξαφνικά ξεσκεπάζονται τα τελευταία χρόνια; Και είναι, ειδικά (και όλως τυχαίως), άτομα που μπορεί να ενοχλούν ή να έχουν ενοχλήσει κάποιους.

Δεν θυμάμαι όλες τις περιπτώσεις που έχουν υποπέσει στην αντίληψή μου (και ίσως κάποιες από αυτές να είναι πραγματικές – δεν μπορώ να ξέρω), και ούτε παρακολουθώ πολύ τα νέα, όμως κάτι μου βρωμάει γενικά.

Θυμάστε τι έλεγαν για τον Julian Assange – τον δημιουργό του Wikileaks – σε μια φάση; Ότι ήταν βιαστής έλεγαν, και βασίζονταν σε κάτι καταγγελίες.

Τελευταία, λένε το ίδιο για τον Neil Gaiman: αν όχι βιασμό, τουλάχιστον σεξουαλική παρενόχληση.

Και τώρα βλέπω να λένε τα ίδια και για τον Russell Brand.

Δεν έχω προσωπικά κανέναν λόγο να υποστηρίζω κάποιον από αυτούς τους τρεις ανθρώπους· και, για να είμαι ειλικρινής, περισσότερο τον Assange συμπαθώ γιατί φαίνεται αγωνιστής. Ο Gaiman ποτέ δεν μου άρεσε ιδιαίτερα ως μορφή ή συγγραφέας – όχι πως έχω κανένα πρόβλημα με τον άνθρωπο, σημειωτέον. Και ο Russell Brand θα έλεγα απλώς ότι έχει ενδιαφέρον, υπό την έννοια τού να δούμε τι μπορεί να κάνει στο μέλλον.

Αλλά δεν μπορώ να πιστέψω τόσο εύκολα ότι αυτοί οι τρεις κύριοι είναι βιαστές και σεξουαλικοί παρενοχλητές (sic).

Και θα μου πεις «Πού τον ξέρεις τον βιαστή; Έχει κέρατο στο κούτελο; Ένας “συνηθισμένος” άνθρωπος δεν είναι κι αυτός;»

Ναι, όντως, αλλά και πάλι... Έχει παραγίνει το πράγμα με διάφορες διασημότητες που ξαφνικά – και μάλλον επειδή φαίνεται να έχουν ενοχλήσει κάποιους – κατηγορούνται ως βιαστές. Και το μόνο που φαίνεται να χρειάζεται είναι μερικές καταγγελίες. Δηλαδή, επειδή βγήκαν 4-5 γυναίκες και είπαν ότι ο τάδε τις ενόχλησε ή τις εξανάγκασε, πάει να πει ότι είναι οπωσδήποτε βιαστής; Αποκλείεται αυτές να «τα παίρνουν» για να το ισχυρίζονται; Έχει γίνει πραγματική έρευνα; Υπάρχουν σοβαρές αποδείξεις; Το τι λέει ο καθένας, έτσι στον αέρα, δεν αποτελεί σοβαρή απόδειξη. Κι εγώ μπορώ να βγω αύριο και να γράψω εδώ ότι με βίασε η θειά μου. Αυτό δεν αποτελεί απόδειξη ότι όντως έγινε.

Κι αυτές οι περιπτώσεις που αναφέρω παραπάνω σίγουρα δεν είναι οι μόνες. Θυμήθηκα τώρα άλλη μία περίπτωση: τον συγγραφέα φαντασίας Scott Lynch (που το τελευταίο βιβλίο του δεν μου άρεσε καθόλου· κυρίως το πρώτο μου άρεσε, το The Lies of Locke Lamora). Κι αυτόν τον είχαν κατηγορήσει για σεξουαλική παρενόχληση το λιγότερο, νομίζω. Το είχα διαβάσει στο Twitter του, όπου είχε γράψει μια «δημόσια συγνώμη» (προφανώς επειδή ο δικηγόρος του θα του το πρότεινε).

Φαίνεται πως τα τελευταία χρόνια ο βιασμός έχει γίνει της μόδας. Ε, κυκλοφορείτε, λοιπόν, με τσίγκινο εσώρουχο.

 

5η σελίδα από τις 180

Προηγούμενη σελίδα

Επόμενη σελίδα

 

Επίσης . . .

Βιβλιοκριτική: Imaginary Worlds του Lin Carter


Έχοντας διαβάσει (και σχολιάσει) το Wizardry and Wild Romance του Michael Moorcock, είχα κάνει όρεξη να προχωρήσω σε κάτι παρόμοιο· κι αφού κι ο ίδιος ο Moorcock προτείνει το Imaginary Worlds, προχώρησα προς τα εκεί.

Είναι κι αυτό, φυσικά, μια πραγματεία για τη φανταστική λογοτεχνία, αλλά, παρότι έχει ομοιότητες με το Wizardry and Wild Romance, δεν είναι το ίδιο πράγμα. Ο Moorcock κρίνει, κυρίως, την εποχή του· ο Lin Carter μιλά πιο διαχρονικά και πιο ιστορικά (αν και την κρίνει, εν μέρει, και την εποχή του σ’ένα σημείο). Ξεκινά, μάλιστα, διευκρινίζοντας τι εννοεί λέγοντας «φανταστική λογοτεχνία» – fantasy – ώστε να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις:

But what I mean by the word "fantasy" is a narrative of marvels that belong to neither the scientific nor the supernatural. The essence of this sort of story can be summed up in. one word: magic. A fantasy is a book or story, then, in which magic really works-not a fairy­ tale, not a story written for children, like Peter Pan or The Wizard of Oz, but a work of fiction written for adults-a story which challenges the mind, which sets it working.

Και, για να είμαι ειλικρινής, συμφωνώ απόλυτα με αυτό τον ορισμό. Το ίδιο εννοώ κι εγώ, συνήθως, όταν λέω «φανταστική λογοτεχνία».

[Συνέχισε να διαβάζεις]

 

Επιλογές Απριλίου (8/4)


~Γκράφιτι από τη νιότη μας & Πώς να σταματάς το κινητό σου απ’το να σε παρακολουθεί & KillerTools & Οι αγορές που ποντάρουν στις καταστροφές & Τα «παράνομα» τραπεζικά δίκτυα & Ένας μαγευτικός κήπος στην Τοσκάνη φτιαγμένος στην Αναγέννηση & Tadami Yamada (παράξενα εξώφυλλα) & Rubáiyát του RS Sherriffs (παραμυθένιες εικονογραφήσεις) & Histoires Prodigieuses (1559 – Pierre Boaistuau) & Olaf Hajek (μαγικορεαλιστικοί πίνακες) & Ψυχεδελικές οντότητες χωρίς επιστημονική εξήγηση & Θαλάσσια τέρατα & A Pictorial History of Horror Stories – 200 Years of Spine Chilling Illustrations from the Pulp Magazines (1985) & Το θαλάσσιο ερπετό του Gloucester & Ken Barr (τέχνη) & Οι εικονογραφήσεις Ðông Hồ & Το πρώτο περιοδικό φαντασίας και τρόμου & άλλα πολλά στο LinX~

 

Φανταστική Λεξιπλασία


Κάτι περισσότερο από ένας σχολιασμός για το Imaginary Worlds του Lin Carter

Αυτές τις μέρες διάβαζα το Imaginary Worlds του Lin Carter, το οποίο είναι ένας σχολιασμός για τη φανταστική λογοτεχνία. Ο Lin Carter ήταν ένας αρκετά γνωστός συγγραφέας φαντασίας – καλτ συγγραφέα, θα τον έλεγα – και δεν θα πω τίποτ’ άλλο γι’αυτόν (μη θέλοντας να μιμηθώ τον ίδιο στις παρουσιάσεις του μέσα στο Imaginary Worlds)· για περισσότερα, μπορείτε να τον τσεκάρετε στη Wikipedia. Το 2022 είχα διαβάσει το πρώτο βιβλίο του από τη σειρά με τον Thongor, και ήταν τόσο χάλια που δεν διάβασα τίποτα παραπέρα σε αυτή τη σειρά. Το 2023, όμως, διάβασα μια άλλη σειρά που έχει γράψει, το Gondwane Epic, η οποία ήταν πολύ καλή, και έχει γίνει από τις αγαπημένες μου, και θέλω κάποτε να την ξαναδιαβάσω. (Ναι, ήταν τόσο καλή.)

Τώρα διάβαζα το Imaginary Worlds επειδή πήρα φόρα μετά από το Wizardry and Wild Romance: A Study of Epic Fantasy, του Moorcock, το οποίο διάβασα πρόσφατα (και σχολίασα). Δε θα πω κάτι περισσότερο για το Imaginary Worlds εδώ· απλώς θέλω να σχολιάσω μερικά πράγματα που γράφει ο Lin Carter σε αυτό το βιβλίο σχετικά με τη δημιουργία φανταστικών ονομάτων. Γιατί πιστεύω ότι έχει ενδιαφέρον.

Ορισμένα από αυτά που λέει τα βρίσκω σωστά· ορισμένα τα βρίσκω τελείως βλακείες. Εκείνο που δεν μου αρέσει είναι ότι μοιάζει να είναι λιγάκι απόλυτος στο τι είναι καλό και τι κακό, ενώ, στην πραγματικότητα, η τελική κρίση σε αυτά τα θέματα είναι το προσωπικό γούστο, και δεν είναι λογικό να λες ότι κάποιοι έχουν «μουσικό αφτί» ενώ κάποιοι άλλοι είναι «κουφοί».

Αλλά ας τα πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά.

Αναφέρομαι στο Κεφάλαιο 10, A Local Habitation and a Name.

[Συνέχισε να διαβάζεις]