13 / 7 / 2022
(Αυτό το post είναι συνέχεια από το προηγούμενο.)
Και ενώ περιδιάβαινα σε ατελείωτες παραλίες, τι θυμήθηκα; Το Vermilion Sands του Ballard, φυσικά. Το είχα διαβάσει το 2012 και δεν θυμόμουν πια πολλά για αυτό πέρα από τη γενική ιδέα: μια ατέρμονη παραλία με παράξενες τοποθεσίες, κάπου στον κόσμο μας, αλλά με μια πελώρια δόση σουρεαλισμού. Το βιβλίο αποτελείται από διηγήματα που το μόνο που τα συνδέει μεταξύ τους είναι ο κοινός φανταστικός κόσμος.
Από καιρό ήθελα να ξαναδιαβάσω το Vermilion Sands. Γιατί όχι τώρα;
Έχω αρχίσει να το ξαναδιαβάζω και νομίζω πως το εκτιμώ περισσότερο από τότε που το είχα διαβάσει για πρώτη φορά. Τα σκηνικά είναι μαγευτικά, οι ιδέες τρελές, οι πλοκές περίεργες. Τα πάντα πολύ όμορφα και σουρεαλιστικά – χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν συμβαίνουν και φριχτά πράγματα μέσα στις ιστορίες. Η ίδια η γλώσσα που είναι γραμμένες ρέπει προς σουρεαλιστικό ή εμπρεσιονιστικό πίνακα.

Κατά τη γνώμη μου, το Vermilion Sands είναι το καλύτερο βιβλίο του Ballard, και έχω διαβάσει αρκετά του (θέλω να διαβάσω και κάποια ακόμα, όμως). (Γράψε «Ballard» στην Αναζήτηση του κεντρικού site μου για να δεις ποια άλλα του έχω διαβάσει ώς τώρα.)
Επιπλέον, το Vermilion Sands είναι τρομερό βιβλίο για να το διαβάζεις το καλοκαίρι στην Ελλάδα. Το φανταστικό σκηνικό, άλλωστε, είναι ένα ατελείωτο θέρετρο με ηχητικά αγάλματα, πλοία που αρμενίζουν επάνω στην άμμο, παράξενα όντα, έντομα με λίθους επάνω, και άλλα τέτοια. Εκτός αυτού, ο Ballard ομολογεί ότι εν μέρει εμπνεύστηκε αυτές τις ιστορίες από τις παραλίες της Μεσογείου. Ορίστε τι γράφει στον πρόλογο: Where is Vermilion Sands? I suppose its spiritual home lies somewhere between Arizona and Ipanema Beach, but in recent years I have been delighted to see it popping up elsewhere – above all, in sections of the 3,000-mile-long linear city that stretches from Gibraltar to Glyfada Beach along the northern shores of the Mediterranean, and where each summer Europe lies on its back in the sun.
Ε, αυτό το Glyfada Beach είναι κάποιο μέρος που ξέρουμε όλοι μας...
*
Πέρα από το Vermilion Sands, που τις τελευταίες μέρες ξεκίνησα να διαβάζω, στην παραλία διάβαζα κυρίως το Guardians of the Lost των Weis και Hickman, το δεύτερο του Well of Darkness, που ουσιαστικά μπορεί να διαβαστεί κι από μόνο του. Το πρώτο το είχα διαβάσει το 2007. Τρομερό βιβλίο για παραλία. Ούτε πολύ ελαφρύ ούτε πολύ βαρύ. Έχει πλάκα χωρίς να είναι της πλάκας. Και οι συγγραφείς φαίνεται να έχουν ωριμάσει αρκετά από τότε που έγραφαν τα πρώτα της Dragonlance, αν και, βέβαια, κάποια κλισέ και κλασικά πράγματα παραμένουν. Ε, πώς, fantasy χωρίς elves? Hell, no!
11 / 7 / 2022
Τις προηγούμενες δύο εβδομάδες ήμουν σ’ένα νησί (δεν λέω ποιο για να μη θεωρηθεί ότι προσπαθώ να διαφημίσω ή να σχολιάσω) και, γυρίζοντας στην Αθήνα, παρατήρησα εκείνο που παρατηρούσα πάντα, από μικρός: είναι σαν από τα σκληρά να πέφτεις στα μαλακά.
Η ατμόσφαιρα του νησιού είναι άγρια (χωρίς αυτό να είναι κακό). Εδώ, στην Αττική, με το που έρχεσαι, νιώθεις λες και σ’έχουν περιβάλλει με μαλακά μαξιλάρια. (Ίσως γι’αυτό να είμαστε σαν μαστουρωμένοι;) Το κλίμα είναι μαλακό. Αλλά και τα δύο μού αρέσουν: και το μαλακό και το σκληρό. Έχουν μια τελείως διαφορετική αίσθηση.
Και όσοι πιστεύουν ότι η Αθήνα είναι «κόλαση», δεν συμφωνώ μαζί τους. Πάω στοίχημα ότι δεν βαδίζουν μακρινές αποστάσεις μέσα στην Αθήνα. Η Αθήνα είναι ο απόλυτος αστικός λαβύρινθος: ατελείωτος, πάντα υπάρχουν μέρη για να εξερευνήσεις. Πώς να μη σου αρέσει, δηλαδή; (Και όλο λέω ότι θα γράψω εκείνο το άρθρο που έχω υπόψη μου για την αστική περιπλάνηση αλλά όλο το αναβάλω. Η ώρα του πλησιάζει, όμως· το αισθάνομαι.)
Στο νησί, ο κόσμος ήταν πολύς. Ειδικά για Ιούνιο μήνα. Θυμάμαι παλιά, τον Ιούνιο, να πηγαίνω στην παραλία και να είμαι εγώ και τρεις, τέσσερις άλλοι. Τώρα είχε πολύ περισσότερους. Και όχι μόνο στις παραλίες. Καταφανώς έχει γίνει μια διεξοδική εκστρατεία για να τραβήξει κόσμο στα τουριστικά κέντρα από τον Κουλοβασιλέα και τους υποτακτικούς του – αν και, μάλλον, όχι μόνο από αυτούς.
Και ο κόσμος ήρθε. Είναι εδώ. Γίνεται χαμός. Τις ημέρες προτού φύγω, μαζεύονταν ακόμα περισσότεροι. Δε μπορούσα να μείνω άλλο: στο τέλος θα με τρόμαζαν τα τουριστικά ζόμπι.
Το να έρχεται τουρισμός είναι καλό. Ένα, όμως, παρατηρείς αμέσως: Όλο αγγλικά και άλλες γλώσσες άκουγες από τους τουρίστες. Ελάχιστα ελληνικά.
Δεν ήταν Έλληνες· οι περισσότεροι ήταν ξένοι, σαν αυτούς που γεμίζουν το Μοναστηράκι, την Πλάκα, και όλη την περιοχή γύρω από την Ακρόπολη αυτές τις μέρες.
Ναι, καταφέραμε να τραβήξουμε τουρισμό από έξω· αλλά τι γίνεται ο τουρισμός από μέσα; Είναι δυνατόν ο Έλληνας να μη μπορεί να πάει να κάνει διακοπές;
Είναι.
Για να είμαι ειλικρινής, μάλλον ούτε εγώ θα πήγαινα αν δεν είχα σπίτι σ’εκείνο το νησί. Οι τιμές είναι ανεβασμένες σε όλα τα τουριστικά πράγματα. Σε μια παραλία οι ξαπλώστρες κοστίζουν ως εξής: οι δύο με το υπόστεγο, 50 €· οι δύο με την ομπρελίτσα στις μπροστινές γραμμές, 40 €· οι δύο με την ομπρελίτσα στις πίσω γραμμές, 30 €. (Και, ναι, το ξέρω, υπάρχουν και παραλίες με ακόμα υψηλότερες τιμές στις ξαπλώστρες.) (Ευτυχώς προτιμώ την άμμο για ξαπλώστρα.)
Για βαστάτε λίγο, ρε παιδιά. Ο άλλος έρχεται να κάνει διακοπές. Αν το δωμάτιο είναι 50+ € την ημέρα, η ξαπλώστρα άλλα 30, το μεσημεριανό άλλα 20 (άσε το πρωινό· πες ότι δεν το τρως), το βραδινό άλλα 20, και το ποτό το λιγότερο 7,5 € (δεν υπολογίζω καν τον καφέ), όλα αυτά βγαίνουν πάνω από 127 ευρώ την ημέρα. Και μιλάω για ένα άτομο τώρα, κι αν είναι σχετικά συγκρατημένο. Γιατί μπορεί και να μην είναι. Έβλεπα στο νησί πολλά νέα καταστήματα (ή όχι και τόσο νέα) που έχουν ανοίξει, τα οποία είναι μπουτίκ και κοσμηματοπωλεία, και οι τιμές τους δεν είναι χαμηλές. Ε, αν θες να πάρεις και κάτι από αυτά, τρέχα-γύρευε πόσο πάνε τα έξοδα. Μπορεί να φτάσουν και τα 500 € την ημέρα.
Ο μέσος Έλληνας δεν έχει να πληρώσει για να πάει να μείνει, πχ, 10 μέρες σε ένα τέτοιο θέρετρο. Και ο τουρισμός που έρχεται από το εξωτερικό είναι, προφανώς, πλούσιος τουρισμός – γι’αυτό και ανοίγουν τόσα κοσμηματοπωλεία. Είναι άνθρωποι που δεν το σκέφτονται να δώσουν 250 € για να πάρουν ένα κολιέ από ένα ελληνικό νησί.
Κι εγώ, εν τω μεταξύ, την έβγαζα με λιγότερα από 30 € την ημέρα κατά μέσο όρο. Αλλά, είπαμε, έχω σπίτι εκεί. Μπορεί να θέλει κάποια μερεμέτια κάθε τόσο, και όλο κάποια ζημιά βρίσκω που πρέπει να φτιάξω, και επειδή είναι παλιό όλο πρέπει να στοκάρω και να ξαναβάφω πράγματα· όμως είναι μεγάλη διαφορά σε σχέση με το να πρέπει να πληρώνεις δωμάτιο και εστιατόριο κάθε μέρα.
Γι’αυτό δεν ακούς ελληνικά από τους τουρίστες: γιατί δεν είναι Έλληνες.
Και, από την άλλη, δεν μπορείς να κατηγορήσεις τους ανθρώπους στα τουριστικά κέντρα για υψηλές τιμές, γιατί, όπως ξέρω πολύ καλά, αυτή την περίοδο περιμένουν για να ζήσουν όλο τον υπόλοιπο χρόνο. Φυσικά και θα τα βαράνε όσο πιο πολύ μπορούν, αφού κάποιοι έρχονται και τους πληρώνουν. Ειδικά αν σκεφτείς ότι τα προηγούμενα χρόνια είχαν καταστραφεί οι άνθρωποι με τις κορονομαλακίες που είχαν συμβεί.
Κάτι όμως θα έπρεπε να γίνει και για τον μέσο Έλληνα, κάπως θα έπρεπε κι αυτός να πάει διακοπές.
Το Κράτος, ως συνήθως, επιδεικνύει οξύ σταρχιδισμό για το θέμα. Αλλά θα μπορούσε και να είχε κάνει δραστηριοποιηθεί.
Για παράδειγμα, θα μπορούσε να δίνει μια «κάρτα τουρισμού» στους Έλληνες βάσει του εισοδήματός τους, κι αν είχες αυτή την κάρτας να πληρώνεις μόνο το 50% στα θέρετρα για τα πάντα.
Δυστυχώς, αυτά είναι επιστημονική φαντασία σε τούτη τη χώρα της απάτης. Οπότε, τουλάχιστον, τραβάμε πλούσιο τουρισμό από το εξωτερικό, βαράμε τρελές τιμές, και περιμένουμε έτσι να βγάλουμε τα σπασμένα και να επιβιώσουμε.
(Έλεγα να γράψω και για το Vermilion Sands αλλά αυτό μάλλον θα πάει για το επόμενο κειμενάκι στα Σκιώδη Παραλειπόμενα, γιατί αυτό βγήκε αρκετά μεγάλο.)
17 / 6 / 2022
Διαβάζοντας τώρα το Mistress of Mistresses, του Eddison (το οποίο έχει κάποια σχέση με το The Worm Ouroboros αλλά δεν νομίζω ότι αποτελεί και συνέχειά του), απορώ κυρίως για ένα πράγμα: πώς είναι δυνατόν, ακόμα και το 1930, να έγραφαν τέτοιο διάλογο.
Αποκλείεται, φυσικά, οι πραγματικοί άνθρωποι εκείνη την εποχή να μιλούσαν έτσι.
Οι χαρακτήρες σ’αυτό το μυθιστόρημα δεν είναι σαν να μιλάνε: είναι σαν να απαγγέλλουν ποίηση και, μάλιστα, στην καθαρεύουσα! Νομίζεις ότι διαβάζεις την Ιλιάδα. Η αφήγηση είναι γραμμένη πιο πεζά από τον διάλογο. Για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, παρότι έχω διαβάσει πάρα πολλά αγγλικά βιβλία και δεν έχω πρόβλημα να κατανοήσω το οτιδήποτε στα αγγλικά, σε πολλά σημεία δυσκολεύομαι να καταλάβω τι θέλουν να πουν οι χαρακτήρες του Eddison ενώ σε κάποια άλλα σημεία απλά δεν καταλαβαίνω. Ίσως να πρέπει να το διαβάσεις σαν να κάνεις ανάλυση κειμένου, όχι σαν να διαβάζεις τεμπέλικα ένα μυθιστόρημα· αλλά αυτό δεν είμαι πρόθυμος να το κάνω.
Απορώ, πάντως, και πάλι, πώς είναι δυνατόν, ακόμα και το 1930 – ή και παλιότερα – να έγραφαν τέτοιο διάλογο. Τι σκοπό μπορεί να εξυπηρετεί; Μια αίσθηση μεγαλείου; Ίσως. Μια αίσθηση μυθικότητας; Ίσως. Αλλά, μπροστά στη σύγχυση που προκαλεί, δε νομίζω ότι αξίζει.
Σήμερα, δεν πιστεύω κανείς να γράψει έτσι τον διάλογο. Ή, αν το κάνει, δεν τον έχω μέχρι στιγμής συναντήσει.. Ακόμα και όσοι γράφουν πιο αρχαϊκά, δεν φτάνουν σε αυτό το άκρο.
Προσωπικά, για να είμαι ειλικρινής, δεν νομίζω ότι θα μπορούσα να γράψω κάτι αντίστοιχο στα ελληνικά παρά μόνο με εξωφρενική προσπάθεια. Θα έπρεπε, όχι μόνο να χρησιμοποιείς πολύ εξεζητημένες λέξεις, αλλά να γράφεις και στην καθαρεύουσα και με εσκεμμένα μπλεγμένη σύνταξη.