Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
28 / 1 / 2024

Τελευταία διαβάζω το Jurgen του Cabell, για το οποίο είχα ακούσει διάφορα, και δεν απογοητεύει. Είναι, ουσιαστικά, ένα ιπποτικό παραμύθι. Στην αρχή, δεν μου άρεσε και τόσο αλλά, προχωρώντας, έχει αρχίσει να μου αρέσει περισσότερο.

Παρότι παραμυθένιο κατά βάση, και παρότι ακολουθεί πολλά από τα «κλισέ» των παραμυθιών, δεν είναι παραμύθι όπως εκείνα του Lang που είχα διαβάσει πέρσι. Κατά πρώτον, δεν είναι μικρό· είναι ένα αρκετά μεγάλο βιβλίο (αν και όχι πολύ μεγάλο). Τα παραμύθια του Lang με είχαν εμπνεύσει να γράψω κι εγώ δύο παραμυθοειδή ιστορήματα – τα Κρυσταλλένια Φτερά και Το Είδωλο. Το Jurgen είναι τελείως άλλο πράγμα. Προσωπικά, δεν θα μπορούσα να γράψω τόσο μεγάλο παραμύθι.

Επιπλέον, νομίζω πως τα εκφραστικά μέσα που χρησιμοποιεί ο Cabell, αλλά ακόμα και οι κινήσεις της πλοκής του, είναι λιγάκι (ή πολύ) απαρχαιωμένα για την εποχή μας.

Παραδόξως, ίσως, μου θύμισε, όμως, έναν αρκετά σύγχρονο συγγραφέα (αν και αρκετά μεγάλης ηλικίας επίσης): τον Michael Moorcock. Σε κάποια φάση, διαβάζοντας το Jurgen νόμιζα ότι διάβαζα Moorcock. Και λέω: Τι συμβαίνει τώρα εδώ; Έχω παραισθήσεις; Μετά, όμως, θυμήθηκα ότι, σε πολλές περιπτώσεις, ο Moorcock χρησιμοποιεί αυτό το μοτίβο του παραμυθιού και του ιπποτικού. Στο μυαλό μου ήρθαν τα πρώτα βιβλία του Corum αλλά και αρκετά επεισόδιο με τον Elric, καθώς και το War Ηound and the World’s Pain. Ακόμα και η τετραλογία Runestaff, ίσως, αυτή με τον Hawkmoon. Ακόμα και το τελευταίο του βιβλίο, αυτό που έγραψε πρόσφατα, το The Citadel of Forgotten Myths (για το οποίο έχω γράψει και βιβλιοκριτική).

Σχεδόν όλα τα βιβλία του Moorcock έχουν στιγμές παραμυθένιου ιπποτισμού. Σε ορισμένες, δε, από αυτές τις περιπτώσεις σού δίνεται η αίσθηση του παρωχημένου – κάτι που, για τα σημερινά δεδομένα, δεν ταιριάζει. Αναρωτιέμαι αν ο Moorcock γούσταρε το Jurgen. Θα μπορούσες να υποθέσεις ακόμα κι ότι ήταν επηρεασμένος.

 

 

Επίσης . . .

Περί Γραφής: Τελεία και ΟΧΙ Παύλα, Ξανά


Αυτό το άρθρο είναι συνέχεια του προηγούμενου: Τελεία και ΟΧΙ Παύλα. Εν μέρει, μου έδωσε έμπνευση να το γράψω κάποιος που ανέφερε κάτι σε ένα από τα σόσιαλ μύδια. Και λέω εν μέρει γιατί δεν χρειάζομαι ποτέ και πολλή έμπνευση για να γράψω για τη στίξη. Έχω μια σχέση αγάπης-μίσους μαζί της. Ξεκίνησα να γράφω ως τελείως άσχετος με τη στίξη, μην έχοντας ιδέα ποια θα μπορούσε ποτέ να ήταν η χρήση της άνω τελείας: ίσως ακόμα και του κόμματος. Έφτασα σε σημείο να νομίζω ότι έβαζα σωστά τη στίξη, αλλά απλά το νόμιζα μόνο. Και κατέληξα να συμπεράνω πόσο ανόητος είσαι όταν νομίζεις ότι «ξέρεις» τη χρήση της στίξης, και πόσο υποκειμενική μπορεί να είναι η στίξη. Αλλά όχι και στα πάντα. Υπάρχουν κι ορισμένα σταθερά πράγματα. Και υπάρχει και μια κάποια... αισθητική. Ναι, αισθητική.

Έτσι, γράφουμε τώρα συνέχεια του προηγούμενου άρθρου γιατί, πολύ απλά, το θεωρώ ενδιαφέρον να γράψω συνέχεια. Και έχει νόημα. Ακολουθήστε με...

Σχετικά με την παύλα μπορεί να υπάρξει ένα ερώτημα: Γιατί να μην κολλά επάνω στις λέξεις; Να, για παράδειγμα, δες τι γίνεται με όλα τα άλλα σημεία στίξης: κολλάνε επάνω στις λέξεις. Η παύλα γιατί να μην κολλά; Στο πηγάδι κατούρησε;

Το θέμα είναι το εξής: όλα τα άλλα σημεία στίξης (εκτός, ίσως, από το θαυμαστικό) είναι αρκετά παλιά. Η παύλα – εκτός αν κάνω τρομερό λάθος – είναι πιο πρόσφατη. Δεν υπήρχε παλιά. Και, παρότι ουσιαστικά συντακτικό σημείο στίξης (όχι σχολιαστικό, όπως το θαυμαστικό), είναι κάπως ιδιαίτερο, και έχει κατά καιρούς χρησιμοποιηθεί με διάφορους τρόπους. Ακόμα και σαν να ήταν σχολιαστικό!

Η παύλα, σε κάποια κείμενα, μπορεί να βρεθεί να αντικαθιστά μέχρι και την τελεία, ή μπορεί να μπαίνει και μαζί με την τελεία. Ή όπου αλλού μπορείς να διανοηθείς. Πολλοί πιστεύουν, δε, ότι χρησιμοποιείται απλώς για να τονίσει την επόμενη λέξη, ή φράση: ή τη λέξη, ή φράση, που κλείνεται ανάμεσα στις παύλες.

Επικρατεί μια σύγχυση.

Αλλά, στην πραγματικότητα, σύγχυση δεν υφίσταται. Είναι συντακτικό σημείο στίξης, ουσιαστικά, όχι σχολιαστικό.

Όλα τα άλλα σημεία στίξης κολλάνε επάνω στις λέξεις, ναι. Αλλά κολλάνε ανεξαιρέτως (πλην της παρένθεσης) στο τέλος της λέξης, ποτέ στην αρχή. Κόμμα, τελεία, άνω τελεία, ερωτηματικό, θαυμαστικό... τα έχετε δει ποτέ στην αρχή; Πάντα στο τέλος κολλάνε.

Και ρωτάω τώρα: Η παύλα πού κολλάει; Στην αρχή, ή στο τέλος;

[Συνέχισε να διαβάζεις]

 

Επιλογές Οκτωβρίου (21/10)


Sanjulián (τέχνη) & Rudolf Kalvach (παράξενες κάρτες – 1907) & Hannah Flowers (τέχνη) & Το σπίτι που εξαφανίστηκε & Michael Kaluta (τέχνη) & Οι εικονογράφοι του Poe & Η γηραιότερη χελώνα της γης (αθάνατη;) & 221 Camera Obscuras & Infinite Jungle (στον browser σας) & Robin F. Williams (τέχνη) & Rottweilin (τέχνη) & Στα ίχνη των Shonokin (του Manly Wade Wellman) & Κόμιξ με τον Elric (1970) & περισσότερα στο LinX

 

Περί Γραφής: Τελεία και ΟΧΙ παύλα


Σε ελληνικά κείμενα (λογοτεχνικά και μη) είναι αρκετά συχνό να συναντήσουμε το εξής συντακτικό φαινόμενο το οποίο θα δείξω με ένα απλό παράδειγμα γιατί έτσι είναι πολύ πιο εύκολο:

Οι καβαλάρηδες έρχονταν μέσα από το λιόγερμα, πάνω από τους λόφους –μια ντουζίνα φιγούρες σε ψηλά άλογα, γκρίζα και λευκά, με μανδύες να τινάζονται πίσω τους–, αλλά δεν είχαν προσέξει ότι στο κατόπι τους ήταν τέσσερις απειλητικές κατάμαυρες σκιές...

Αυτό το κείμενο μοιάζει καλό, γενικά· και είναι, ουσιαστικά. Αλλά προσέξτε πώς χρησιμοποιούνται οι παύλες. Σαν παρενθέσεις! Η πρώτη παύλα κολλάει επάνω στο μια και η δεύτερη (που κλείνει την παρένθεση) κολλάει επάνω στο τους· και μετά απ’αυτή τη δεύτερη παύλα έρχεται κι ένα κόμμα.

Εδώ το πρόβλημα είναι διπλό.

Πρόβλημα πρώτο: Γιατί οι παύλες να κολλάνε επάνω στις λέξεις σαν να είναι παρενθέσεις; Η παύλα δεν είναι παρένθεση· είναι τελείως διαφορετικό σημείο στίξης.

Πρόβλημα δεύτερο: Τι δουλειά έχει το κόμμα μετά την παύλα; Δεν έχει καμία δουλειά εκεί· η παύλα, κανονικά, το αντικαθιστά. Δεν είναι παρένθεση.

[Συνέχισε να διαβάζεις]