Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies, από τρίτους κυρίως, για απλή ανάλυση επισκεπτών (πχ, Google Analytics) και για social media (πχ, από το Twitter). Τα μόνα cookies που χρησιμοποιούμε εμείς είναι για θέματα λειτουργικότητας (πχ, για να μην εμφανίζεται ξανά αυτή η ειδοποίηση αφότου έχετε πατήσει το κουμπάκι). Κανένα από αυτά τα cookies, απ’ό,τι ξέρουμε, δεν είναι βλαβερό, και εμείς δεν εκμεταλλευόμαστε τις πληροφορίες σας με κανέναν τρόπο. Ωστόσο, αν θέλετε μπορείτε πολύ εύκολα να σβήσετε τα cookies από οποιονδήποτε browser, συνήθως πατώντας Shift+Ctrl+Del. Περισσότερες πληροφορίες για τα cookies μπορείτε να βρείτε στο www.whatarecookies.com.
Δύο συνοικίες της Ατέρμονης Πολιτείας, η Βαθμιδωτή και η Επίστρωτη, βρίσκονται από χρόνια σε μια κατάσταση οικονομικής αλληλεξάρτησης. Η μία συμπληρώνει την άλλη. Η Βαθμιδωτή παράγοντας, αποκλειστικά και μόνο, τεχνικούς εξοπλισμούς. Η Επίστρωτη παράγοντας τρόφιμα. Και καμιά από τις δυο συνοικίες δεν διανοείται να αλλάξει τον ρυθμό της ζωής των πολιτών της.
Μια μυστηριώδης γυναίκα με το όνομα Κορίνα παρουσιάζεται στην Επίστρωτη και μιλά με τους Εχθρούς του Πρωινού, τη μεγαλύτερη και χειρότερη συμμορία της συνοικίας, που είναι ο φόβος κι ο τρόμος των πολιτών αλλά και της αστυνομίας. Η Κορίνα προθυμοποιείται να τους βοηθήσει σ’ένα μεγαλεπήβολο σχέδιο: να κλέψουν χρήματα κατευθείαν από το κεντρικό θησαυροφυλάκιο της Τράπεζας των Τεσσάρων.
Αλλά αυτό δεν είναι το μόνο που έχει η Κορίνα στο μυαλό της.
Πολύ σύντομα, τα πράγματα αρχίζουν ν’αλλάζουν για τις δύο συνοικίες καθώς οι ισορροπίες θρυμματίζονται...
Το Πρώτο Πανδιαστασιακό Ράλι Σεργήλης αρχίζει!
Μετά από τον διωγμό των δυνάμεων της Παντοκράτειρας, οι υλικές ζημιές στη
διάσταση της Σεργήλης είναι πολλές, και η οικονομία της έχει δεχτεί σοβαρό
πλήγμα. Προκειμένου ολόκληρη η διάσταση να ορθοποδήσει, οι πολιτικοί της
αποφασίζουν να οργανώσουν το Πρώτο Πανδιαστασιακό Ράλι Σεργήλης, που θα φέρει
χρήματα από πολλές άλλες διαστάσεις του Γνωστού Σύμπαντος.
Οι ραλίστες που θα αγωνιστούν είναι όλοι ικανοί και έμπειροι στην οδήγηση –
ήρωες των τροχών και του τιμονιού. Ανάμεσά τους είναι και η Ελοντί Αλλόγνωμη, ή,
όπως πολλοί στη Σεργήλη τη γνωρίζουν από την παλιά της ζωή ως τραγουδίστρια, η
Έκπτωτη Ελοντί. Στο παρελθόν, σε μικρή ηλικία, ήταν δόκιμη για ιέρεια της
Αρτάλης όταν οι πράκτορες της Παντοκράτειρας προσπαθούσαν ακόμα να εξαφανίσουν
τις γυναίκες που λάτρευαν αυτή τη θεά. Αργότερα, είχε μπει στους κόλπους της
Επανάστασης, αποζητώντας εκδίκηση. Τώρα, στο Πρώτο Πανδιαστασιακό Ράλι Σεργήλης,
το παρελθόν της Ελοντί θα συναντήσει το παρόν, κι εκείνη θ’ανακαλύψει
καινούργια, και ίσως τρομαχτικά, πράγματα για τον εαυτό της.
Ο Ζορδάμης, ένας παλιός εραστής της Έκπτωτης Ελοντί και δεινός ραλίστας,
συμμετέχει επίσης στο Πρώτο Πανδιαστασιακό Ράλι, και έχει κάνει μια σκοτεινή και
δαιμονική συμφωνία για να βεβαιωθεί ότι θα νικήσει. Επειδή
πρέπει να νικήσει: μυστηριώδεις δυνάμεις του υπόκοσμου της Σεργήλης
βρίσκονται στο κατόπι του, και φαίνονται έτοιμες να τον αφανίσουν αν δεν τους
δώσει ό,τι τους χρωστά...
Στο Πρώτο Πανδιαστασιακό Ράλι Σεργήλης, οι οδηγοί θα τρέξουν επάνω σε
αιωρούμενες ράμπες, επάνω σε δύσκολα εδάφη, μέσα στους άγριους δασότοπους
Φέρνιλγκαν, μέσα στις καυτές ερήμους της Σεργήλης, μέσα σε παγωμένα βουνά, ακόμα
και μέσα σε μια παράξενη ενδοδιάσταση με πράσινο ουρανό και κόκκινο ήλιο...
Η Σεργήλη έχει απελευθερωθεί από τους Παντοκρατορικούς· οι κάτοικοί της
μπορούν ξανά να λατρεύουν όποιους θεούς θέλουν. Η θρησκεία της Αρτάλης έχει
αναβιώσει. Η Αριστέα, μια από τις ιέρειές της, καταφέρνει να λάβει χρηματοδότηση
από την Πολιτειάρχη της Μέλβερηθ για την οικοδόμηση ενός καινούργιου ναού στα
άκρα της εν λόγω μεγαλούπολης. Αλλά σύντομα ανακαλύπτει ότι το χρηματικό δεν
είναι το μόνο πρόβλημα που έχει να αντιμετωπίσει. Οι Ανατολικοί Φρουροί, μια νέα
συμμορία που καταδυναστεύει τις ακροανατολικές συνοικίες της Μέλβερηθ, ζητούν
λεφτά για την προστασία του ναού – «προστασία» από την ίδια τη συμμορία, στην
πραγματικότητα. Η Αριστέα, αρνούμενη να πληρώσει, θα βρεθεί σε σύγκρουση μαζί
τους. Ευτυχώς, στο πλευρό της είναι ο Βασνάρος, ο Αγωνιστής των Δρόμων – γνωστός
και ως Τρελός Λύκος της Μέλβερηθ, κατά την περίοδο της κυριαρχίας των
Παντοκρατορικών.
Η Φάνρηβ, μια από τις σημαντικότερες πόλεις της Μοργκιάνης, ήταν κάποτε, πριν
από χρόνια, ελεύθερη με δικό της πολίτευμα. Σήμερα, είναι ένα προτεκτοράτο του
Βασιλείου της Χάρνωθ. Ο λαός της είναι διαιρεμένος: μια μερίδα υποστηρίζει τη
Βασιλική Αντιπρόσωπο· μια μερίδα είναι με το μέρος του παλιού Φύλακα της Φάνρηβ,
που έρχεται με στρατό από τον βορρά για να την ελευθερώσει· και μια άλλη μερίδα
των πολιτών είναι αυτονομιστές, που δεν θέλουν ούτε τους Χαρνώθιους στην πόλη
τους ούτε την επιστροφή του Φύλακα.
Οι Αιρετοί της Φάνρηβ είναι διαιρεμένοι όπως και ο λαός της, αποτελώντας
αντανάκλασή του.
Ο Άλφεντουρ αλ Έρεσναβ, Διπλωματικός Αντιπρόσωπος του Εμπορικού Συνδέσμου της
Νάζρηβ, έρχεται από την πόλη του με ελικόπτερο προς τη Φάνρηβ, καλεσμένος εκεί
από έναν παλιό του φίλο, τον Κασλάριν ωλ Μάρατεκ, Αιρετό της Συντεχνίας των
Αγροτών. Ο Κασλάριν πιστεύει πως έχει ένα σχέδιο για να σώσει τη Φάνρηβ προτού η
πόλη καταστραφεί από την οργή των αντίπαλων παρατάξεων. Και ζητά τη βοήθεια του
Άλφεντουρ, ο οποίος μπορεί να ασκήσει πιέσεις και στην Κέσριμιθ ωλ Ζαλτάρεμ, τη
Βασιλική Αντιπρόσωπο, και στο συμβούλιο των Αιρετών.
Όταν όμως ο Άλφεντουρ φτάνει στην πόλη, το κλίμα είναι ήδη έκρυθμο και, με
κάθε μέρα που περνά, χειροτερεύει. Η Αρχόντισσα Κέσριμιθ προσπαθεί με όλους τους
τρόπους – και με τα ελεγχόμενα μέσα μαζικής πληροφόρησης της Φάνρηβ – να
επηρεάσει τον λαό ώστε να τον τραβήξει με το μέρος του Βασιλείου της Χάρνωθ. Οι
υποστηρικτές του Φύλακα, που έρχεται με στρατό από τα βόρεια, πασχίζουν να
φέρουν τον κόσμο με τη δική τους πλευρά, ενώ αποφεύγουν και χτυπάνε τους
ανθρώπους των Χαρνώθιων. Και οι αυτονομιστές είναι εναντίον όλων, γεμίζοντας
τους δρόμους της πόλης με συνθήματα και απρόσμενες εκρήξεις.
Αλλά στη Φάνρηβ οι πιο επικίνδυνες ενέργειες γίνονται στα παρασκήνια. Σκιερές
μορφές στοιχειώνουν την Πόλη της Αέναης Νύχτας. Προδότες σχεδιάζουν πολιτικές
δολοφονίες. Κατάσκοποι παρακολουθούν κάθε κίνηση. Αδέλφια χάνουν την εμπιστοσύνη
που έχουν μεταξύ τους. Οι πάντες είναι ύποπτοι για τα πάντα.
Ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος επιστρέφει στην πατρίδα του, την Απολλώνια, όπου
σύντομα ανακαλύπτει ότι τα πράγματα δεν είναι όπως τα είχε αφήσει. Κάποια
μυστηριώδης, σκοτεινή οργάνωση έχει απλώσει τα δίχτυα της μέσα στο Βασίλειο, και
φημολογείται, ψιθυριστά, ότι ακόμα κι ο αδελφός του Ανδρόνικου, ο Πρίγκιπας
Λούσιος, είναι αναμιγμένος σ’αυτήν.
Ο Ανδρόνικος θα βρεθεί σε εξαιρετικά δύσκολη θέση, και θα χρειαστεί να
ζητήσει βοήθεια ακόμα κι από τους επαναστάτες άλλων διαστάσεων· διότι μέσα στην
ίδια του την πατρίδα κανένας δεν φαίνεται πλέον να μπορεί να θεωρηθεί
αξιόπιστος…
Εν τω μεταξύ, οι δυνάμεις της Παντοκράτειρας έρχονται από το Βόρειο Μέτωπο,
φέρνοντας έναν από τους πιο καταστροφικούς πολέμους στο Γνωστό Σύμπαν· ενώ από
τα νότια της διάστασης τερατουργήματα επιτίθενται από την Απολεσθείσα Γη,
μαστίζοντας το Βασίλειο σαν προαιώνια κατάρα.
Στην Απολλώνια, μια από καιρό πολιορκημένη διάσταση, τα πράγματα έχουν
αρχίσει να ξεφεύγουν από τον έλεγχο…
Η Αγγελική, μια φίλη της Παντοκράτειρας, βρίσκεται δολοφονημένη στη σουίτα
ενός ξενοδοχείου, με μυστηριώδεις τομές επάνω στο σώμα της. Ο εραστής της,
Ταγματάρχης Στίβεν Νέλκος, παρότι ήταν μαζί της εκείνη τη βραδιά, μοιάζει να
έχει πλήρη άγνοια του τι συνέβη. Και οι άνθρωποι της Παντοκράτειρας δεν
καταφέρνουν να ανακαλύψουν τίποτα.
Η Ρία-Μία, η Αρχιέρεια του Κρόνου, προτείνει στην Παντοκράτειρα έναν ιδιωτικό
ερευνητή, τον Φέλιξ Χάρλω, ο οποίος ίσως θα μπορούσε να βρει τον δολοφόνο.
Ωστόσο, ακόμα κι αυτός σύντομα θα συνειδητοποιήσει πως η περίπτωση είναι
εξαιρετικά περίπλοκη και δυσεπίλυτη, και οι δυνάμεις που είναι αναμιγμένες
ξεπερνούν τη δικαιοδοσία του αλλά και τις ικανότητες του μυαλού του...
Ένας ξεχασμένος κόσμος, μια διάσταση απομονωμένη από το υπόλοιπο σύμπαν.
Ένας υπερδιαστασιακός στρόβιλος – ένα
ρήγμα – σπάζει το στάσιμο πλέγμα της πραγματικότητάς του. Κι από εκεί,
έρχεται ένας μεγάλος προφήτης που θα αλλάξει τη ροή της ιστορίας του για
πάντα...
Ο Τάμπριελ, κάποτε σύζυγος της Παντοκράτειρας και μάγος του τάγματος των
Δεσμοφυλάκων, καταλήγει σαν ναυαγός σε μια διάσταση ανέγνωρη για εκείνον. Ένα
μέρος όπου κανένας δεν μιλά καμια γνωστή του γλώσσα. Μέσα στο μυαλό του, όμως,
παράδοξα, υπάρχουν εικόνες από αυτόν τον απομονωμένο κόσμο: και ο Τάμπριελ
συνειδητοποιεί πως δεν μπορεί να βρίσκεται τυχαία εδώ...
Μαζί του είναι η Ανταρλίδα, μια από τις Μαύρες Δράκαινες της Παντοκράτειρας
οι οποίες πλέον υπηρετούν την Επανάσταση εναντίον της. Ούτε εκείνη έχει ποτέ
ξανά δει ή ακούσει γι’αυτό τον κόσμο. Αλλά τώρα που οι δυο τους βρίσκονται εδώ,
σ’ένα ξένο, εχθρικό περιβάλλον, πρέπει να μάθουν να επιβιώνουν ώστε να
ξεκλειδώσουν τα μυστικά της διάστασης που θα τους δώσουν πρόσβαση στο Γνωστό
Σύμπαν, από το οποίο ήρθαν.
Παράξενα ανοίγματα παρουσιάζονται στη Χάρνταβελ: τρύπες επάνω στα ίδια τα
τοιχώματα της πραγματικότητάς της. Από μέσα τους διακρίνεται μια άλλη
πραγματικότητα, και πλάσματα έρχονται από εκεί τα οποία δεν έχουν ξαναβαδίσει
ποτέ στη Χάρνταβελ.
Οι Παντοκρατορικοί που ελέγχουν την εν λόγω διάσταση προσπαθούν να ερευνήσουν
το φαινόμενο, η συχνότητα εμφάνισης του οποίου δεν μειώνεται αλλά αυξάνεται με
ανησυχητικό ρυθμό. Η Αρίνη’σαρ, μάγισσα του τάγματος των Ερευνητών και σύζυγος
του Παντοκρατορικού Ταγματάρχη Τέρι Κάρμεθ, έχει αναλάβει να ανακαλύψει τι
συμβαίνει, συναντώντας πολλά εμπόδια στον δρόμο της.
Αλλά και ο Ανδρόνικος, ο Πρίγκιπας της Επανάστασης, ενδιαφέρεται για το
μυστηριώδες φαινόμενο γιατί η Χάρνταβελ συνδέεται άμεσα με τη δική του διάσταση,
την Απολλώνια. Οργανώνει μια αποστολή για να το ερευνήσει, και αναζητά τους
σωστούς ανθρώπους. Προσπαθεί να πείσει τον Γεράρδο να επιστρέψει στη Χάρνταβελ,
η οποία ήταν κάποτε πατρίδα του.
Ο Γεράρδος, όμως, είναι διστακτικός, επειδή είχε τους λόγους του που έφυγε
πριν από χρόνια. Ήταν ένας από τους ιερείς της Χάρνταβελ, που δεν μπορούν ποτέ
να την εγκαταλείψουν, καθώς αυτό σημαίνει τον θάνατό τους από μια δαιμονική
ακατονόμαστη δύναμη που κρύβεται μέσα τους. Αλλά ο Γεράρδος έχει επιβιώσει·
φεύγοντας από τη Χάρνταβελ νομίζει πως κατόρθωσε τελικά να διαλύσει το Εσώτερο
Θηρίο. Μπορεί, όμως, να είναι σίγουρος ότι αυτό δεν θα εμφανιστεί και πάλι εντός
του όταν ξαναγυρίσει στη Χάρνταβελ; Και είναι πρόθυμος να το ριψοκινδυνέψει για
να μάθει;
Η επιστροφή στην πατρίδα του μπορεί να τον φέρει σε σύγκρουση όχι μόνο με το
ιερατείο εκεί, αλλά και με μια δύναμη πιο διαβολική και εξαπλωμένη απ’ό,τι
μπορούσε ποτέ να φανταστεί.
Και, φυσικά, είναι και οι Παντοκρατορικοί στη Χάρνταβελ...
Μετά τη διάλυση της Συμπαντικής Παντοκρατορίας,
ληστές και κακούργοι λυμαίνονται τα άγρια εδάφη της Φεηνάρκια:
απομεινάρηδες των στρατών της Παντοκράτειρας αλλά και γηγενείς που
προσπαθούν να επωφεληθούν από την κατάσταση. Όταν ένας έμπορος από τη
Χόλκεραλ, ο Καντάρφιλ, δέχεται επίθεση από τους ληστές της Σαρντίκα-Νοθ,
μια ομάδα μισθοφόρων έρχεται απρόσμενα προς βοήθειά του για να τρέψει
τους ληστές σε φυγή. Σύντομα όμως ο Καντάρφιλ μαθαίνει πως οι σωτήρες
του είναι κι αυτοί πρώην Παντοκρατορικοί, όπως η Σαρντίκα-Νοθ.
Ονομάζονται Ζωντανοί-Νεκροί, και αρχηγός τους είναι ο Ζαώρδιλ ο
Σκοτωμένος – ένας άνθρωπος που κανονικά θα έπρεπε να είναι νεκρός. Δεν
έσωσαν, όμως, τον έμπορο από τη Σαρντίκα-Νοθ για να τον ληστέψουν οι
ίδιοι· αντιθέτως, τον καθοδηγούν ώστε να φτάσει, μέσω επικίνδυνων
ορεινών περασμάτων, στον προορισμό του: την πόλη της Νασόλκαθ. Εκεί, ο
Ζαώρδιλ ελπίζει να βρει περισσότερες δουλειές για τους μισθοφόρους του,
αλλά ανακαλύπτει πως οι φήμες κυκλοφορούν γρήγορα και είναι πολλοί που
ακόμα έχουν έντονο μίσος για όσους κάποτε υπηρετούσαν την Παντοκράτειρα.
Ωστόσο, υπάρχει και μια γυναίκα – πρώην Παντοκρατορική κι η ίδια – που
επιδιώκει συμμαχία, αν και σκιερή. Και ο Ηγεμόνας της Νασόλκαθ σύντομα
ετοιμάζεται για πόλεμο εναντίον ληστών, και συγκεντρώνει στρατό από
μισθοφόρους κάθε είδους…
Μια επανάσταση ξεκινά, αρχικά περιορισμένη αλλά δυνατή, και σύντομα εξαπλώνεται σαν φωτιά ανεξέλεγκτη. Μια κρυφή δύναμη τη θρέφει από τις σκιές της Πόλης. Εδραιωμένες πλουτοκρατίες καταρρέουν· οι πολιτάρχες της Ρελκάμνια ανησυχούν. Τρόμος και αναστάτωση απλώνονται γύρω από τον Ριγοπόταμο, καθώς προβλέπουν πόλεμο.
Ένας μεγάλος ηγέτης έχει εμφανιστεί και η Πόλη φαίνεται να ζητά το αντίβαρό του – έναν άνθρωπο από συνοικίες αρκετά μακρινές. Εχθρικές δυνάμεις τον θέλουν νεκρό, αλλά μυστηριώδεις συμπτώσεις έρχονται για να τον συντρέξουν. Μισθοφόροι και μαχητές κατευθύνονται προς το επίκεντρο του επικείμενου πολέμου.
Δύο Θυγατέρες της Πόλης αναζητούν ένα πολύτιμο κόσμημα που έκλεψε μια Αδελφή τους – ένα αινιγματικό κατασκεύασμα μιας αρχαίας Θυγατέρας που μπορεί να προκαλέσει μεγάλα προβλήματα στα λάθος χέρια.
Συμμορίες ξεσηκώνονται παντού, ακούγοντας το όνομα του Αλυσοδεμένου Ποιητή που έσπασε τις αλυσίδες του. Καιροσκόποι και πολεμοκάπηλοι πιστεύουν ότι έχουν κάτι να κερδίσουν. Παλιά καθεστώτα γκρεμίζονται, καινούργια παίρνουν τη θέση τους – καλύτερα ή χειρότερα;
Ένας ξεχασμένος χώρος ανοίγει, ξερνώντας πανωλεθρία και δαίμονες από άλλους χρόνους, τραυματίζοντας την Πόλη και φέρνοντας θλίψη στους κατοίκους της.
Οι Νομάδες των Δρόμων ταξιδεύουν στις οδούς και τις λεωφόρους της Ατέρμονης Πολιτείας, καθοδηγούμενοι από την Κυρά τους. Βαδίζοντας, πάντοτε βαδίζοντας. Προσελκύοντας κι άλλους από τις συνοικίες που περνούν. Ένα υπέροχο, μαγευτικό ταξίδι γι’αυτούς, το οποίο τους αποκαλύπτει ολοένα και περισσότερα μυστήρια της Πόλης· αλλά δεν θα αργήσει να τους βάλει και σε τρομερά προβλήματα. Θα βρεθούν ακόμα και στο έλεος αμφιλεγόμενων δυνάμεων ενώ θα θεωρούν τους εαυτούς τους, για πρώτη φορά, χαμένους μέσα στη Ρελκάμνια.
Μια εποχή μεγάλων αλλαγών, από τον Ριγοπόταμο ώς την Ανακτορική Συνοικία...
Ένας εξερευνητής από την Απολλώνια έχει χαθεί στο Πορφυρό Κενό,
ακολουθώντας τα ξεχασμένα ίχνη για κάποιο πιθανό απομεινάρι από τον Ενιαίο Κόσμο
– κάτι που και η Παντοκράτειρα πολύ πιθανόν να θέλει να πάρει στα χέρια της.
Ο Ανδρόνικος, ο Πρίγκιπας της Επανάστασης, προσπαθεί να προλάβει ένα τέτοιο
ενδεχόμενο, και να ξαναβρεί τον χαμένο εξερευνητή. Στέλνει την Ιωάννα, τη Μαύρη
Δράκαινα, και τον Σέλιρ’χοκ, έναν μάγο του τάγματος των Διαλογιστών, στην Άκρη,
μια πόλη εκεί όπου το σύμπαν τελειώνει και το Πορφυρό Κενό απλώνεται, γεμάτο
Αιωρούμενες Νήσους, Ανέμους, και ανείπωτα όντα.
Στην Άκρη, η Ιωάννα και ο Σέλιρ’χοκ θα βρουν συμμάχους – έναν καπετάνιο του
Κενού, μια Ανεμοσκόπο, έναν μονόφθαλμο κυνηγημένο άντρα – και θα ταξιδέψουν στα
βάθη του Πορφυρού Κενού, σφυροκοπημένοι από Ανέμους… και με έναν από τους πιο
επικίνδυνους πράκτορες της Παντοκράτειρας στο κατόπι τους.
Ο Κάραγγελ, Πρωτοσπαθάριος του Θρόνου της Ελρείσβα, επιστρέφει στη μεγάλη
πόλη φέρνοντας νέα για τη γενοκτονία της Λευκής φυλής του από μια μαζική επίθεση
Μελανών. Αποζητά εκδίκηση. Αλλά στην Ελρείσβα οι αποφάσεις δεν παίρνονται μόνο
από εκείνον. Ούτε καν μόνο από τον Βασιληά. Ο Πρωτοσπαθάριος Κάραγγελ πρέπει να
συνεννοηθεί με τον Παντοκρατορικό Επόπτη Ευρύμαχο Νάλφερ, που βρίσκεται εκεί,
κυρίως, για να ελέγχει τα ορυχεία ενέργειας της περιοχής. Οι Παντοκρατορικοί
αποδεικνύονται πρόθυμοι να βοηθήσουν τον Κάραγγελ στον αγώνα του για εκδίκηση
εναντίον των Μελανών, αλλά τα όπλα που φέρνουν είναι τόσο καταστροφικά που
κάνουν ακόμα και τον Πρωτοσπαθάριο να προβληματιστεί σχετικά με τις μεθόδους
τους. Και ποια μπορεί να είναι τα κίνητρά τους για τη βοήθεια που του
προσφέρουν;
Το ένα χωριό Μελανών μετά το άλλο αφανίζεται, μέσα στις καυτές ερήμους της
Αρβήντλια, καθώς η εκστρατεία των Παντοκρατορικών ταξιδεύει σαν λαίλαπα ολέθρου.
Ταυτόχρονα, ο Ανδρόνικος, Πρίγκιπας της Επανάστασης, η Ιωάννα η Μαύρη
Δράκαινα, και άλλοι επαναστάτες σύντροφοί τους έρχονται προς την Αρβήντλια μέσω
μιας διαστασιακής διόδου στη Σάρντλι. Αλλά δεν γνωρίζουν ακόμα τίποτα για την
καταστροφή που ο Πρωτοσπαθάριος του Θρόνου της Ελρείσβα και οι Παντοκρατορικοί
σύμμαχοί του έχουν εξαπολύσει εναντίον των Μελανών φυλών. Στόχος των επαναστατών
είναι η αποκωδικοποίηση ενός μυστηριώδους μηνύματος που, αν οι υποψίες τους
είναι σωστές, θα αλλάξει τα πάντα για την Επανάσταση και για την Παντοκρατορία
σ’όλο το Γνωστό Σύμπαν...
Η Αναζήτηση του Οφιομαχητή τελειώνει στον 7ο τόμο της σειράς. Η βασική ιστορία ολοκληρώνεται, και αποκεί και πέρα... η ζωή συνεχίζεται. Δεν γράφω ποτέ για φανταστικούς κόσμους που όταν η ιστορία τελειώσει είναι σαν να τελειώνουν κι αυτοί. Είναι κόσμοι όπου, θεωρητικά, μπορείς να συνεχίσεις να γράφεις επ’άπειρον καθώς το ένα γεγονός διαδέχεται το άλλο, όπως και στην πραγματικότητα.
Ωστόσο, όλες οι ιστορίες πρέπει να έχουν κάποιο τέλος, και όλες οι αναζητήσεις επίσης. Η αναζήτηση του Οφιομαχητή τελειώνει στον 7ο τόμο. Και, όπως πάντα λέω, δεν είναι το τέλος που έχει σημασία· είναι ο δρόμος. Όλη η διαδρομή που κάνεις, με το μυαλό σου, ακολουθώντας τον Οφιομαχητή, για να φτάσεις ώς εκεί.
Η Αναζήτηση του Οφιομαχητή, λοιπόν, ναι, τελειώνει. Αλλά μετά ακολουθεί μια επόμενη σειρά στον τρίτο κύκλο του Θρυμματισμένου Σύμπαντος, η οποία έχει τίλο Το Κλεμμένο Βασίλειο και αποτελείται από έξι τόμους. Αυτή η σειρά είναι συνέχεια της Αναζήτησης του Οφιομαχητή αλλά όχι από εκείνες τις συνέχειες που είναι αδύνατον να διαβαστούν χωρίς να έχεις διαβάσει τα προηγούμενα. Η πλοκή στο Κλεμμένο Βασίλειο διαδραματίζεται, ουσιαστικά, σε άλλο κόσμο – σε άλλη διάσταση του Θρυμματισμένου Σύμπαντος – απ’ό,τι η πλοκή στην Αναζήτηση του Οφιομαχητή. Ο Οφιομαχητής, ωστόσο, είναι και εδώ... ή, μάλλον, περίπου ο Οφιομαχητής.
Όχι, δεν σας δουλεύω. Θα καταλάβετε τι εννοώ μόνο αν διαβάσετε το Κλεμμένο Βασίλειο.
Η αναζήτηση του Οφιομαχητή για τους Τρομερούς Καπνούς και το χαμένο παρελθόν του τον οδηγεί σε συναντήσεις με παλιούς φίλους και γνωστούς, καθώς και σε ολοένα και πιο απίθανα μέρη: μέχρι που καταλήγει στο πιο απίθανο μέρος σ’ολάκερη την Υπερυδάτια, και εκεί τον περιμένει ένας θανάσιμος εχθρός και όντα για τα οποία δεν είχε ξανακούσει σε όλα του τα ταξίδια...
...ενώ, πριν από μερικά χρόνια, ένας μαυρόδερμος ταξιδιώτης με υπερφυσική δύναμη φτάνει στην Κυκλόπολη έχοντας σκοπό να βοηθήσει μια φίλη που εκτιμά πολύ, κι αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα να αναμειχθεί σε μια υπόθεση μαζικής δηλητηρίασης και φυλάκισης μιας ολόκληρης πόλης.
Επίσης, έχουμε δύο καινούργιους χάρτες του 3ου κύκλου για την Υπερυδάτια: της Ηχόπολης και της Κυκλόπολης.
Και κάντε μια δωρεά, γιατί η κατάσταση με τους συγγραφείς φαντασίας είναι ξεφτιλισμένη σ’αυτή τη χώρα των γιγάντιων προγόνων και του τουριστικού πιτόγυρου.
Αρκετοί φανταστικοί κόσμοι δεν αλλάζουν, ή αλλάζουν λίγο. Είναι αρκετά φιξαρισμένοι, θα έλεγες. Γνωρίζουμε τι υπάρχει εκεί και τι δεν υπάρχει, και αποκεί και πέρα οι μόνες αλλαγές είναι, ίσως, στην πολιτική σκηνή του κόσμου, ή στο πώς εξελίσσονται κάποιες καταστάσεις. Αλλά ο κόσμος ο ίδιος, κατά βάση, δεν αλλάζει. Ξέρουμε, για παράδειγμα, ότι υπάρχουν αυτές οι φανταστικές φυλές, αυτά τα φανταστικά όντα, αυτά τα είδη μαγείας ή τεχνολογίας, και τέλος. Μεταβάλλονται μόνο οι σχέσεις μεταξύ αυτών – όπως αν ένα βασίλειο γκρεμιστεί ή αν μια καινούργια πόλη ιδρυθεί. Σε πολλές περιπτώσεις, δε, ακόμα κι αυτό δεν συμβαίνει, ή συμβαίνει πολύ διστακτικά, πολύ επιφυλακτικά. Κάποιες αυτοκρατορίες είναι πάντα εκεί, κάποια βασιλεία υπήρχαν και θα υπάρχουν. Μερικές φορές αυτό ισχύει και για κάποιους χαρακτήρες μέσα στις φανταστικές ιστορίες· μοιάζουν κι αυτοί φιξαρισμένοι στο φανταστικό σκηνικό, σαν να είναι μέρος του.
Το πιο συνηθισμένο, πάντως, σε αυτές τις περιπτώσεις είναι το πολιτικό σκηνικό να αλλάζει αλλά τίποτα σχετικά με τη φύση του κόσμου. Αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό – έχει μια συγκεκριμένη αισθητική – και θα μπορούσες να πεις και ότι είναι, κατά κάποιο τρόπο, ρεαλιστικό – δηλαδή, ότι κάτι παρόμοιο συμβαίνει και στον κόσμο μας, στη δική μας πραγματικότητα.
Νομίζω πως έχω ήδη γράψει σε κάποιο άλλο άρθρο (δεν θυμάμαι ποιο, αυτή τη στιγμή) ότι η τακτική μου με τις διορθώσεις είναι η εξής: να γράφω ένα κομμάτι (κάποιες σελίδες, ίσως ένα κεφάλαιο) και μετά να το διορθώνω· και όταν έχω τελειώσει όλο το βιβλίο, να το διορθώνω πάλι από την αρχή. Αυτή η τελευταία διόρθωση – αν και, ίσως, η λιγότερο σημαντική – είναι και η πιο κουραστική για εμένα, γιατί (α) θέλω να τη βγάλω σε συγκεκριμένο χρόνο, δεν θέλω να αργήσω πολύ· (β) ασχολούμαι με λεπτομέρειες ουσιαστικά, τα βασικά τα έχω ήδη διορθώσει· και (γ) η συνεχόμενη εστίαση της προσοχής για πολλές ημέρες επάνω σε ένα κείμενο δημιουργεί μεγαλύτερη κόπωση από τη συνεχόμενη χειρονακτική εργασία.
Αλλά αυτή είναι απλώς η τακτική που ακολουθώ, και σ’αυτό το άρθρο την αναφέρω μόνο. Εκείνο για το οποίο θέλω να μιλήσω εδώ είναι η νοοτροπία με την οποία κάνει (πρέπει να κάνει;) κάποιος τις διορθώσεις σε ένα λογοτεχνικό κείμενο. Και αναφέρομαι, κυρίως, στον συγγραφέα τον ίδιο, όχι σε διορθωτή. Για τον διορθωτή τα πράγματα πιθανώς να είναι αλλιώς – πιο επαγγελματικά, πιο ουδέτερα. Για τον συγγραφέα, όμως, τα πράγματα δεν είναι τόσο ουδέτερα, και όταν ξαναβλέπει ένα κείμενο που έχει γράψει μπορεί – ανάλογα και με την ιδιοσυγκρασία του – να βλέπει πολλά. Μπορεί να βλέπει ακόμα και φαντάσματα – το οποίο είναι πολύ συνηθισμένο· δεν αστειεύομαι.
Γι’αυτό είναι πολύ σημαντική η νοοτροπία με την οποία κάνει κανείς διορθώσεις, ασχέτως τι τακτική ακολουθεί. Μπορεί κάποιος να μην ακολουθεί τη δική μου τακτική· μπορεί να το γράφει όλο μονοκοπανιά και μετά να το διορθώνει από την αρχή. Ή μπορεί να το γράφει λίγο-λίγο διορθώνοντάς το στην πορεία. Δεν έχει σημασία αυτό. Όλα είναι, κατά βάθος, σωστά. Μεγαλύτερη σημασία έχει η νοοτροπία για τις διορθώσεις.
Και δεν υπάρχει μόνο μία νοοτροπία· υπάρχουν πολλές. Θα αναφέρω μερικές που θεωρώ καλές, και μερικές που πιστεύω ότι έχουν ενδιαφέρον.
Δύο ακραίες καταστάσεις που πλήττουν τους συγγραφείς είναι οι εξής: Από τη μια, να βαριούνται να το διορθώσουν και να το αφήνουν όπως είναι· από την άλλη, να σκαλώνουν και να το κοιτάνε επ’άπειρον, αγωνιώντας ότι πάντα κάτι δεν πάει καλά, ποτέ δεν είναι αρκετά σωστό.
Στη φανταστική λογοτεχνία – ή, ίσως, πιο συχνά στο παρακλάδι της που ονομάζεται λογοτεχνία τρόμου – συναντούμε πολλές φορές οντότητες «πέρα από την ανθρώπινη κατανόηση». Οι πιο γνωστές είναι, φυσικά, αυτές από τη Μυθολογία Κθούλου – ο Κθούλου ο ίδιος, ο Νιαρλαθοτέπ, ο Γιόγκ-Σόθοθ, και λοιποί «εξώτεροι» δαίμονες με αρκετά θου μέσα στα ονόματά τους ώστε να τα κάνουν να φαίνονται πολύ περίεργα και δυσπρόφερτα. Πράγμα που δεν το γράφω ως κατάκριση: κάπως, πρέπει να μοιάζουν «εξώτεροι» όλοι αυτοί οι δαίμονες.
Ο Lovecraft, επίσης, πασχίζει συνήθως να λέει πόσο ακατάληπτες και απερίγραπτες είναι όλες αυτές οι οντότητες – ότι δεν υπάρχει η δυνατότητα να ειπωθούν με ανθρώπινα λόγια. Και δεν είναι μόνο ο Lovecraft πιθανώς που το κάνει αυτό, αλλά είναι το πιο γνωστό και ουδέτερο παράδειγμα για τέτοιες περιπτώσεις, οπότε αυτόν χρησιμοποιώ.
Το πρόβλημα, γενικά, με τις «ακατανόητες» οντότητες είναι ότι, από τη μια, ο συγγραφέας μάς λέει ότι «κανείς δεν μπορεί να τις εννοήσει», από την άλλη όμως φαίνεται ότι μπορούν, κάπως, να εννοηθούν (αν όχι να κατανοηθούν).
Από τη μια, «δεν μπορούν να περιγραφούν» όλοι αυτοί οι δαίμονες· από την άλλη, περιγράφονται, έχουν υλική μορφή. Ψάξτε και στο διαδίκτυο να βρείτε απεικονίσεις τους. Ο Κθούλου έχει μια κάποια όψη. Ακόμα και ο Νιαρλαθοτέπ απεικονίζεται κάπως. Και το ίδιο ισχύει και για τα περισσότερα (αν όχι όλα) από αυτά τα δαιμονικά όντα. Αλλά... αφού είναι απερίγραπτα, αφού δεν μπορείς να τα εννοήσεις με το αδύναμο ανθρώπινο μυαλό σου, τότε... πώς έχουν όψη που μπορεί κάποιος να τη ζωγραφίσει; Αυτό είναι αντίφαση. Αν τέτοιες οντότητες ήταν αληθινά ακατανόητες και αδύνατον να περιγραφούν, τότε δεν θα έπρεπε να μπορεί κάποιος να τις ζωγραφίσει. Επομένως, σου δίνεται η εντύπωση ότι, σε τελική ανάλυση, το «ακατανόητο» ουσιαστικά σημαίνει τερατώδες. Οι οντότητες αυτές είναι, όντως, τερατώδεις· είναι φριχτές, απαίσιες· είναι έτσι που κανονικά δεν θα έπρεπε να μπορούν να υπάρξουν· ναι, αλλά δεν είναι αδιανόητες. Αν ήταν αδιανόητες, δεν θα έβλεπες κάτι σαν πελώριο χταπόδι, ή έναν συνδυασμό από χταπόδι και βατράχι, ή οτιδήποτε άλλο.
Έχοντας τελειώσει με τις δουλειές του στην Ιχθυδάτια, ο Οφιομαχητής αναζητά πάλι το χαμένο παρελθόν του το οποίο μοιάζει τώρα άμεσα συνδεδεμένο με τους Τρομερούς Καπνούς – τους πειρατές που έχουν εμφανιστεί τον τελευταίο καιρό και τρομοκρατούν τα λιμάνια όλων των ηπειρονήσων μ’ένα όπλο που κανείς δεν έχει ξαναδεί ποτέ στην Υπερυδάτια: έναν γίγαντα από καπνό, που το τσεκούρι του χτυπά σαν χίλιους ανέμους. Στην αναζήτησή του ο Οφιομαχητής έχει στο πλευρό του πιστούς συντρόφους και παλιούς φίλους, αλλά χρειάζεται να επιτύχει και μια συμφωνία με έναν από τους Τρεις Οίκους της Σκιάπολης για να αποκτήσει πλοίο και πλήρωμα. Τα ταξίδια του θα τον οδηγήσουν σε λιμάνια γεμάτα ναυτικούς και πειρατές, όπου αμφίβολες πληροφορίες και σκοτεινές φήμες κυκλοφορούν, και κίνδυνος καραδοκεί παντού· γιατί στην Ιχθυδάτια ο Οφιομαχητής δεν έχει μόνο φίλους αλλά και ορκισμένους εχθρούς...
...ενώ, πριν από όχι και τόσα πολλά χρόνια, ένας μυστηριώδης ταξιδιώτης, κατάμαυρος στο δέρμα με πράσινα μαλλιά και υπεράνθρωπη δύναμη, φτάνει στη δυσώνυμη πόλη της Τριάνης κι αφού ακούει λόγια για το θανάσιμο Πέρας των Θαλασσών σκέφτεται πως ίσως εκεί να ανακαλύψει λησμονημένα πράγματα για τον εαυτό του, καθώς και το πεπρωμένο του στην Υπερυδάτια. Ψάχνει για πλήρωμα ανάμεσα στους κακοποιούς και τους ξεπεσμένους της Τριάνης, και ετοιμάζεται να κλέψει έναν Ωκεανομάντη, μια μάγισσα, και το πλοίο ενός πειρατή...
Και κάντε μου μια δωρεά, γιατί οι δημιουργικοί άνθρωποι πρέπει να υποστηρίζονται, και στην Ελλάδα οι συγγραφείς φαντασίας δεν βγάζουν τίποτα για τον κόπο τους. Αλλάξτε το.
Στην Ιχθυδάτια, η Ορδή των Όφεων απειλεί ολόκληρη την ηπειρόνησο καθώς οι Ηρμάντιοι προσπαθούν να αναβιώσουν ένα αρχαίο βασίλειο. Έχουν μαζί τους τις δυνάμεις του Αρχέγονου Όφεως και περισσότερους ερπετοειδείς απ’ό,τι έχει δει κανείς ποτέ συγκεντρωμένους. Αλλά αυτά δεν είναι τίποτα μπροστά στο ισχυρότερό τους όπλο: την υπερφυσική παρουσία ενός εκλεκτού της Φαρμακερής Κυράς.
Η Αρχιέρεια της Ιχθυδάτιας ξέρει πως μόνο ένας άνθρωπος μπορεί να αναμετρηθεί μαζί τους και τον έχει κάνει να υποσχεθεί να προσφέρει τη βοήθειά του. Αλλά ο Οφιομαχητής δεν βρίσκεται στην Ιχθυδάτια γι’αυτό – αναζητά ένα πλοίο, αναζητά κάποιους μυστηριώδεις κουρσάρους, και αναζητά, όπως πάντα, και το χαμένο παρελθόν του. Επιπλέον, έχει δώσει και μια άλλη υπόσχεση σ’έναν παλιό φίλο, την οποία σκοπεύει να κρατήσει πάση θυσία· και, χωρίς αρχικά να το ξέρει, έχει στο κατόπι του έναν ορκισμένο εχθρό...
...ενώ, πριν από μερικά χρόνια, στη νοτιοδυτική άκρη της Κεντρυδάτιας, στην Ηχόπολη και τους Αγρούς που απλώνονται γύρω της, ένας παράξενος, μαυρόδερμος ξένος εμφανίζεται ψάχνοντας για ένα χαμένο πλοίο και καταλήγει να βρεθεί αντιμέτωπος με τους Γενναίους, τη χειρότερη συμμορία των Αγρών, και ακόμα πιο επικίνδυνους και πιο σκοτεινούς αντιπάλους αφοσιωμένους στον Ύπνο, τον Ομιχλοπρόσωπο, τον ύπουλο αδελφό της Έχιδνας.
Και κάντε μου μια δωρεά, γιατί οι συγγραφείς φαντασίας δεν βγάζουμε φράγκο από το έργο μας, και αυτό πρέπει να αλλάξει. Αλλάξτε το. Δώστε δύναμη στους δημιουργικούς ανθρώπους στην Ελλάδα· μη μας κοιτάτε άλλο με απάθεια.
Θέλω να θίξω ένα πρόβλημα που υφίσταται με την καταχώρηση ηλεκτρονικών βιβλίων στην ΕΒΕ (Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδας) για το ISBN· πρόκειται για κάτι το οποίο βλάπτει και τους εκδότες/συγγραφείς ηλεκτρονικών βιβλίων αλλά και την ίδια τη Βιβλιοθήκη, και δεν είναι ούτε σωστό ούτε λογικό, όμως αν δεν δώσουν σημασία αρκετοί ενδιαφερόμενοι, ίσως να μην αλλάξει ποτέ.
Σύμφωνα με τον κανονισμό της ΕΒΕ, ο εκδότης ηλεκτρονικού βιβλίου οφείλει να ζητά ξεχωριστό ISBN για την κάθε μορφή του βιβλίου αυτού. Δηλαδή, άλλο ISBN για το pdf, άλλο για το epub, άλλο για το mobi, άλλο για το txt, κ.ο.κ. Από τη στιγμή που θα έχει ζητηθεί ISBN, ο εκδότης υποχρεούται να προσκομίσει στην ΕΒΕ τέσσερα (παλιότερα ήταν τρία) CD με το ηλεκτρονικό βιβλίο στη δεδομένη μορφή.
Επομένως, αν κάποιος εκδότης κυκλοφορήσει ένα ηλεκτρονικό βιβλίο σε μορφές pdf, epub, mobi, txt, html, pdb, fb2, πρέπει να προσκομίσει στην ΕΒΕ (7 x 4 =) 28 CD.
Ανέκαθεν ήμουν ονειροπόλος, όπως και όλοι οι συγγραφείς, υποθέτω – φαντασίας και μη. Ανέκαθεν μου έρχονταν ιστορίες στο μυαλό, καταστάσεις που θα μπορούσαν να υπάρξουν ή όχι. Δεν ήταν ποτέ κάτι το απόλυτα ελεγχόμενο, αν και πολλές φορές, ναι, το προκαλώ και μόνος μου για να πάρω κάποια ιδέα. Άλλες φορές πάλι έρχεται χωρίς να με ρωτήσει, ακάλεστο. Έτσι ξεκίνησε, άλλωστε.
Αυτό είναι η έμπνευση. Η έμπνευση απλά έρχεται. Δε σε ρωτά. Εκεί που βαδίζεις στον δρόμο, έρχεται. Εκεί που βλέπεις μια ταινία ή διαβάζεις ένα βιβλίο, έρχεται. Εκεί που κοιτάζεις τις επικεφαλίδες των εφημερίδων ή ακούς μουσική... έρχεται.
Και από την έμπνευση, αυτή την αυθόρμητη διαδικασία, μπορείς να ξεκινήσεις πολλές υπέροχες ιστορίες. Από διηγήματα μέχρι ολόκληρες σειρές μυθιστορημάτων.
Υπάρχουν, βασικά, δύο τρόποι για να ξεκινήσεις μια ιστορία: ή με τη λογική ή με την έμπνευση.
Και υπάρχει κι ένας τρίτος: με έναν συνδυασμό λογικής και έμπνευσης.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να έρθει μια έμπνευση και να αρχίσεις αμέσως να γράφεις για να δεις πού θα σε οδηγήσει. Σε άλλες περιπτώσεις, η έμπνευση είναι το έναυσμα απλώς. Και σε κάποιες άλλες περιπτώσεις, πάλι, ο συνδυασμός έμπνευσης και λογικής είναι τόσο περίπλοκος που δύσκολα ξεχωρίζεις το ένα από το άλλο.
Αυτό είναι ένα παραμύθι όπως τα παραμύθια που είχα δημοσιεύσει το 2023 – Κρυσταλλένια Φτερά και Το Είδωλο. Είναι γραμμένο στο ύφος των κλασικών παραμυθιών αλλά με μια αναμφίβολα πιο heavy metal αισθητική. Είναι ένα παραμύθι για μεγάλους αλλά που μπορεί άνετα να διαβαστεί και από παιδιά.
Καλό θα ήταν, επίσης, αν μου κάνατε μια δωρεά, γιατί οι συγγραφείς φαντασίας στην Ελλάδα αλλιώς δεν βγάζουν φράγκο, όπως έχουμε πει χιλιάδες φορές. Επιτέλους, σπάστε αυτή τη σιχαμερή μαυρίλα· δείξτε ότι, ναι, και στην Ελλάδα δεν είμαστε της πλάκας. Κάνετε μια δωρεά στον συγγραφέα.
Ο ρομαντισμός, η ρομαντική παράδοση, είναι ένα είδος που ξεκίνησε την περίοδο του Μεσαίωνα. Φυσικά, είχαμε γενναίους ήρωες και από πιο παλιά, όπως τους δικούς μας, ελληνικούς ήρωες – τον Ηρακλή, τον Οδυσσέα, τον Αχιλλέα, τον Βελλεροφόντη – αλλά και ήρωες άλλων αρχαίων παραδόσεων, όπως τον Γκίλγκαμες. Κανένας από αυτούς, όμως, δεν εντάσσεται στις ρομαντικές αφηγήσεις, και όχι μόνο επειδή ανήκουν σε άλλη χρονική περίοδο· υπάρχει και μια ουσιαστική διαφορά στο ύφος των ίδιων των ηρώων και στις περιπέτειές τους.
Η ρομαντική παράδοση περιλαμβάνει κυρίως ιππότες, και πιθανώς να έχει ξεκινήσει από τη Γαλλία. Περιλαμβάνει τους Ιππότες της Στρογγυλής Τραπέζης, τον Αρθούρο και το Εξκάλιμπερ, τον Πάρσιβαλ και το Δισκοπότηρο, τον Ρολάνδο – τέτοιου είδους ήρωες. Περιλαμβάνει, επίσης, ήρωες όπως τον Ρομπέν των Δασών και τον Ιβανόη, δίκαιους παρανόμους που προσπαθούν «να σώσουν το Βασίλειο». Κι αν κάποιοι νομίζουν ότι αυτή η παράδοση δεν είναι ελληνική, κάνουν λάθος: έχουμε και δικούς μας ήρωες αυτού του είδους, από τη βυζαντινή περίοδο κυρίως, χαρακτήρες όπως τον Διγενή Ακρίτα.
Αυτοί οι ήρωες – στις ιστορίες, τουλάχιστον – είναι πάντα άνθρωποι με κάποιο ιδεώδες ή κάποια ιδανικά: έχουν έναν σκοπό, ακολουθούν κάποιον κώδικα. Υπερασπίζονται τους αδυνάτους, προσπαθούν να αποδώσουν δικαιοσύνη, προσπαθούν να επαναφέρουν μια χαοτική κατάσταση σε αρμονία – το κλασικό «να σώσουν το Βασίλειο». Είναι γενικά ευγενικοί, ανεξαρτήτως αν είναι και ευγενικής καταγωγής ή όχι· πάντα κρατάνε τον λόγο τους, μάχονται ακόμα και με άμεσο κίνδυνο της ζωής τους για «το σωστό και το δίκαιο». Πολλές φορές βασανίζονται και διχάζονται από τα ίδια τους τα ιδεώδη και τον κώδικα τιμής τους.
Υπάρχουν βιβλία φαντασίας, και μέσα σε αυτά υπάρχουν και φανταστικά βιβλία. Φανταστικά βιβλία, επίσης, μπορούν να υπάρξουν και σε βιβλία συμβατικής λογοτεχνίας, αλλά αυτό είναι πιο σπάνιο.
Ένα από τα γνωστότερα φανταστικά βιβλία είναι, φυσικά, το Νεκρονομικόν. Σύμφωνα με κάποιους δεν είναι καν φανταστικό αλλά υπάρχει· έχω, μάλιστα, μία μεταφρασμένη έκδοσή του από τις εκδόσεις Κάκτος. Δεν ξέρω, όμως, αν όντως μπορείς να καλέσεις τους δαίμονες για τους οποίους γράφει· δεν το έχω ποτέ δοκιμάσει. Οπότε, εδώ αναφέρομαι στο Νεκρονομικόν καθαρά ως φανταστικό βιβλίο, όπως το παρουσίαζε ο Lovecraft μέσα από τις αφηγήσεις του. Είναι ίσως το γνωστότερο φανταστικό βιβλίο σε αναγνώστες της φανταστικής λογοτεχνίας.
Αλλά υπάρχουν και πολλά ακόμα.
Κατ’αρχήν, όλα τα βιβλία που εμφανίζονται μέσα σε έναν φανταστικό κόσμο είναι, προφανώς, φανταστικά. Όμως, όταν αναφερόμαστε σε φανταστικό βιβλίο, μιλάμε για κάτι που ξεχωρίζει μέσα στην αφήγηση, κάτι που έχει συγκεκριμένο τίτλο και χρησιμότητα. Κάτι που μπορεί να έχει τη δυνατότητα να γίνει ακόμα και καλτ, όπως το Νεκρονομικόν.
Αυτό το βιβλίο το διάλεξα σχεδόν τυχαία, και αποδείχτηκε σαν ένα τυχερό φύλλο που τραβάς μέσα από μια άγνωστη τράπουλα.
Ή, μάλλον, εντάξει: δεν το διάλεξα και τελείως τυχαία. Είδα ότι ήταν ένα μυθιστόρημα με ράλι και ραλίστες, και αυτό ήταν που μου κίνησε το ενδιαφέρον. Πρώτον, επειδή τέτοια μυθιστορήματα δεν είναι και πάρα πολλά. Δεύτερον, επειδή έχω γράψει τη σειρά Ραλίστες και Ιερομύστες.
Το Formula One, βέβαια, δεν είναι μυθιστόρημα φαντασίας, αλλά θα μπορούσε, ίσως, να ήταν. Μου θύμισε τους δικούς μου Ραλίστες και Ιερομύστες, κυρίως στην αρχή, που, διαβάζοντάς το, έχεις μια εντύπωση η οποία συνοψίζεται στο εξής «γκλαμουριά και γρήγορα οχήματα». Μου άνοιξε μια όρεξη να επιστρέψω στους ανοιχτούς δρόμους της Σεργήλης. (Και μάλλον δεν είναι και πολύ καλό που, κάνοντας βιβλιοκριτική για ένα άλλο βιβλίο, μιλάω για τα δικά μου!)
Ωστόσο, ουσιαστικά, το Formula One και οι Ραλίστες και Ιερομύστες μου δεν έχουν καμία σχέση – ναι, ακόμα και το πρώτο βιβλίο της σειράς, Η Αίσθηση της Ταχύτητας. Η δική μου ιστορία είναι τελείως φανταστική (φυσικά), αλλά και τα οχήματα στο Θρυμματισμένο Σύμπαν δεν κινούνται ακριβώς όπως τα οχήματα στον κόσμο μας. Επιπλέον, εκείνο το ράλι που έγραψα εγώ μοιάζει περισσότερο με Ντακάρ παρά με Φόρμουλα Ένα. Μιλάμε, δηλαδή, για εντελώς άλλο πράγμα. Αλλά και πάλι... ξέρετε… γκλαμουριά και γρήγορα οχήματα... γρήγορα οχήματα και αχανείς δρόμοι. Ο ρομαντισμός του ’60, ’70, ’80 (το πολύ).
Ο Οφιομαχητής επιστρέφει στην Ιχθυδάτια μαζί με τους συντρόφους του – Τέκνα του Φαρμακερού Κύκλου, μια παλιά πειρατίνα, μια καλή φίλη, και έναν άνθρωπο που τα Τέκνα θεωρούν σημαντικό. Κατευθύνονται προς το άντρο της Φαρμακερής Βασίλισσας, αλλά συναντούν περιστάσεις στον δρόμο τους που δεν τους αφήνουν να φτάσουν γρήγορα εκεί. Και ο Γεώργιος αναγκάζεται να μπλέξει σε μια επανάσταση εναντίον των καταπιεστών μιας πόλης, συνειδητοποιώντας σύντομα ότι δεν έχει να κάνει με τίποτα λιγότερο από τις δυνάμεις του Αρχέγονου Όφεως που μπορούν να μετρηθούν με τη δική του υπερφυσική δύναμη της Έχιδνας...
...ενώ, πριν από μερικά χρόνια, τρεις παράξενοι ταξιδιώτες επισκέπτονται τη σχετικά απομονωμένη πόλη της Αρκάδνης στην καρδιά του Αρκάδνιου Λεκανοπέδιου, με σκοπό να πορευτούν νότια για να φτάσουν στην Ερνέγη και πέρα από αυτήν, στους Στενότοπους, τα επικίνδυνα βαλτοτόπια όπου ο Οφιομαχητής ελπίζει να βρει ένα σπίτι για τον ερπετοειδή που έσωσε από τη δουλεία των αρένων της Νερκάλης. Αλλά στην Ερνέγη μυστηριώδεις πράκτορες αναζητούν μισθοφόρους, καπεταναίους, και μάγους – οποιονδήποτε είναι πρόθυμος να πολεμήσει. Και σύντομα άγριος και αιματηρός πόλεμος θα ξεσπάσει μέσα στη Συμπολιτεία των Ποταμών, επηρεάζοντας ολόκληρο τον Μεγάλο Κόλπο της Μικρυδάτιας και τις πόλεις στις ακτές του. Ο Πολιτοβασιλέας βρίσκεται αντιμέτωπος με τον χειρότερό του εχθρό.
Κατά πρώτον, ας ξεκαθαρίσουμε κάτι: άλλο ο κουρσάρος, άλλο ο πειρατής.
Αναρωτιέστε ποια είναι η διαφορά; Κουρσάρος είναι αυτός που επιτίθεται σε πλοία προκειμένου να τα ληστέψει αλλά τον υποστηρίζει κάποια κυβέρνηση ή κάποιο κράτος. Μπορεί, μάλιστα, και να τον πληρώνει σαν μισθοφόρο, ή μπορεί απλώς να του δίνει το «δικαίωμα» να λυμαίνεται ορισμένες θαλάσσιες περιοχές, μόνο όμως όταν χτυπά συγκεκριμένα σκάφη – δηλαδή, κάποιου άλλου κράτους συνήθως. Υπάρχουν, όμως, και περιπτώσεις που ο στόχος μπορεί να μην είναι τα πλοία άλλου κράτους αλλά μιας πόλης ή ενός εμπορικού συνασπισμού. Γενικά, ο στόχος είναι τα πλοία που ο «εργοδότης» του κουρσάρου θέλει να σαμποτάρει, αλλά χωρίς – στις περισσότερες περιπτώσεις – να φανεί η δική του σημαία.
Ο πειρατής, σε αντίθεση με τον κουρσάρο, είναι κάποιος που ληστεύει εμπορικά πλοία για προσωπικό όφελος και μόνο. Δεν το κάνει για να εξυπηρετήσει κανέναν άρχοντα ή κανένα κράτος. Κλέβει από τους πάντες. Είναι «Ρομπέν των Θαλασσών» της λογικής «Τα παίρνω από τους πλούσιους και τα κρατάω για τον εαυτό μου».
Πρακτικά, όμως, οι όροι πειρατής και κουρσάρος χρησιμοποιούνται πολλές φορές ως συνώνυμοι για να δείξουν ότι κάποιος ληστεύει πλοία στη θάλασσα.
Η φανταστική λογοτεχνία – ειδικά αυτή που έχει υπόβαθρο φανταστικούς κόσμους και όχι τον κόσμο μας – είναι πάντα μετάφραση. Όχι, δεν είμαι από εκείνους τους καλοθελητές που ισχυρίζονται ότι η φανταστική λογοτεχνία δεν μπορεί ποτέ να γραφτεί στα ελληνικά (γιατί δεν είναι «μέσα στην παράδοσή μας» και κάτι τέτοιες σαχλαμάρες)· εννοώ απλώς πως σε έναν φανταστικό κόσμο, προφανώς, δεν μιλάνε ελληνικά (ή οποιαδήποτε άλλη γλώσσα του κόσμου μας), οπότε εξ ορισμού ό,τι γράφεις από εκεί είναι μετάφραση.
Ακόμα κι αν θεωρήσεις ότι η ουδέτερη αφήγηση δεν είναι μετάφραση, ακόμα κι αν θεωρήσεις ότι και οι πλάγιες σκέψεις των χαρακτήρων δεν είναι μετάφραση, τα λόγια τους αναμφίβολα είναι. Δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο.
Το ίδιο ισχύει και για τα ονόματά τους, έστω κι αν είναι ελληνoφανή. Τι εννοώ μ’αυτή την πρωτότυπη λέξη; Εννοώ ότι μπορεί να μοιάζουν ελληνικά χωρίς πραγματικά να είναι. Μπορεί απλώς να είναι απόδοση του «πραγματικού» ονόματος του χαρακτήρα στον δικό του κόσμου. Για παράδειγμα, στην Υπερυδάτια – τον κόσμο όπου διαδραματίζεται και η Αναζήτηση του Οφιομαχητή – οι πάντες έχουν ονόματα που μοιάζουν ελληνικά, όπως Δημήτριος, Γεώργιος, Ιωάννα, Ελένη. Δεν είναι, όμως, αληθινά ελληνικά· απλώς αυτή είναι η καλύτερη δυνατή μετάφραση για να αποδώσει τα πραγματικά τους ονόματα. Και αυτά τα ονόματα, στην Υπερυδάτια, είναι πάντα έτσι μεγάλα: Δημήτριος, αλλά ποτέ Δημήτρης· Γεώργιος, αλλά ποτέ Γιώργος. Ουσιαστικά, δηλαδή, αποδίδουν μια αίσθηση του «πραγματικού» ονόματος που υπάρχει στην Υπερυδάτια. (Είναι σαν να μεταφράζεις το Gus ως Κώστας. Δεν είναι αυτό, απλώς είναι μια απόδοσή του. Ή σαν να μεταφράζεις το John, το Jon, ή το Jack ως Γιάννης παρότι είναι τρία διαφορετικά ονόματα!)
Σε άλλες περιπτώσεις φανταστικών κόσμων, τα ονόματα μένουν «αμετάφραστα». Ο Γκάνταλφ είναι Γκάνταλφ, δεν είναι Ιάκωβος. Γιατί αυτό ταιριάζει καλύτερα στην αισθητική του φανταστικού κόσμου του Τόλκιν.
Κάποιοι συγγραφείς έχουν μια τρομερή έμπνευση και αρχίζουν να γράφουν. Και, για να συνεχίσουν να γράφουν (το ίδιο βιβλίο, την ίδια ιστορία), εξακολουθούν να έχουν τρομερές εμπνεύσεις τη μία κατόπιν της άλλης μέχρι να το τελειώσουν.
Αυτοί οι συγγραφείς είναι ελάχιστοι. Αμφίβολο είναι αν καν υπάρχουν. Ίσως να είναι απλώς μυθικοί.
Συνήθως, οι αρχάριοι συγγραφείς πιστεύουν ότι πιάνεις να γράψεις μόνο όταν έχεις την «τρομερή έμπνευση». Οι αρχάριοι, ή οι επίδοξοι αλλά ανόητοι. Γιατί, με τέτοια νοοτροπία, ποτέ δεν πρόκειται να γράψεις τίποτα. Ή θα γράψεις ελάχιστα πράγματα. Ή θα ξεκινήσεις να γράφεις κάποιες ιστορίες και ποτέ δεν θα τις ολοκληρώσεις γιατί την αρχική έμπνευση που είχες δεν θα συνεχίσεις να την έχεις ώσπου να τελειώσεις.
Η έμπνευση είναι ένα πράγμα στιγμιαίο. Τυχαία, μπορεί να έρθει ορισμένες φορές στη ζωή σου, και σε όσο πιο πολύ «μαγική κατάσταση» βρίσκεσαι τόσο πιο συχνά έρχεται. Όπως όταν είσαι παιδί. Η έμπνευση δεν θέλει και πολύ χρήση της λογικής· είναι απλώς μερικοί συνειρμοί που παρουσιάζονται, φαινομενικά, από το πουθενά και σε ενθουσιάζουν. Μπορεί να νομίζεις ότι «τα βλέπεις μπροστά σου». Αρκετές φορές μού έχει συμβεί αυτό. Ειδικά στο παρελθόν, όταν ήμουν πιο μικρός και πιο ενθουσιώδεις, νομίζω πως μου συνέβαινε συχνότερα. Μπορεί απλώς να βάδιζα προς το σπίτι μου και με τη μια μεριά του μυαλού μου να ονειρευόμουν πολεμιστές να σκοτώνουν έναν δράκο (ή κάτι τέτοιο, τέλος πάντων).
Αλλά δεν μπορείς να περιμένεις να σου έρθει αυτού του είδους η έμπνευση για να καθίσεις να γράψεις. Συχνά, μάλιστα, αυτή η έμπνευση είναι απλώς για να ξεκινήσεις κάτι, κι όταν πιάνεις να το γράψεις βλέπεις ότι τελικά είναι πολύ διαφορετικό. Η έμπνευση δεν ήταν παρά η σπίθα για να γίνει η αρχή.
Ανάμεσα στα Τέκνα του Φαρμακερού Κύκλου, ο Οφιομαχητής συναντά ανέλπιστα μια παλιά φίλη η οποία του μιλά για πολλά γεγονότα στην Ιχθυδάτια που διαδραματίστηκαν από τότε που εκείνος εγκατέλειψε την ηπειρόνησο. Τον πληροφορεί για τον Πόλεμο των Κουρσάρων, για τις συνέπειές του, και για την καινούργια, άγρια πολιτική κατάσταση· τον προειδοποιεί για την απειλή του Αρχέγονου Όφεως· κάνει μια υπόθεση για τις τελετές βατράχων και για ένα μυστηριώδες δίκτυο· και προθυμοποιείται να βοηθήσει τον Οφιομαχητή στην αναζήτησή του για τους φίλους που, άθελά του, άφησε πίσω του... βέβαιη πως σύντομα θα τον ξαναδεί.
Οι ακόλουθοι του Λοκράθου, όμως, δεν έχουν τελειώσει με τον Οφιομαχητή, και η επιρροή τους φτάνει μακριά...
...ενώ, πριν από μερικά χρόνια, στη Μικρυδάτια, ένας κουρσάρος διασχίζει το Μεγάλο Δάσος, συναντά έναν εξωδιαστασιακό ταξιδιώτη, και προκαλεί μια μικρή αναστάτωση στη δυσώνυμη πόλη της Ακαρκίας. Έπειτα, ο Μαύρος Ξένος εμφανίζεται στις αρένες της Νερκάλης, ένας κατάμαυρος πυγμάχος με εξωφρενική δύναμη, ο οποίος σύντομα, με τις πράξεις του, τραβά την προσοχή διάφορων... και η προσοχή τους είναι ανεπιθύμητη για εκείνον και επικίνδυνη για τους συντρόφους του.
Αρκετές φορές έχει τεθεί το ερώτημα αν υπάρχει καμιά ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στον σουρεαλισμό και τη φαντασία. Εγώ πλέον έχω καταλήξει ότι ίσως η διαφορά να είναι θέμα αισθητικής αλλά και προκαταλήψεων.
Όταν λέμε «φαντασία», εννοούμε ή την επιστημονική φαντασία – κόσμοι στο διάστημα, διαστημόπλοια, εξωγήινοι, και τα λοιπά – ή την ηρωική/επική φαντασία – αρχαϊκοί κόσμοι, αχανή δάση, μάγοι, δράκοι. Επίσης, εννοούμε οτιδήποτε μπορεί να υπάρξει ανάμεσα σε αυτές τις δύο ακραίες μορφές, καθώς και παραλλαγές τους (όπως, πχ, κάτι σαν το δικό μου Θρυμματισμένο Σύμπαν).
Όταν λέμε «σουρεαλισμός», το πράγμα αρχίζει να μπλέκει. Σουρεαλισμός μπορεί να είναι κάτι σαν τους πίνακες του Νταλί – δηλαδή, κάτι που, για τους περισσότερους από εμάς, δεν βγάζει κανένα νόημα αλλά απλά δημιουργεί μια κάποια αίσθηση. Στη λογοτεχνία, συχνότερα, ο σουρεαλισμός είναι περισσότερο μια αισθητική παρά οτιδήποτε άλλο. Αν και περιλαμβάνει φανταστικά στοιχεία, αυτά μπορεί να είναι πιο πολλά ή πιο λίγα, κατά περίπτωση. Για παράδειγμα, οι ιστορίες του Borges θεωρούνται σουρεαλιστικές· το ίδιο, όμως, και του William Burroughs, ο οποίος, συνήθως, περιλαμβάνει περισσότερα φανταστικά στοιχεία απ’ό,τι ο Borges. Σουρεαλιστικές είναι, επίσης, οι ιστορίες του Franz Kafka. Και ειδικά εκείνη η ιστορία με τον τύπο που μεταμορφώνεται σε κατσαρίδα έχει έκδηλα φανταστικά στοιχεία, αλλά μπορείς και να το θεωρήσεις «αλληγορία» ή ό,τι άλλο θέλεις, οπότε εμπίπτει κυρίως στον σουρεαλισμό, όχι στη φανταστική λογοτεχνία.
Και, γενικά, εκείνο που έχω προσέξει εγώ σχετικά με τον διαχωρισμό φαντασίας και σουρεαλισμού είναι ότι βασίζεται στην αισθητική. Αυτό είναι το πιο ουσιώδες κριτήριο. Αν και υπάρχει πολύς υποκειμενισμός. Ο Thomas Pynchon, ας πούμε, θεωρείται ότι γράφει σουρεαλισμό· αλλά κάτι βιβλία του όπως το Against the Day θυμίζουν ύποπτα φανταστική λογοτεχνία. Το Against the Day το λες σουρεαλισμό απλά και μόνο λόγω της αισθητικής του, ή επειδή το έγραψε ο Thomas Pynchon. Αλλιώς θα μπορούσες να το πεις και φανταστική λογοτεχνία. Ακόμα και επιστημονική φαντασία, αν είσαι φανατικός.
Όσα έγραψα στο πρώτο μέρος αυτού του άρθρου ισχύουν κυρίως για τη διεθνή αγορά. Στην Ελλάδα δεν ισχύουν και τόσο. Πόσες φορές έχετε ακούσει εδώ να λένε σε συγγραφέα να «προσαρμοστεί στην Αγορά» ή να τον ρωτάνε «σε ποια αγορά απευθύνεται»; Ποτέ, ουσιαστικά.
Διότι δεν έχουμε Αγορά για τα βιβλία. Ναι μεν πωλούνται βιβλία αλλά κανένας συγγραφέας – ειδικά λογοτεχνίας – δεν μπορεί να ζήσει, ή να βγάλει αξιοσημείωτο εισόδημα, από αυτά. (Ή, αν κάποιος το καταφέρνει – που δεν ξέρω ποιος είναι – σίγουρα πρόκειται για εξαίρεση και ούτε κατά διάνοια μπορεί να θεωρηθεί κανόνας.)
Το γεγονός ότι δεν έχουμε ουσιαστικά Αγορά θα μπορούσες να πεις ότι, από μια μεριά, μας απελευθερώνει (παρότι μας χρεοκοπεί), αλλά δυστυχώς ούτε αυτό συμβαίνει. Η Αγορά που έχουμε είναι μια ψευδής αγορά βιβλίων η οποία βλάπτει τα βιβλία και τη λογοτεχνία αλλά με άλλο τρόπο. Δημιουργεί φαινόμενα που είναι μολυσματικά, θα μπορούσες να πεις.
Κατά πρώτον, υποτίθεται πως το να είσαι συγγραφέας «δεν είναι δουλειά». Υπάρχει η νοοτροπία «Άσε, παιδάκι μου, τώρα αυτές τις σαχλαμάρες και πιάσε καμιά πραγματική δουλειά». Και, εν μέρει, αυτό είναι σωστό, γιατί από κάπου, κάπως, πρέπει να βγάζεις χρήματα για να ζεις. Όμως δεν είναι γενικά σωστό· αποθαρρύνει τους συγγραφείς και, ως επακόλουθο, βλάπτει το βιβλίο. Πολλοί συγγραφείς, πολλοί που θα μπορούσαν να ήταν αληθινοί συγγραφείς, δεν τα καταφέρνουν εξαιτίας αυτής της κακιάς νοοτροπίας, λόγω κοινωνικών ή οικονομικών συνθηκών. Μια πιο καλή νοοτροπία για την (άσχημη) περίπτωση της χώρας μας θα ήταν «Βρες άλλο τρόπο να ζεις αλλά γράφε και συγχρόνως». Πόσο συχνά, όμως, το ακούς αυτό; Καθόλου συχνά.
Από παλιά τα βιβλία – και αναφέρομαι, κυρίως, στα λογοτεχνικά βιβλία – καθορίζονται από την Αγορά σε μεγάλο βαθμό. Δεν γράφω «ανέκαθεν», γιατί δεν είναι κάτι που ίσχυε ανέκαθεν. Είναι, όμως, κάτι που ίσχυε από αρκετά παλιά ώστε να μας κάνει να νομίζουμε ότι είναι κάτι που ίσχυε ανέκαθεν, ή ότι είναι κάτι το φυσιολογικό.
(Και προτού συνεχίσω, επειδή ξέρω πώς σκέφτονται ορισμένοι, σας λέω εκ των προτέρων ότι αυτά που θα ακολουθήσουν δεν είναι «κουμμουνιστική προπαγάνδα εναντίον της Αγοράς». Διαβάστε και θα ανακαλύψετε τι είναι. Κατά πάσα πιθανότητα, δεν είναι τίποτα από αυτά που νομίζετε.)
Θυμάμαι, όταν ήμουν μικρός, να μπαίνω σε ιστοσελίδες – του εξωτερικού, κυρίως, αν και δεν έχει τόσο μεγάλη σημασία αυτό – και να διαβάζω για τα βιβλία σε σχέση με την Αγορά. Σε ποια «αγορά» απευθύνεσαι; ήταν μια συνήθης ερώτηση που γινόταν (και γίνεται) στους συγγραφείς (κυρίως του εξωτερικού). Ή: Να ξέρεις την αγορά στην οποία απευθύνεσαι – ώστε, δηλαδή, να γράψεις κάτι που μπορεί να απορροφηθεί από τη συγκεκριμένη αγορά – πχ, βιβλία τρόμου, βιβλία μυστηρίου, βιβλία ρομάντζα· ή σε ποιο περιοδικό θα στείλεις κάποιο διήγημα – οπότε, το περιοδικό τότε είναι η «αγορά».
Η κουβέντα περί Αγοράς, ή επιμέρους αγορών, και βιβλίων είναι απέραντη και πολυδιάστατη. Το λιγότερο που μπορεί να λέγεται είναι πόσα βιβλία τυπώνει ο καθένας, ή πόσα βιβλία «έχει διαθέσει» στην Αγορά, ή πόσα βιβλία έχει όντως πουλήσει. Αυτά δεν τα βρίσκεις, σίγουρα, μόνο σε ιστοσελίδες του εξωτερικού. Οι δικοί μας εκδότες φαίνεται πως έχουν μια εξαιρετική μανία με το να γράφουν μεγάλους αριθμούς επάνω στα εξώφυλλα των βιβλίων ή στα διαφημιστικά μηνύματα. Πόσα αντίτυπα είναι η τάδε έκδοση, πόσα έχουν πουληθεί. (Ορισμένα, δε, είναι τόσο υπερφίαλα που μάλλον το γέλιο προκαλούν, γιατί μόνο οι ανόητοι, ή οι αδαείς, μπορεί να πιστέψουν ότι αυτά τα νούμερα είναι αληθινά.)
Είτε, όμως, κάποια πράγματα γράφονται, ή συζητιούνται, για λόγους φτηνού εντυπωσιασμού, είτε για λόγους πρακτικά οικονομικούς, το θέμα είναι πως συνδέουν το βιβλίο άμεσα με την Αγορά, σε σημείο που σε κάνουν να πιστέψεις ότι, όχι μόνο δεν μπορεί να υπάρξει βιβλίο χωρίς την Αγορά, αλλά ούτε λογοτεχνία μπορεί να υπάρξει χωρίς την Αγορά, ούτε συγγραφείς μπορούν να υπάρξουν χωρίς την Αγορά, ούτε γενικά αφήγηση μπορεί να υπάρξει χωρίς την Αγορά (λες κι έχει ξαφνικά απαγορευτεί να συγκεντρωθούν μερικοί άνθρωποι γύρω από μια φωτιά κι ένας παραμυθάς ν’αρχίσει να τους λέει μια ιστορία).
Ο Οφιομαχητής προσπαθεί να οδηγήσει τους φίλους του πίσω στη Μεγάπολη, όπου ελπίζει πως θα είναι ασφαλείς. Αλλά προτού φτάσουν εκεί πρέπει να περάσουν από θάλασσες και λιμάνια, ενώ οι κυνηγοί τους δεν έχουν πάψει να τους καταδιώκουν, έχοντας στη διάθεσή τους μυστηριώδεις τρόπους για να τους ανιχνεύουν και μπορώντας να ζητήσουν βοήθεια ακόμα κι από έναν παλιό εχθρό του Γεώργιου – έναν υπόγειο δολοφόνο που έχει καλό λόγο να μισεί θανάσιμα τον Οφιομαχητή...
...ενώ, πριν από μερικά χρόνια, στη Σκιάπολη της Ιχθυδάτιας – την πόλη που συγκεντρώνει, ίσως, τους περισσότερους κουρσάρους και όπου ο νόμος ισοδυναμεί με τα καπρίτσια των Τριών που τη διοικούν – ένα πειρατικό μάτι βρίσκεται παγιδευμένο μέσα στον Οίκο της Ανεμώνης... ή, μάλλον, οι διώκτες του βρίσκονται παγιδευμένοι, και το αίμα τους βάφει τα πατώματα και τους τοίχους του χαμαιτυπείου, προτού ο παράξενος μαυρόδερμος άντρας που ποτέ δεν βλεφαρίζει αναζητήσει να βρει ποιος τον πρόδωσε και πάει να τον επισκεφτεί για να στείλει όλα τα δηλητήρια της Έχιδνας μέσα του... και να γίνει από τους πιο τρομερούς κουρσάρους της Ιχθυδάτιας.
Και, όπως πάντα, οι δωρεές είναι καλοδεχούμενες, ειδικά σε τέτοια χώρα που ζούμε, όπου συγγραφέας δεν μπορεί να βγάλει φράγκο, και συγγραφέας φαντασίας δεν μπορεί καν να φανταστεί το φράγκο. Στο χέρι σας είναι να το αλλάξετε. Κάντε μια δωρεά.